28 Οκτ. 2020

Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου ευκαιρία για μερικές αποσαφηνίσεις

Ελλάδα ειρηνική

δεν μπορεί να σημαίνει

Ελλάδα ηττημένη

Η 28η Οκτωβρίου -ο τύπος και η ουσία του εορτασμού για την Ελλάδα- αφορά στην υπενθύμιση ότι η ειρήνη ως αναπόδραστο μέσο για την επιδίωξη επίλυσης διαφορών μεταξύ κρατών είναι αυτοσκοπός, …αλλά έχει και όρια! Και από την οπτική αυτή η επέτειος (η δεύτερη λεγόμενη «εθνική» επέτειος για τη χώρα μας, μαζί με την 25 Μαρτίου) έχει ευρύτερη σημασία και πέραν του στενού ελληνικού ενδιαφέροντος, αφού στα αλβανικά βουνά ανεκόπη για πρώτη φορά η ως τότε ασταμάτητη προέλαση των δυνάμεων του άξονα κατά της ελευθερίας των ευρωπαϊκών πληθυσμών αλλά και κατά της δυτικής δημοκρατίας. Σίγουρα, αυτή θα μπορούσε να είναι μια βιώσιμη εξήγηση γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη, η οποία έχει δύο «εθνικές» επετείους: Απλουστατα διότι η μία απ’ αυτές δεν είναι «εθνική», αλλά «διεθνική».

Βεβαίως, αυτές είναι οπτικές που μόνο στην Ελλάδα συζητάμε, παρά την ολοφάνερη σημασία της νίκης του ’40 για ολόκληρη την Ευρώπη. Βεβαιο όμως επίσης είναι ότι από πλευράς μας δεν μπορούμε να αποσιωπούμε και τη δεύτερη ευρύτερη πτυχή της ελληνικής νίκης κατά του φασισμού.

Σήμερα, στο πιο επιβαρυμένο από το 1974 (δηλαδή μετά από 46 χρόνια) περιβάλλον αμφισβήτησης και απειλών κατά της ελληνικής κυριαρχίας, η 28 Οκτωβρίου προσφέρεται απολύτως για μερικές διασαφηνίσεις αλλά και για μερικές απομυθοποιήσεις αφηγημάτων για την ελληνική εξωτερική πολιτική στον 21ο αιώνα. Πρόκειται για αφηγήματα και σχέδια για μοντέλα εξωτερικής πολιτικής, τα οποία χτίστηκαν με επιμέλεια από πολιτικές δυνάμεις στη χώρα μας τα τελευταία 26 χρόνια (η αποδόμηση του ως τότε μοντέλου εξωτερικής πολιτικής της χώρας από το 1974 ξεκίνησε οργανωμένα το 2006 με τα Ίμια). Σκοπός αυτών των αφηγημάτων να μετακινηθεί το γεωπολιτικό επίκεντρο επί του οποίου χαράσσεται η πορεία μας στον διεθνή στίβο από τα νοούμενα ως «ελληνικά συμφέροντα» στο ευρύτερο γήπεδο των «ευρωπαϊκών συμφερόντων». Και στην καρδιά αυτών των αφηγημάτων βρίσκεται η θέση ότι η Ελλάδα υπό τον ευρωπαϊκό μανδύα μπορεί να αισθάνεται όσο ασφαλής θα αισθανόταν στο πλαίσιο μιας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Και μαζί, ότι οι εξ αντικειμένου δυσβάστακτες για την οικονομία μας δαπάνες για την άμυνα, προφανώς αναπόφευκτες λόγω της ασίγαστης και εντεινόμενης επιθετικότητας της γειτονικής χώρας, θα είναι αχρείαστες και θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε κοινωνικές επενδύσεις, που στη χώρα μας συστηματικά υποφέρουν.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν απ’ αυτό! 

1. Μπορεί να είναι ο ευρωπαϊκός μανδύας, πολιτικός, οικονομικός και αμυντικός, ικανός να εγγυηθεί την ασφάλεια της Ελλάδας; ΄Η μήπως κινδυνεύουμε να την πάθουμε όπως την πάθαμε με το αφήγημα ότι δήθεν το ΝΑΤΟ εγγυόταν την ασφάλειά μας, που κατέληξε στην κυπριακή τραγωδία;

Φυσικά το ζήτημα αυτό δεν έχει ήδη κριθεί. Θα μπορούσε όμως η Ελλάδα να αναμένει να κριθεί πρώτα αυτό το ζήτημα και μετά να λάβει τις οριστικές αποφάσεις της για την εξωτερική μας πολιτική στον 21ο αιώνα; Και εδώ υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να απαντήσουμε στο ερώτημα! Μήπως ήδη διαμορφώνονται συνθήκες για μια νέα ελληνική ήττα; Το μνημόνιο Σάρατζ-Ερντογάν, η μειωμένη ελληνική ΑΟΖ στην ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία αλλά και την αντίστοιχη ελληνο-ιταλική συμφωνία, οι ανήκουστες διεκδικήσεις κατά των μη επιδεχόμενων αμφισβήτηση δικαιωμάτων της χώρας μας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, στην Κρήτη, τη Ρόδο και την Κάρπαθο, έχει κατορθώσει  ως σήμερα να πετύχει ανάσχεση της επιθετικότητας κατά των ελληνικών δικαιωμάτων;

