8 Σεπ. 2020

Ο πιο δύσκολος χειμώνας της ΕΕ

Στα όρια του το ευρωπαϊκό μοντέλο

Όλοι και όλα συνηγορούν τις τελευταίες εβδομάδες υπέρ της άποψης ότι ο φετεινός χειμώνας θα είναι από τους δυσκολότερους στην ιστορία της ΕΕ!

Ο συνδυασμός των προβλημάτων της πανδημίας, της οικονομίας και της γεωπολιτικής έντασης στα ανατολικά και νότια σύνορα της Ευρώπης, στην ασιατική μεθόριο και προς την αφρικανική ήπειρο με διαχωριστικό όριο τη Μεσόγειο και με επίκεντρο το προσφυγικό, παράγουν την «τέλεια καταιγίδα», όπως προειδοποιούν εδώ και καιρό αναλυτές και εμπειρογνώμονες. Κι αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα, που θα κλόνιζαν σοβαρά τη συνοχή της ΕΕ.

Οι ανησυχίες έχουν ενταθεί τις τελευταίες εβδομάδες υπό το βάρος της διαπίστωσης ότι η πρόσφατη απόφαση της συνόδου κορυφής σχετικά με το σχέδιο ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας όσο περνάει οι καιρός αποδεικνύεται ότι δεν έχει τη δυναμική να αλλάξει την εικόνα στην ευρωζώνη, όπου η ύφεση, ο αντιπληθωρισμός και η λόγω του κορονοϊού σκληρή δοκιμασία του ήδη αδύναμου από τις ιδιωτικοποιήσεις των περασμένων δεκαετιών κοινωνικού κράτους, αποδεικνύουν ότι η κρίση στην οικονομία ήρθε για να μείνει. Και τούτο, διότι η πανδημία και το λοκντάουν μπορεί να προκάλεσαν το καθοδικό σοκ της περασμένης άνοιξης, τα όρια της ευρωπαϊκής οικονομίας, όμως, από καιρό τώρα ανιχεύονταν ως δομικά ανεπαρκή για την ουσιαστική υπέρβαση των συνεπειών της κρίσης του 2010.

Ωστόσο, μια ειλικρινής αναλυτική προσέγγιση στα σημερινά αδιέξοδα της ΕΕ και μακριά από επιφανειακές άνωθεν επικοινωνιακές παρεμβάσεις ανόρθωσης του κλονιζόμενου ευρωπαϊκού κύρους με σχετική ευκολία θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το σημερινό πρόβλημα της ΕΕ δεν είναι μόνον απόρροια των τρεχουσών εξελίξεων (συμπεριλαμβανομένης και της πανδημίας), αλλά ταυτόχρονα προϊόν χρεοκοπίας του ευρωπαϊκού ενοποιητικού μοντέλου, όπως αυτό προωθήθηκε την τελευταία 30ετία. Η πρόσληψη της ΕΕ από τις σημερινές ευρωπαϊκές ελίτ, ως ένωσης χωρών περί έναν ισχυρό κεντροευρωπαϊκό άξονα, είναι μια θέαση στα πράγματα που σήμερα αποδεικνύεται πως περισσότερο λειτουργεί διαλυτικά, παρά συνεκτικά.

Αν στις περασμένες δύο δεκαετίες όλα σκεπάζονταν από την οικονομική ευμάρεια που εξασφάλιζε στις χώρες-μέλη το απόθεμα που είχαν κληρονομήσει από το στρατόπεδο του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και ο αφειδής εξωτερικός δανεισμός μιας έξαλλης παγκοσμιοποίησης, σήμερα η κακή οικονομία, η έλλειψη πόρων, καθώς και το έλλειμμα προσδοκιών ταχείας και ουσιαστικής ανάκαμψης, έχει μεταβάλλει το πεδίο προσδοκιών των χωρών-μελών και της ευρωπαϊκής περιφέρειας από οικονομικό σε γεωπολιτικό. Παράλληλα, η αδυναμία της σημερινής ευρωπαϊκής ηγεσίας να απευθυνθεί άμεσα και με οραματικές αναφορές στους πληθυσμούς της ηπείρου, έχει διευρύνει το χάσμα των πολιτικών ελίτ από τη βάση, πρόβλημα με καίριες συνέπειες ως προς την ποιότητα της δημοκρατίας, που συντελεί στην εικόνα μιας κοινωνίας διευθυνόμενης από μηχανισμούς που αντίκεινται στα συμφέροντα εκείνων που οι ίδιοι αυτοί μηχανισμοί διατείνονται ότι υπηρετούν.

