3 Οκτ. 2020

Γιατί η απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ προοιωνίζεται περιπέτειες για την Ελλάδα και την Κύπρο

Τα ευρωτουρκικά διχάζουν την ΕΕ

Με την απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ, για την οποία δυστυχώς για την Ελλάδα ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ικανοποιημένος, ουσιαστικά έκλεισε ένα σημαντικό κεφάλαιο των ευρωτουρκικών σχέσεων. Και έκλεισε με τρόπο που όχι μόνο δεν αποτελεί θετική βάση για την περαιτέρω εξέλιξη των σχέσεων της ΕΕ με την Τουρκία, αλλά παράλληλα εδραιώνει το αντικείμενο των διαφιλονικούμενων θαλάσσιων περιοχών στην ανατολική Μεσόγειο σαν μέρος μιας θεματολογίας που ετέθη κατόπιν αλλεπαλληλων και προκλητικότατων κινήσεων, παγιώνοντας το ωφέλιμο για τα τουρκικά συμφέροντα αποτέλεσμα της πρακτικής πειρατικού τύπου αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων χωρών-μελών της ΕΕ, ως μέσου για διαμορφώνεται ατζέντα διαλόγου για διεθνείς υποθέσεις.

Ούτε λίγο-ούτε πολύ, με την τελευταία απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ αυτό που προκύπτει ως αποτέλεσμα είναι ότι η Τουρκία κέκτηται το δικαίωμα όποτε εκείνη κρίνει ότι την συμφέρει να παράγει διεθνείς εξελίξεις, με μέσο ακραίες για τις πάγιες διπλωματικές πρακτικές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Και αυτή η πρακτική έγινε αποδεκτή από την ΕΕ, σε μια ντροπιαστική για την ισχύ και τον διεθνή ρόλο που διεκδικεί για τον εαυτό της απόφαση, με την οποία προδήλως επιβεβαιώνεται ότι τα συμφέροντα κάποιων χωρών-μελών «μετράνε» περισσότερο από κάποιων άλλων.

Θα μου πείτε: σιγά το νέο! Εδώ επί μία δεκαετία και πλέον διαρκούσης της οικονομικής κρίσης τα συμφέροντα της Γερμανίας επικαθόρισαν την πολιτική στην ΕΕ που σήμερα ελέγχεται πανταχόθεν ως εσφαλμένη, η οποία παρέδωσε στην πανδημία μια ευρωπαϊκή οικονομία αδύναμη και δομικά πάσχουσα και η οποία αδυνατεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις συνέπειες των λοκντάουν. Σωστά! Μόνο που εδώ υπάρχει μια τεράστια διαφορά: Οι οικονομίες ανθούν και ταλαιπωρούνται εν τη ρύμη του ιστορικού χρόνου, αλλά πάντα οι πληθυσμοί αναδομούν τις οικονομικές λειτουργίες τους μετά από καταστροφές. Στην περίπτωση των θαλάσσιων ζωνών στην ανατολική Μεσόγειο για την Ελλάδα και την Κύπρο αυτό που επαπειλείται ως ενδεχόμενο είναι να παραχθούν συνέπειες σε βάρος των δύο χωρών-μελών της ΕΕ μη επιδεχόμενες επανόρθωση! Διότι, απλούστατα, όποιο τμήμα της επικράτειας που με βαση το ισχύον διεθνές δίκαιο τους ανήκει τυχόν αφαιρεθεί εν προκειμένω από την Ελλάδα ή την Κύπρο, ως αποτέλεσμα μιας διαπραγμάτευσης, δεν υπάρχει περιθώριο επανόρθωσης της ζημίας. Θα πρόκειται για επικράτειες που θα έχουν χαθεί οριστικά! (Όπως οριστικά χάθηκε ελληνική επικράτεια στη θαλάσσια περιοχή της Κρήτης από τη διμερή συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου για την ΑΟΖ στην περιοχή αυτή, η οποία προβλέπει -μικρή μεν, υπαρκτή δε- μείωση της ελληνικής επικράτειας προς όφελος της Αιγύπτου).                             