Τολμώ μια επισήμανση: Τα ζητήματα αυτά (κι αυτός είναι απαράβατος όρος για θεμελιώδη προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων στο γεωπολιτικό πεδίο) δεν μπορεί να αφήνεται πρώτα να διαμορφωθούν οι εξελίξεις και μετά να διαμορφώνεται η ελληνική γραμμή! Γιατί αυτό; Διότι, απλούστατα, αν στα σενάρια των δυνητικών εξελίξεων -όπως συμβαίνει σήμερα- συμπεριλαμβάνονται απώλειες για την Ελλάδα, εδαφικές, κυριαρχικές, ή άλλες ανάλογες, δεν μπορεί να περιμένεις πρώτα να επισυμβεί το κακό για να αντιδράσεις εκ των υστέρων. Τέτοιες τυχόν απώλειες συνιστούν βαρύτατη και οριστική ζημία για τη χώρα τους πολίτες της και τις επόμενες γενιές, και από την αρχή οφείλεις να λαμβάνεις κάθε δυνατό μέσο  για να προλαμβάνεις την επαλήθευσή τους.  

2. Το αφήγημα ότι πρέπει να αλλάξει το μοντέλο εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας της περιόδου 1974-2006 γιατί διχάζει (και εδώ ακούγονται και αδιανόητες απόψεις, π.χ. ότι αυτό ήταν ένα μοντέλο εξωτερικής πολιτικής που επεβαλαν «εθνικιστικές δυνάμεις») έχει επιβεβαωθεί από τις μετέπειτα εξελίξεις; Εγώ, από μεριάς μου, θυμάμαι ότι η αμυντική θωράκιση της Ελλάδας υπήρξε πεδίο πρωτοφανούς ενότητας για τα πολιτικά δεδομένα μας, με την αντιπολίτευση του Ανδρέα Παπανδρέου να καταψηφίζει το σύνολο του κρατικού προϋπολογισμού, με εξαίρεση τις δαπάνες για την άμυνα. Λάθος θυμάμαι;

3. Η μείωση των δαπανών για την άμυνα της χώρας πράγματι επιβεβαιώθηκε με μετακινήσεις πιστώσεων στο κοινωνικό κράτος; Από το 2006 και την ελληνική ήττα στη συμφωνία της Μαδρίτης, εγώ είδα αύξηση των πιστώσεων που διατέθηκαν σε ιδιώτες για επενδύσεις (κυρίως εξαγορές κρατικών επιχειρήσεων, από τις οποίες ούτε μία σήμερα δεν έχει διασωθεί και όσοι κλάδοι της οικονομίας αποκρατικοποιήθηκαν σήμερα φυτοζωούν, σε μια περίοδο, τη σημερινή, που το σύνολο της παγκόσμιας διανόησης στην οικονομική επιστήμη κάνει αυτοκριτική για την αντικρατικίστικη μανία της περασμένης 30ετίας). Μαζί, είδα επιθέσεις κατά του κοινωνικού κράτους, με αποτέλεσμα την κακή σημερινή εικόνα του (και όχι και κυρίως λόγω της πανδημίας). Παράλληλα, είδα απερίσκεπτη απογείωση του εξωτερικού δανεισμού, που στην αρχή -αν και με χρέωση του δημοσίου- σχεδόν στο σύνολό του κατευθύνθηκε σε ιδιώτες και μετά το φαγοπότι έμειναν τα πτωχευμένα σκέλεθρα ιδιωτικών επιχειρήσεων να πρέπει να τα ξοφλήσουμε οι Έλληνες όλοι μαζί …αφού επρόκειτο για εξωτερικό και δημόσιο χρέος.

Το αφήγημα ότι ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός μας υπήρξε αποτέλεσμα δημόσιας σπατάλης και μόνο, είναι ένα από τα μεγαλύτερα ψευδολογήματα της μεταπολεμικής Ελλάδας και παρ’ ό,τι σήμερα εδώ σ’ ένα κείμενο για την 28η Οκτωβρίου μοιάζει ασχετο να αναφέρεται, οφείλουμε να κατανοήσουμε πόσο αναληθής εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε η θέση ότι μειώνοντας τις δαπάνες για την άμυνα της χώρας εξασφαλίζονται δήθεν πόροι για το κοινωνικό κράτος. Πόροι αυτής της προέλευσης πράγματι μπορούν να εξασφαλιστούν, μόνον όταν η ασφάλεια της χώρας είναι σταθερή και εγγυημένη και η επιθετικότητα της γειτονικής χώρας έχει πειστικά ανασχεθεί!

