12 Νοε. 2020

Το δεύτερο πανδημικό κύμα και η οικονομία

Καπιταλισμός: Τέλος εποχής

για ό,τι ξέραμε

Το λεγόμενο «δεύτερο κύμα» της πανδημίας πλήττει πλέον με συντριπτικά επεκτατικά αποτελέσματα ολόκληρη την ανθρωπότητα! Η εξέλιξη του δράματος διαφοροποιείται από την πρώτη περίοδο της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης κατά το στοιχείο ότι η εξάπλωση του κακού εκτυλίσσεται με μεγάλες κλιμακώσεις περίπου παγκόσμιας αναλογίας, ενώ αρχικά καταγράφονταν σοβαρές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα. Και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ενώ αρχικά φαινόταν πολλά από την εξάπλωση της πανδημίας να εξαρτώνται από τον διαφορετικό τρόπο αντίδρασης σε κάθε χώρα, σήμερα αποδεικνύεται ότι ο κορονοϊός διαθέτει τη δυναμική υπέρβασης των επί μέρους πολιτικών χειρισμού του προβλήματος και εξαπλώνεται κατά βάση με παρόμοιους ρυθμούς σ’ ολόκληρη την υφήλιο.

Όμως, εκείνο που πραγματικά θα μείνει ανεξίτηλο και για πολύ χρόνο στη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας και ανεξάρτητα από την εξέλιξη της μεγάλης υγειονομικής περιπέτειας, είναι ότι τίποτα στην παγκόσμια οικονομία δεν θα είναι από ‘δω και πέρα ίδιο με ό,τι γνωρίζουμε από την εποχή που τελείωσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και εντεύθεν.  Γιατί οι επιπτώσεις του λεγόμενου «δεύτερου κύματος» στην οικονομία, μόλις τώρα αρχίζουν να γίνονται αντιληπτές και να εκδηλώνονται σε πρακτικά αποτελέσματα.  

Αν αναλογιστεί κανένας τα διεθνή οικονομικά μοντέλα που έτυχαν συγκεκριμένης και πρακτικής γενικευμένης εφαρμογής τις περασμένες δεκαετίες, δεν θα βρει παρά δύο απ’ αυτά: το κρατικό μοντέλο του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, και το κεϋνσιανό μεταπολεμικό καπιταλιστικό μοντέλο της προσφοράς και της ζήτησης.

-Το πρώτο μοντέλο κατέρρευσε ήδη από τη δεκαετία του 1990, κάτω από την αδυναμία του να υπηρετήσει πειστικά το αιτούμενο για ανάπτυξη με ανθρώπινο πρόσωπο και δημοκρατική νομιμοποίηση, ώστε το κοινωνικό κράτος και η κοινωνική δικαιοσύνη να είναι εγγυημένα στοιχεία οργάνωσης των κρατικών συστημάτων όπου γης.

-Το δεύτερο μοντέλο, με τις αλλεπάλληλες κυκλικές κρίσεις και με δραματικές αναδιανομές του πλούτου σε βάρος των ασθενέστερων επί δεκαετίες, διασωληνώθηκε και επιβίωσε ως σήμερα (από το 1990 και μετά στηριζόμενο κυρίως στα αποθέματα που κληρονόμησε από τον καταρρεύσαντα «υπαρκτό σοσιαλισμό»), για να βρεθεί μπροστά στην απογυμνωτική αποκάλυψη των σαθρών όριων του, όπως αποκάλυψε η πανδημία.