Η απαισιόδοξη εικόνα συμπληρώνεται επιβαρυντικά από τη διαφαινόμενη διαρραγή του παγκόσμιου δυτικού άξονα, αφού πλέον με την είσοδο της Κίνας στο «παιχνίδι» του σημερινού κόσμου, τα συμφέροντα ΗΠΑ και Ευρώπης αποκλίνουν σε πολλά σημεία, αντί να ταυτίζονται.

Εντοπίζω 6 πολύ συγκεκριμένα στοιχεία απολύτως αποδεικτικά του αδιεξόδου στο οποίο έχει αχθεί η ΕΕ, ως απόρροια επιλογών της ηγεσίας της τα τελευταία χρόνια:

1. Η υποβάθμιση στα μάτια των ευρωπαίων πολιτών από ενοποιητικό πρόταγμα ρεαλιστικής επαγγελίας για ένα καλύτερο μέλλον, σε αέναο πεδίο εσωτερικών διαπραγματεύσεων των συστατικών χωρών-μερών της, ακόμη και για απλά ζητήματα. Με συνέπεια την κατάληξη σε ολοένα και πιο ατελέσφορες αποφάσεις για τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς. Δεν υπάρχει πιο ασφαλής ένδειξη περί τούτου από το γεγονός ότι η ένταξη στην Ένωση από αίσθηση των ευρωπαίων πολιτών ως προτίμηση και επιλογή τους τείνει να μεταπέσει οριστικά σε πρόσληψη ως παγίδευση τους σε κάτι που απλά ανέχονται επειδή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

2. Η ΕΕ, με τη γενική ανεπάρκεια και τη φοβία της να διαδραματίσει διεθνώς σταθεροποιητικό ρόλο, ουδέ καν στον χώρο του άμεσου ενδιαφέροντός της, όπως αποδεικνύεται από τις θλιβερές συνέπειες της αραβικής άνοιξης και την απουσία της από τις εξελίξεις στη νοτιανατολική Μεσόγειο, μετατρέπεται σιγά-σιγά σε διάδικο παράγοντα της γεωπολιτικής ρευστότητας που μας περιβάλλει. Η αυτοεξάντληση του δυνητικού σταθεροποιητικού ρόλου της ΕΕ σε λίαν αμφίβολης αποτελεσματικότητας διαμεσολαβήσεις της καγκελαρίου Μέρκελ, περισσότερο ως αποτέλεσμα του δομικού γερμανικού συμπλέγματος απουσίας οποιουδήποτε διεθνούς ρόλου του Βερολίνου μπορεί να εκληφθεί, παρά ως ουσιώδης παρέμβαση στις εξελίξεις.

3. Με την ακραία ιδεοληπτική μεταχείριση της ελληνικής κρίσης εξωτερικού χρέους, η ΕΕ κατασπατάλησε πολύ μεγάλο μέρος του αποθέματος πειστικής κοινοτικής αλληλεγγύης, που είχε δομήσει επί πολλά χρόνια, με μόνο στόχο τη λογιστική διάσωση των κρατικών προϋπολογισμών της Γερμανίας και κανά-δυο χωρών ακόμη. Από τα μνημόνια σε βάρος της Ελλάδας και εντεύθεν όλες οι αδύναμες χώρες-μέλη έπαψαν πλέον να προσδοκούν οφέλη από την προσχώρηση στην Ένωση και διαβιούν με την αγωνία ότι και η δική τους σειρά να ζήσουν την περίοδο αντιδημοκρατικής δεσποτείας και οικονομικής εξάρτησης είναι αναπόφευτκη και μόνο το πότε θα έρθει ή ώρα να επισυμβεί το κακό για τις ίδιες απομένει να προκύψει.