4. Ακολουθεί το μύθευμα (ένα από τα βασικά του ελληνικού αναθεωρητισμού για αλλαγή του μοντέλου εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας της περιόδου 1974-2006) ότι δήθεν «όσο ο χρόνος περνάει η Ελλάδα έχει να χάσει»! Μύθευμα ακραίας αναλήθειας! Πριν απ’ όλα γιατί όσο η Ελλάδα δεν καταγράφει απώλειες εδαφικές και κυριαρχικές ο χρόνος δεν μπορεί να λειτουργεί σε βάρος μας. Δεύτερον, διότι αυτό το μύθευμα εν τοις πράγμασι αποτελεί πολιτική υπόδειξη για την ελληνική εξωτερική πολιτική του 21ου αιώνα, προωθώντας την αντίληψη ότι η χώρα μας πρέπει να συναινέσει εξ ιδίων σε παραχωρήσεις μη επιδεχόμενων αναμφισβήτητη κυριαρχικών δικαιωμάτων της, ως δήθεν του τρόπου που θα κάνει ασφαλέστερη την ελληνική παρουσία στην περιοχή μας. Διερωτώμαι ειλικρινά: Υπάρχει έστω και ένας εξ εκείνων που υποστηρίζουν τέτοιες απόψεις, που πραγματικά να πιστεύει ότι έτσι θα ανασχεθεί η τουρκική επιθετικότητα και δεν θα ανατροφοδοτηθεί, όπως αντιθέτως εικάζω εγώ;   

Αλλά και στα επί μέρους σημεία του αυτό είναι ένα μύθευμα χωρίς ιστορικό αντίκρισμα! Για παράδειγμα, μετά την κυπριακή τραγωδία όλα στα κατεχόμενα φαινόταν έχουν οριστικά χαθεί από την προδοσία των δικτατόρων. Μόνον ο χρόνος που έκτοτε έχει περάσει, καθώς και η σταθερή ελληνική στάση ότι με στρατιωτική εισβολή, εποικισιμό και κατοχή δεν μπορούν να παράγονται εξελίξεις, έχει σήμερα επανέλθει το κυπριακό στη διεθνή ατζέντα, ως διεθνές πρόβλημα στρατιωτικής εισβολής και παράνομης κατοχής. Είναι όνειδος μετά από 46 χρόνια αποτελεσματικής ελληνικής διπλωματικής προσπάθειας να εμπεδωθεί στη διεθνή κοινότητα το κυπριακό, ως πρόβλημα με τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε σ’ αυτή τη βάση να άρχονται οι προσπάθειες επίλυσής του, να ακούγονται απόψεις ότι λύση δήθεν θα ήταν προτεκτορατοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας (αλά σχέδιο Ανάν, δηλαδή) και αυτό θα μπορούσε να λογίζεται ως «λύση», για «να μη μας πάρει ο χρόνος».

Κλείνω με μια οφειλόμενη αναφορά στους φορείς αυτών των αφηγημάτων και των μυθευμάτων: Ως εφαρμοσμένη εξωτερική πολιτική για την Ελλάδα, αυτά τα αφηγήματα επέδρασαν, εφαρμόστηκαν και δυστυχώς είχαν αρνητικά μαποτελέσματα, σε δύο διακυβερνήσεις: την περίοδο του Κώστα Σημίτη, με τα Ίμια και τη Μαδρίτη, και σήμερα την περίοδο του Κυριάκου Μητσοτάκη, με υπουργούς του να χαρακτηρίζουν ως «εθνικισμό» το ρητώς προβλεπόμενο ως απαράγραπτο και αποκλειστικό δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα ως τα 12 μίλια. Ας πούμε κάτι πρόσθετο εδώ: Ο όρος «αποκλειστικό δικαίωμα» μιας χώρας, σημαίνει ότι ακόμη κι αν η χώρα που το φέρει επιλέγει να μην το ασκήσει ποτέ, αυτό το δικαίωμα δεν μπορεί να ασκηθεί από κάποια άλλη χώρα! Τόσο «εθνικιστικό» είναι να μην επιτρέπει την παραμικρή παραχώρηση ούτε μίας σπιθαμής ελληνικής επικράτειας η εκάστοτε ελληνική πολιτική ηγεσία έναντι οποιασδήποτε αφισβήτησης και προς οποιαδήποτε πλευρά!

Υπάρχουν και άλλα  αφηγήματα και μυθεύματα σχετικά με τη διεθνή θεση και τον ρόλο της Ελλάδας στον 21ο αιώνα. Ίσως είναι καλύτερο αυτά να περιμένουμε να τα συζητήσουμε με την επέτειο της 25ης Μαρτίου το 2021!...