Θα είναι αυτό το τέλος του καπιταλισμού; Αναμφίβολα όχι! Άλλωστε σε θεωρητικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο επίπεδο δεν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα εναλλακτικά μοντέλα οικονομικής οργάνωσης των κοινωνιών του 21ου αιώνα, από τον κεϋνσιανισμό και τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Οι θεμελιακές αρχές και των δύο παραμένουν ζητούμενα: στον μεν καπιταλισμό με την αξίωση να καταφέρει να αποφεύγει τις συνεχείς κυκλικές κρίσεις που παράγει (και που συνήθως τις ξεπερνάει με αναδιανομές του πλούτου σε βάρος των ασθενέστερων κλονίζοντας την κοινωνική συνοχή), στον δε επιστημονικό σοσιαλισμό με την απομυθοποίηση της αφελούς πεποίθησης ότι η επέλευση μιας κοινωνικά δικαιότερης οργάνωσης των οικονομιών είναι νομοτέλεια και μόνος ρόλος της πολιτικής αριστεράς κάθε λογής είναι ο ρόλος  επιταχυντή του αναπόφευκτου.

Νομίζω, όμως, πως αυτό είναι το οριστικό τέλος του νεοφιλελευθερισμού! Φυσικά οι υποστηρικτές του δεν θα εξαφανιστούν ως διά μαγείας και θα χρειαστεί χρόνος γι’ αυτό. …αλλά η ομόθυμη αναγνώριση του αυξημένου ρόλου και λόγου του δημόσιου τομέα στην εξυγίανση των οικονομιών με αφορμή την ανάγκη νέου ξεκινήματος μετά τον έλεγχο της πανδημίας και όποτε αυτός ο έλεγχος έλθει (αναγνώριση που έρχεται ακόμη και από μεριάς μέχρι πρότινος φανατικών υποστηρικτών του νεοφιλελεθερισμού), είναι το μήνυμα που πρέπει να κρατήσουμε. 

Έχω την εντύπωση πως η οικονομική πραγματικότητα που ακολουθεί, για να είναι οι οικονομίες, παραγωγικές και αναπτυξιακά βιώσιμες κατά τη μετα-πανδημική περίοδο, οφείλει να εγκαταλείψει τις ως σήμερα κακές συνήθειες του καπιταλισμού σε δύο κυρίως επίπεδα:

-Τη δημοκρατική απονομιμοποίηση στις διαδικασίες λήψης των οικονομικών αποφάσεων (από τη δεκαετία του 2.000 και εντεύθεν ο καπιταλισμός δείχνει να πάσχει ως προς τη δημοκρατική νομιμοποίηση των επιλογών του, τόσο όσο έπασχε ο λεγόμενος «υπαρκτός σοσιαλισμός» κατά την κατάρρευσή του), και   

-Tην οργάνωση των νομισματικών λειτουργιών του (με την ανεξέλεγκτη εισβολή ιδιωτών στα τραπεζικά συστήματα, χωρίς στοιχειώδεις εγγυητικές διασφαλίσεις του δημόσιου χαρακτήρα της χρηματο-οικονομικής «πίστης»).

Εικάζω ότι η επίλυση των δομικών αιτιολογικών παραγόντων της σημερινής κρίσης, τους οποίους επιδεινώνει η πανδημία, θα έρθει με απελευθερωτικό και σχεδόν αυτόματο τρόπο, ρυθμίζοντας το σήμερα αντιλαμβανόμενο ως άνευ επιδεχόμενο λύση πρόβλημα συσσώρευσης δυσθεώρητου χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού. Ήδη, η σημερινή εξέλιξη δανεισμού με αρνητικά επιτόκια, ακόμη και από χώρες με πρόδηλη αναξιοπιστία (όπως, για παράδειγμα, η Ελλάδα με δημόσιο χρέος πάνω από το 200% του ΑΕΠ) συνιστά μια έμπρακτη και εμβληματική μετακίνηση σε νέους κανόνες, τους οποίους και τα τραπεζικά συστήματα δεν μπορούν  να παραβλέψουν, όσον αφορά τις μελλοντικές επιλογές τους, τόσο σε επίπεδο δυνάμει πελατολογίου τους όσο και δανειακών επιτοκίων.