Γι’ αυτόν τον λόγο και μόνον η απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ είναι τυπικά και ουσιαστικά απαράδεκτη και αντιβαίνουσα τις θεμελιώδεις συνθήκες της ΕΕ, με βάση τις οποίες η Ένωση υποχρεούται να διαφυλάσσει τα συμφέροντα κάθε χώρας-μέλους ξεχωριστά και όχι να τα θέτει υπό επισφαλή αμφισβήτηση. Ούτε να τα υποτάσσει σε μια νεφελώδη παράμετρο πρόσληψής τους, ως «ευρωπαϊκά συμφέροντα». Η ΕΕ, ιδίως στα ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων, είναι νοητή ως υπερθνική οντότητα μόνον επί τη βάσει της υποχρέωσής να προασπίζεται τα συμφέροντα των συστατικών χωρών-μερών της. Αν αυτή η αρχή καμφθεί, τότε γεννάται σοβαρό ζήτημα επανεξέτασης εξ αρχής των κινήτρων που οδήγησαν στην επιλογή κάθε χώρας-μέλους να ενταχθεί στην ΕΕ. Κι απ’ αυτή την οπτική η απόφαση αυτής της συνόδου κυρυφής της ΕΕ για τις εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο προσφέρει χείριστες υπηρεσίες στη διαφύλαξη της συνοχής της ΕΕ, η οποία ήδη μετράει μια απώλεια, αυτή της Βρετανίας.

Επίσης, εδώ υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Και που κατά τη γνώμη μου αποτελεί ιστορικό σημείο αισχύνης για την Ελλάδα! Διότι, έστω ότι με την Ελλάδα υφίσταται στην ανατολική Μεσόγειο ζήτημα ορισμού θαλασίων ζωνών με την Τουρκία (και μόνο για το Καστελλόριζο θα μπορούσε να υπάρξει τέτοιο, παρ’ ό,τι το διεθνές δίκαιο κατ’ αρχήν δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης του πλήρους δικαιώματος του συγκεκριμένου ελληνικού νησιού σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ -και φυσικά κανένα ανάλογο θέμα δεν μπορεί να τεθεί για την Κρήτη, τη Ρόδο ή την Κάρπαθο, των οποίων η έκταση, ο πληθυσμός και οι δραστηριότητες των κατοίκων τους δεν αφήνουν το παραμικρό περιθώριο αμφιβολίας για τα πλήρη δικαιώματα τους στη θάλασσα). Στην περίπτωση της Κύπρου, όμως, ποιό ακριβώς ζήτημα θα μπορούσε να τεθεί; Και πόσο σοβαρή αλλά και βαθύτατα αήθης είναι η επίπτωση του γεγονότος ότι Έλληνας πρωθυπουργός,  ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεκριμένα, δηλώνει απερίφραστα ότι είναι ικανοποιημένος επειδή η απόφαση της τελευταίας συνόδου κορυφής της ΕΕ προβλέπει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να διαπραγματευτεί με την Τουρκία;

Σε τί να διαπραγματευτεί; Υπάρχει αμφισβήτηση για την κυπριακή υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ;  Και μπορεί ποτέ η Ελλάδα διά του πρωθυπουργού της  να υποδεικνύει ουσιαστικά στη Λευκωσία να μπει σε διάλογο για μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση κυριαρχικά δικαιώματά της στην ανατολική Μεσόγειο;  Και πόσο θα απείχε τέτοια στάση Έλληνα πρωθυπουργού από μια στάση που θα έφερε όλα τα χαρακτηριστικά του ό,τι ονομάζουμε μειοδοσία;

Για να το ξεκαθαρίσουμε οριστικά: Η Κύπρος δεν προσέφυγε στην ΕΕ για να της υποδειχτεί ότι μπορεί να μπει σε διάλογο με την Τουρκία για αδιαπραγμάτευτα κυριαρχικά δικαιώματά της! Αν έκρινε η ίδια η Κυπριακή Δημοκρατία αναγκαίο και ωφέλιμο για τα συμφέροντά της τέτοιον διάλογο, θα τον έκανε χωρίς την άδεια της ΕΕ. Αντίθετα, η Κύπρος προσέφυγε στην ΕΕ ως αδύναμη στρατιωτικά χώρα ακριβώς για να επιζητήσει από τους ευρωπαίους στήριξη και αλληλεγγύη, ώστε να αποφευχθεί τέτοιος διάλογος ως απόρροια τουρκικών εκβιασμών! Και η ΕΕ επιστρέφει στην Κυπριακή Δημοκρατία ως απόφαση της συνόδου κορυφής, δηλαδή του υψηλότερου πολιτικού οργάνου της, αυτό που η Λευκωσία επιχειρεί να αποφύγει! Και για την απαράδεκτη αυτή απόφαση επιχαίρει και ο Έλληνας πρωθυπουργός και δηλώνει την ικανοποίησή του!  Δηλαδή, απόλυτη παρασάλευση της πολιτικής και συμβατικά προβλεπόμενης ευρωπαϊκής πολιτικής ομαλότητας στο πλαίσιο της ΕΕ!

