29 Αυγ. 2020

Η χειρότερη Ελλάδα εδώ και δεκαετίες

Η χώρα βολοδέρνει χωρίς πυξίδα

Βρισκόμαστε σε μία από τις πιο άχαρες περιόδους της Ελλάδας, καθώς ο τόπος βιώνει τις χειρότερες στιγμές του εδώ και δεκαετίες. Από την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την πανδημία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, ως την καθημερινότητα, τις ανθρώπινες σχέσεις και τον πολιτισμό, η καθίζηση είναι γενικευμένη και μόνο θλίψη προκαλεί σε κάθε σκεπτόμενο πολίτη.

Η εικόνα αυτή, προφανώς είναι απόρροια της κατάρρευσης κάθε προσδοκίας, ρεαλιστικής ή τεχνητής, που είχε δημιουργήσει  το σύστημα Κυριάκου Μητσοτάκη για να πείσει τους πολίτες να το προτιμήσουν. Και οι συνέπειες είναι πια πολύ σοβαρές, αφού όλα τα επιχειρήματα και οι υποσχέσεις έχουν σαρωθεί από την πραγματικότητα και έχει απομείνει η γυμνή και σκληρή πραγματικότητα μιας ανάξιας πολιτικής εξουσίας, που μικραίνει την Ελλάδα, φτωχαίνει τους πολίτες της, εξανδραποδίζει τα όνειρα της νεάς γενιάς και παίζει στα ζάρια της ανεπάρκειάς της το μέλλον όλων  μας.

Για πολλούς η εξέλιξη αυτή ήταν απολύτως προβλέψιμη! Προσεκτική και απαλλαγμένη των παραμορφωτικών θεάσεων της ιδεοληψίας πρόσεγγιση στα όσα διακινούσε προεκλογικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το μπλοκ εξουσίας που έχει συγκροτηθεί γύρω από τη νεποτική διακυβέρνησή του, μαρτυρούσε τί θα συνέβαινε από πολύ νωρίς.              

Μήπως ήταν ποτέ πρόβλημα για τη χώρα και έπρεπε να γίνει κεντρικό ζήτημα του δημόσιου διαλόγου η απόπειρα αναθεώρησης της ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η νεο-αντι-κομμουνιστική αφήγηση της σημερινής δεξιάς;

Μήπως έχει καμιά σημασία για το μέλλον της χώρας και των πολιτών της η προσπάθεια αναθεώρησης του ρόλου της Σοβιετικής Ένωσης για την ήττα του ναζισμού και του συμμάχου του φασισμού, που υποκινούν αδύναμες χώρες της ΕΕ και ανέχονται οι Βρυξέλλες και οι χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, λόγω ανυπαρξίας μιας σύγχρονης ostpolitik (που σήμερα είναι πιο αναγκαία παρά ποτέ και η απουσία της υποδηλώνει ελλειμμα οραματικού στοιχείου για τον ευρωπαϊκό ενοποιητικό αυτοσκοπό); Κέρδισε τίποτα η Ελλάδα από την ανάμιξή της σ’ αυτήν την αχρείαστη και όψιμη συζήτηση, που μόνον ακροδεξιούς και νεοναζιστές βοήθησαν να διερύνουν τον λόγο τους στη γηραιά ήπειρο;

Μήπως αποδείχτηκε χρήσιμη η απολύτως ξεπερασμένη πια στις μέρες μας (και ήδη επικίνδυνη, λόγω της πανδημίας) εκποίηση του δημόσιου τομέα υπέρ των ιδιωτών; Κέρδισαν τίποτα οι πολίτες απ’ αυτό; Ή μήπως κατέγραψαν απώλειες τόσο σε ποιότητα παρεχόμενων υπηρεσιών (π.χ. δημόσια Υγεία) όσο και σε σοβαρότατα ζητήματα, όπως η προστασία του Περιβάλλοντος και η κοινωνική αλληλεγγύη προς τους αδυνάμους; Ενισχύθηκε το κοινωνικό κράτος από τις ιδιωτικοποιήσεις, ή μήπως όχι; Και οι πολίτες ενδιαφέρονται μήπως πανω απ’ όλα για τις ανοησίες περί «αριστείας» και όχι για την εξασφάλιση ισοτιμίας ως προς την αντιμετώπισή τους σε ό,τι αφορά την ποιότητα παρεχόμενων υποδομών και υπηρεσιών ανάλογα με τις δυνατότητες της χώρας;  

(σ.σ.: Ένα μόνον παράδειγμα σχετικά με τη συζήτηση αυτή: Η Ελλάδα έχασε μια δεκαετία στον αγώνα ταχύτητας της ψηφιακής τηλεόρασης και σήμερα είναι μια από τις τελευταίες χώρες στην ΕΕ σχετικά με την ενσωμάτωση του ευρωπαϊκού δικαίου στο εσωτερικό μας δίκαιο (η τελευταία προθεσμία λήγει στις 31/12/2020). Η δεκαετία αυτή θυσιάστηκε στη μανιασμένη διελκυστίνδα ιδιωτών εκδοτών (που σήμερα προστρέχουν στην αναξιοπρέπεια και την αναξιοπιστία της «λίστας Πέτσα») να πάρουν οι ιδιώτες τη μερίδα του λέοντος στην ψηφιακή, σε βάρος όλων των πολιτών, ακριβότερα για το δημόσιο και τα νοικοκυριά και με μεγάλες συνέπειες στην ποιότητα των ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών).