4. Ανιχνεύεται αποχαύνωση και  ιδεολογική σαθρότητα στην ΕΕ σε επίπεδο διακηρυττόμενων αρχών της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Από τα προτάγματα δημοκρατικής αναβάθμισης και ενίσχυσης της κοινωνικής δικαιοσύνης του σχεδίου ευρωπαϊκού συντάγματος Ντ’ Εστέν (που δεν προχώρησε) στην προσγείωση στις συνθήκες της Λισαβόνας και του Μάαστριχτ είναι επιβεβαιωτική του "αδιεξόδου ιδεολογίας" της Ένωσης. Επί πλέον απόδειξη τούτου η σημερινή επιστροφή σε αναμασήματα συντηρητικών πολιτικών του μεταπολέμου (νεο-αντικομμουνισμός), εμπλουτισμένων με ναζιστο-φασιστοειδείς ιδέες, ως καθοριστικών για τη διαμόρφωση του πλαισίου λήψης των ευρωπαϊκών αποφάσεων στης μέρες μας. Από την ενωμένη Ευρώπη που ανέπενεε στην ευρυχωρία του Μάη του ‘68 ως την ΕΕ καταδίωξης των προσφύγων και κάθε κοινωνικού περιθωρίου ως “μιασμάτων” προαναγγέλλεται μια προϊούσα πορεία προς ένα νεο-ολοκληρωτικό μοντέλο του 21ου αιώνα, με όλες τις συνέπειες του πράγματος.

5. Η ανελευθερία της καθημερινότητας. Από την ανοχή στους θανάτους από απεργία πείνας Τούρκων αγωνιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα (με την EE να παρακολουθεί τη φρικιαστική αργή δολοφονία της Τουρκάλας αγωνίστριας από μακριά), έως τα περιστατικά ξυλοδαρμών αλά Ινδαρρέ, ως ενός δήθεν ανεκτού πλαισίου μιας σημερινής ευρωπαϊκής “κανονικότητας”, τα γεγονότα βοούν σχετικά με το πόσο σοβαρό είναι το πρόβλημα.

6. Το έλλειμμα ηγεσίας.

Με βάση αυτά τα 6 σημεία που προεξέθεσα, διακρίνω ήδη τις σοβαρές επιπτώσεις τους!

Ήδη έχει παραχθεί ένα ανέκλητο αποτέλεσμα, το Brexit!

Υπάρχουν όμως και τρεις ολοφάνερες συνέπειες εν εξελίξει:

1η συνέπεια: Ο κλονισμός του γαλλογερμανικού άξονα, που είναι η λυδία συνεκτική λίθος της ευρωπαϊκής ενοποίησης και αν αυτή αποσταθεροποιηθεί οι εξελίξεις θα καταστούν  ανεξέλγκτες. Εδώ, προφανώς, μιλάμε για δύο διαφορετικές πολιτικές γραμμές, που η συνύπαρξή τους -έστω και προσχηματική- δεν θα μακροημερεύσει, αν η τάση απόκλισης Παρισίων-Βερολίνου δεν ανασταλεί. (Ένα άμεσο παράδειγμα μεγάλου ελληνικού ενδιαφέροντος: Η στάση του Βερολίνου απέναντι στην ελληνοτουρκική κρίση στην ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή μια αντίληψη ότι ένας ελληνοτουρκικός διάλογος με όλα τα θέματα πάνω στο τραπέζι είναι αυτοσκοπός, ακόμη και επί παράλογων διεκδικήσεων της Άγκυρας, αποκλίνει πλήρως από τη γαλλική άποψη ότι ένας ελληνοτουρκικός διάλογος είναι νοητός μόνον υπό τον όρο απόσυρσης απαράδεκτων τουρκικών διεκδικήσεων και εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου σε βάρος της Ελλάδας και άλλων χωρών της περιοχής). Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι προανάκρουσμα του ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μία από τις συνήθεις διαφορές οπτικής μεταξύ των δύο πρωτευουσών που ξεπεράστηκαν ως σήμερα, το γεγονός ότι η Γαλλία το ζήτημα αυτό “δεν το συζητά”, αλλά προχωρεί σε ενέργειες ερήμην της ΕΕ. Ενέργειες που δυσαρεστούν τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο. Αν ληφθεί υπόψη ότι η γαλλική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα στα μόνα πεδία γαλλικής υπεροχής έναντι της Γερμανίας, δηλαδή τη διεθνή  διπλωματία (με τη Γαλλία μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και τη Γερμανία παγίως εκτός νυμφώνος επί του πεδίου λήψης των διεθνών αποφάσεων) και τη στρατιωτική ισχύ, και συνεκτιμηθεί η καταπίεση των Γάλλων από τη μειονεξία και τις συχνά προσβλητικές γερμανικές επιβολές στο πεδίο της οικονομίας, θα κατανοηθεί ίσως γιατί ο πρόεδρος Μακρόν εδώ “θα τα δώσει όλα” για να περάσει η γαλλική πολιτική. Επικουρικά να υπογραμμιστεί εδώ ότι η διαφορά απόψεων Γαλλίας-Γερμανίας είναι και στα ζητήματα της οικονομίας βαθύτατη, απλά το Παρίσι δεν έχει την απατούμενη ισχύ εδώ να επιβάλλει επιλογές και καταναγκάζεται σε αποδοχή των γερμανικών.