Την ίδια ώρα, με τις κεντρικές τράπεζες να διατηρούν και να επεκτείνουν τα ήδη εκτεταμένα προγράμματα αυξημένης ρευστότητας (που κάνουν τον μέχρι πρότινος πανίσχυρο και σε πλήρη εφαρμογή δομικό «σοϊμπλισμό» στους δημοσιονομικούς περιορισμούς να μοιάζει τόσο ξεπερασμένος και αντιπαραγωγικός), ουσιαστικά κόβεται αφειδώς πληθωριστικό χρήμα, ως κύριο μέσο αναπτυξιακής ανάταξης των δυτικών οικονομιών, με την παραδοσιακή κεϋνσιανική μέθοδο αύξησης της ζήτησης και τόνωσης του πληθωρισμού.

Παράλληλα, πληροφορίες που έρχονται δειλά στην επιφάνεια, αναφέρουν ότι στην ΕΕ ήδη εξετάζεται το ενδεχόμενο αναθεώρησης του πολύ πρόσφατου σχεδίου διάσωσης που έχει εγκρίνει η ΕΕ, για να εμπλουτιστεί με γενναιότερες επιδοτήσεις, ώστε να γίνει αποτελεσματικότερη η στήριξη της ευρωπαϊκής οικονομίας, στην προσπάθεια αντιμετώπισης των συνεπειών της πανδημίας. Αν το πολυδιαφημισμένο σχέδιο διάσωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, που ενέκρινε μόλις το περασμένο καλοκαίρι η ΕΕ, φαίνεται τόσο σύντομα ξεπερασμένο ώστε ήδη να κουβεντιάζεται η αναθεώρησή του, τότε είτε η πανδημία και οι συνέπειές της στην οικονομία είναι δραματικά χειρότερες από τις ως τώρα προβλεπόμενες, είτε η ως σήμερα σθεναρή πολιτική αντίσταση στις χαλαρές οικονομικές πολιτικές ενός νεο-κεϋνσιανικού μοντέλου έχει υποχωρήσει ουσιαστικά, είτε απλά συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δύο προηγούμενα, σε μια αδιανόητη μέχρι πριν λίγο επιτάχυνση των εξελίξεων στη διεθνή οικονομία.

Ταυτόχρονα, τα καλά νέα από την ήττα Τραμπ στις ΗΠΑ και τη διαφαινόμενη εγκατάλειψη του συντηρητικού αμερικανικού νεο-προστατευτισμού στο παγκόσμιο εμπόριο, εκ των πραγμάτων επιταχύνουν τις εξελίξεις.  

Όπως και να ‘ναι, ακόμη και μέχρι πρότινος σταθεροί υποστηρικτές της πολιτικής των δημοσιονομικών περιορισμών (ως δήθεν μέσου υπέρβασης της κρίσης του 2008, που σήμερα αποδεικνύεται παντελώς αποτυχημένο) ρέπουν πλέον ανοιχτά σε κοινωνικά δικαιότερες και πολύ πιο δημοκρατικά νομιμοποιημένες απόψεις οικονομικής πολιτικής. Με τελευταίο παράδειγμα τον Γερμανό σοσιαλδημοκράτη υπουργό Οικονομικών, Όλαφ Σολτς, αυριανό υποψήφιο καγκελάριο του SPD (το κόμμα που υποστήριξε μετά μανίας όλα αυτά τα χρόνια την περιοριστική οικονομική πολιτική του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε). Μόλις πριν λίγες μέρες ο κ. Σολτς διακήρυξε επίσημα τη θέση για σημαντική αύξηση στη φορολόγηση των πλουσιότερων, για την εξασφάλιση πόρων χρηματοδότησης της προσπάθειας ανάνηψης της οικονομίας.  

Όχι, δεν ήρθε η συντέλεια για την οικονομική πολιτική της ΕΕ της τελευταίας 25ετίας. Λογική εξέλιξη επιβιωτικής μετακίνησης σ’ ένα μικτό μοντέλο κρατικής οργάνωσης των οικονομιών είναι! Και όσοι κινηθούν ταχύτερα προς αυτό το νέο μοντέλο, τόσο από καλύτερους όρους θα δώσουν τη μάχη ανάνηψης των οικονομιών τους, αφού και όταν θα έχει τεθεί η πανδημία υπό έλεγχο.