Μήπως οφελήθηκε η Ελλάδα και οι πολίτες της από τα ακροδεξιά ιδεολογήματα σημερινών υπουργών; Ο τυφλός εθνικισμός απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών, ευνόησε τη χώρα, ή την έπληξε; Πολύ περισσότερο αφού χωρίς καμιά αιδώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Φώφη Γεννηματά διακινούσαν το σκαστό ψέμα ότι η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αντάλλαξε τη μη περικοπή των συντάξεων με το όνομα «Μακεδονία»;

Κέρδισε η χώρα μας από το αδιανόητο μύθευμα Μητσοτάκη-Γεννηματά ότι θα είχαμε 4ο μνημόνιο; Ήταν και είναι αυτή εικόνα σοβαρού δημόσιου διαλόγου, όσο και αν διαφωνούσε κανένας με την τότε κυβέρνηση και την πολιτική της; 

Όλ’ αυτά, και πολλά-πολλά άλλα που είναι γνωστά και παρέλκει η υπενθύμισή τους, πολιτικά συνοψίζονται στο στοιχείο που ενδιαφέρει και που αφορά στην αίσθηση προσδοκιών μας για ένα καλύτερο αύριο: Το σύνολο των ιδεολογικών και πολιτικών αναφορών  του συστήματος Κυριάκου Μητσοτάκη και του συν αυτώ μπλοκ εξουσίας έχει καταρρεύσει πλήρως! Όλα όσα αφηγήθηκαν και υποσχέθηκαν τα μέλη αυτου του μπλοκ και ο αρχηγός τους, απλά έχουν αποδειχτεί μη παραγωγικά και συχνά καταστροφικά, ψευδή και fake, καθώς και απολύτως ακατάλληλα και απρόσφορα για τη συνέχεια στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Και η ιδεολογικοπολιτική ήττα τους (επί του πραγματικού και όχι του πλασματικού σκηνικού της fake εικόνας) είναι ηχηρότατη!

Μεγάλη απόδειξη της παραπάνω διαπίστωσης ότι ολοένα και περισσότερο η σημερινή κυβέρνηση αντί να μας λέει -ως οφείλει- τί θα κάνει για να βγούμε απ’ αυτή τη σήψη και την κάθετη πτώση, ασχολείται με τον …ΣΥΡΙΖΑ!!! Δεν αναζητούν έστω και σήμερα, την ύστατη ώρα, λύσεις διεξόδου από την κατάρρευση στην οποία μας οδήγησαν, αλλά διχάζουν καταναλώνοντας τον όποιο δημόσιο λόγο τους προς απόδειξη ότι ο Τσίπρας «δεν κάνει»! Κι αυτό λίγους μόνο μήνες με διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη. Τέτοια ανεπάρκεια!

Κι εδώ, όμως, ηττώνται! Διότι ο ΣΥΡΙΖΑ ό,τι και να του καταλογίσει κανένας καταγράφει θετικό πρόσημο της διακυβέρνησής του μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, σε 3 τουλάχιστον σημεία: Τη ρύθμιση του χρέους, την έξοδο από τη μνημονιακή δεσποτεία και τη συμφωνία των Πρεσπών!

Ό,τι και να λέει ο κ. Μητσοτάκης και να μας αφηγούνται τα πληκτρολόγια των 20 εκατ. του Πέτσα, τα 3 παραπάνω σημεία είναι βήματα μπροστά! Και με τη σημερινή κυβέρνηση  καλπάζουμε …προς τα πίσω!

Θα μας πει άραγε ο πρωθυπουργός σε τί μας πάει μπροστά (έστω και με υποσχετική);

Θα πάμε μπροστά παραχωρώντας ελληνική κυριαρχία σε άλλη χώρα; (Και είχε και το θράσος να ψεύδεται ασύστολα μπροστά στην εθνική αντιπροσωπεία και τον ελληνικό λαό, με τη φράση «η Ελλάδα μεγαλώνει», όταν ο ίδιος με τις αποφάσεις τους την μίκραινε!)   

Θα πάμε μπροστά γράφοντας νέες σελίδες στο διεθνές βιβλίο της αντικομμουνιστικής υστερίας;      

Θα πάμε μπροστά δέρνοντας τον Ινδαρρέ;

Πώς, τέλος πάντων, θα πορευτεί από δω’ και πέρα η Ελλάδα; Έχει ακούσει κάποιος Έλληνας, έστω ένας, από τα πρωθυπουργικά χείλη κάτι, που να τον εμπνέει και να τον παρακινεί, εκτός από προσκλήσεις διχασμού αντισυριζικής ιδεοληψίας; Αυτό θα είναι το μέλλον της χώρας;

Αν υπάρχει εστω και ένας από μας που να αισθάνεται ή να δηλώνει ικανοποίηση, έχει κάθε δικαίωμα στην εμμονή. Αν όχι, οφείλουμε όλοι να εργαστούμε για να φύγει η σημερινή κυβέρνηση  και να αγωνιστούμε στη συνέχεια για κάτι καλύτερο!