Μπορεί τέτοια ευρωπαϊκή απόφαση να είναι βάση στην προσπάθεια ομαλοποίησης της σημερινής αστάθειας στην ανατολική Μεσόγειο και να προοιωνίζεται αποκατάσταση της σταθερότητας στην περιοχή; Ή, μήπως, η αλήθεια είναι ότι με την απόφασή της αυτή η σύνοδος κορυφής της ΕΕ νομιμοποιεί την πρακτική παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου από ισχυρές χώρες σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων αδυνάμων χωρών, για την παραγωγή  διεθνών τετελεσμένων; Κι αυτό ενισχύει τη διεθνή νομιμότητα ή την αποσταθεροποιεί; Μπορεί η ΕΕ να γίνεται διεθνής παράγων ανοχής απέναντι σε πρακτικές γεωπολιτικής αποσταθεροποίησης αντί για εγγυητής της σταθερότητας; Και μάλιστα αυτή η ευρωπαϊκή στάση να αναδύεται από απόφαση της συνόδου κορυφής σχετικά με κράτος μέλος της;

Παρακολουθώντας τη συνέντευξη Τύπου του Κύπριου προέδρου Αναστασιάδη μετά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ αισθάνθηκα μεγάλη ντροπή για την στάση της Ελλάδας! Λάθη, μειοδοτικές -ακόμη και προδοτικές- πράξεις Ελλήνων πολιτικών στην πορεία του Κυπριακού από καταβολής, έχουν υπάρξει στο παρελθόν περισσότερες από μία. Νομίζω πως βρισκόμαστε και σήμερα μπροστά σε μια τέτοια περίπτωση. Και το όνειδος είναι αγιάτρευτο!

Ντροπιαστική είναι και για ολόκληρη την ΕΕ η εικόνα της μικρής και αδύναμης Κύπρου, που τελικά αντί για αλληλεγγύη και στήριξη έλαβε ως επίσημη ευρωπαϊκή απάντηση την πρακτική νομιμοποίηση ανοχής στις τουρκικές αυθαιρεσίες σε βάρος της. 

Ορθότατα, ο Αναστασιάδης είχε από μέρες υπογραμμίσει ότι η επιβολή κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας δεν είναι αυτοσκοπός! Πράγματι, οι κυρώσεις δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο! Όταν, όμως, το μέσο κρίνεται ως απολύτως απαραίτητο για να αποδοκιμαστεί με οριστικό και καθαρό τρόπο ότι οι συνεχιζόμενοι ακόμη και σήμερα εκβιασμοί του ισχυρού σε βάρος του αδυνάμου στην ανατολική Μεσόγειο δεν μπορούν να παράγουν αποτελέσματα, και αυτό το μέσο δεν επιλέγεται, τότε ανατρέπονται και οι βασικές αρχές της όλης υπόθεσης. Οι κυρώσεις με την τελευταία απόφαση της συνόδου κορυφής, ουσιαστικά από διαθέσιμο μέσο για την άσκηση πιέσεων στην Τουρκία, μετατρέπονται σε ανεπιθύμητη επιλογή της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Αίσχος! Στην κυριολεξία!

Κάτι τελευταίο ως αναγκαίος επίλογος! Κανένας δεν λέει «όχι» σε διάλογο με την Τουρκία. Εδώ, όμως, το ζήτημα δεν είναι αν θα γίνει διάλογος, αλλά πώς ρυμουλκήθηκαμε στη διεξαγωγή του, ως πρακτικό αποτέλεσμα αλλεπάλληλων τουρκικών εκβιασμών που έχουν προηγηθεί σε βάρος της Ελλάδας, της Κύπρου και ολόκληρης της Ευρώπης. Και έχει διπλή σημασία εδώ ότι επειδή ακριβώς ρυμουληθήκαμε στον διάλογο αυτόν ως αποτέλεσμα τουρκικών εκβιασμών, και η ίδια η ατζέντα του διαλόγου αυτού εκτρέπεται και επεκτείνεται σε πεδία μη συζητήσιμα και αδιαπραγμάτευτα, τουλάχιστον για την Ελλάδα και την Κύπρο.

Αλήθεια, αν στη Βόρειο Θάλασσα κάποια τρίτη χώρα αμφισβητούσε εμπράκτως και με αλλεπάλληλες εκβιαστικές μεθόδους την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, φερ’ ειπείν, της Γερμανίας, η ΕΕ θα απέφευγε τις κυρώσεις σε βάρος αυτής της τρίτης χώρας;