2η συνέπεια: Η εν μέσω δραματικής οικονομικής κρίσης (ελέω και της πανδημίας) κατάληξη της ΕΕ σ’ ένα σχέδιο ανάκαμψης, σχιζοφρενικού νεύματος προς την παγκόσμια οικονομική κοινότητα και με διπλό πρόσωπο. Δηλαδή, μια οικονομική πολιτική που υπόσχεται την εγκατάλειψη των περιοριστικών πολιτικών της ευρωζώνης την περίοδο 2010-2020, από τη μία, και ταυτοχρόνως εγγυάται τη συνέχισή τους, αποφεύγοντας την αποκήρυξη του συμφώνου σταθερότητας, από την άλλη! Μια “οικονομική πολιτική Ιανός”! Φυσικά, χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και την ίδια ώρα δήλωση σεβασμού στους σκοπούς της, μόνο ως πρακτικό αποτέλεσμα ενός βαθύτατου διχασμού στην ΕΕ, μπορεί να εξηγηθεί. Και είναι θλιβερό ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία κατέγραψε τις αναγκαιότητες της οικονομίας, δραματικά επιβαρυμένες από τις συνέπειες του λοκντάουν, περισσότερο ως ένα επικοινωνιακό project δήθεν εξισορρόπησης ασύμβατων μεταξύ τους επιλογών, παρά ως υποχρέωσή της να στείλει στην παγκόσμια  οικονομική κοινότητα ένα καθαρό μήνυμα για την οικονομική πολιτική της. Διπλά θλιβερό ότι η ΕΕ έστειλε το σχιζοφρενικό μήνυμα για την οικονομία της, προσδιορίζοντάς το ως μεσοπρόθεσμη επιλογή της, εφόσον το πολυδιαφημισμένο σχέδιο ανάκαμψης συνδέθηκε με τον κοινοτικό προϋπολογισμό 2021-2027, δηλαδή θα είναι η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική ως το τέλος της δεκαετίας που μόλις αρχίζει. Κι όλ’ αυτά την ώρα που θα χρειαζόταν καθαρό σινιάλο, δοθέντος ότι κατά την ίδια δεκαετία όλα πρόκειται να κριθούν σχετικά με τη σοβαρότερη μεταπολεμική κρίση του καπιταλισμού! Πλήρης απογοήτευση!

3η συνέπεια: Ανυπαρξία σύγχρονης οστπολιτίκ, η οποία στις σημερινές συνθήκες ραγδαίας αναδιάρθρωσης των παγκόσμιων συχετισμών δύναμης, θα ήταν κρίσιμο στοιχείο εξισορρόπησης της αστάθειας που προκαλεί η συγκυρία της προεδρίας Τραμπ στις ΗΠΑ, υπό το φως της εντεινόμενης πιθανότητας διαρραγής της συνοχής του ως σήμερα συμπαγούς στρατοπέδου της Δύσης. Μ’ άλλα λόγια μια ΕΕ που αυτοξαιρείται της ευκαιρίας για καίρια αναθεώρηση της μονοσήμαντης ευρωπαϊκής διπλωματίας, από την κατάρρευση του λεγόμενου “υπαρκτού σοσιαλισμού”, ως  σήμερα. Αν στην εξίσωση αυτή προστεθεί το στοιχείο του κατά τον πρόεδρο Μακρόν “εγκεφαλικά νεκρού” ΝΑΤΟ, αποτυπώνεται συνολικότερα ο ευρωπαϊκός εγκλωβισμός στις μικρές προσδοκίες για διευρυμένο διεθνή ρόλο της ΕΕ κατά τον τρέχοντα αιώνα.

Όλ’ αυτά είναι που διαμορφώνουν το πλαίσιο μιας ασταθέστερης και πιο ανησυχητικής εδώ και δεκαετίες γενικής εικόνας της ΕΕ, με αναμενόμενη ταχεία επιδείνωση των δημοκρατικών, οικονομικών και διπλωματικών όρων του ευρωπαϊκού πολιτικού πλαισίου και εντυπωσιακή εμπέδωση ενός κλίματος ανασφάλειας ανάμεσα στους ευρωπαίους πολίτες.

Σ’ όλες τις δεκαετίες του ως σήμερα βίου μου δεν θυμάμαι ποτέ την ΕΕ να έχει βρεθεί σε χειρότερη στιγμή!