21 Νοε. 2020

Μια σοβαρή κρίση συνοχής για την ΕΕ

Η δημοκρατία

δεν είναι αναπτυξιακή παράμετρος

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται τις τελευταίες μέρες η κρίση που ξέσπασε με το βέτο που έθεσε η Ουγγαρία (και με τη συνδρομή της Πολωνίας) για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Μια κρίση, που θα μπορούσε να μετεξελιχτεί σε σοβαρή περιπέτεια για την συνοχή της ΕΕ και με παράπλευρη βαρύτατη συνέπεια την καθυστέρηση υλοποίησης του σχεδίου ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, στο οποίο μετά από πολύ κόπο κατέληξαν το περασμένο καλοκαίρι οι ευρωπαίοι ηγέτες στην προσπάθεια ανάνηψης από τα μεγάλα πλήγματα που επέφερε η πανδημία στην ευρωζώνη.    

Η παρούσα κρίση αποτελεί ολοφάνερο σύμπτωμα μιας προϊούσας αποδιάρθρωσης των κεντρικών συνεκτικών στοιχείων του ευρωπαϊκού ενοποιητικού οράματος, με τη βαθμιαία την τελευταία 20ετία απομάκρυνση από τις ιδρυτικές αρχές της αλληλεγγύης και της επιδίωξης σύγκλισης των οικονομιών, σε συνδυασμό με την αποστασιοποίηση από τη διαδικασία ώσμωσης διαφορετικών μεταξύ τους πολιτισμικών συστημάτων αλλά και ιστορικών παραδόσεων των προς ενοποίηση χωρών και εθνοτήτων. Η εγκατάλειψη αυτών των στοιχείων και η συν τω χρόνω μετάπτωση από υπερεθνική ένωση εθελοντικής προσχώρησης σε μια σύμπραξη επί μέρους κρατικών εξουσιών, με ηγεμονεύουσες  αναφορές στο γερμανικό μεταψυχροπολεμικό πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό μοντέλο, μετέτρεψε την ΕΕ από το οραματικό προσδόκιμο των γενεών που ορκίζονταν στο όνομά της, σε πολιτικό διαχειριστή της μετάβασης στη σημερινή -μεταλλαγμένη, θά ‘λεγε κανένας- σκληρή γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Με παράλληλες αυτοαναφορικές και αυτοπροσδιοριστικές συνομολογήσεις σε νέα πρότυπα ευρωπαϊκής ηγεσίας και ταυτοτικής αναπροσαρμογής, με πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ίσως απ’ όλα το παράδειγμα του χαρτοφυλακίου για τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», που έχει ανατεθεί εις χείρας του Έλληνα αντιπροέδρου της Κομισιόν, Μαργαρίτη Σχοινά.

Αν προσέξει κανένας τη γκάμα αντιδράσεων στην πρωτοβουλία της σημερινής Κομισιόν για το χαρτοφυλάκιο αυτού του περιεχομένου και αναγόρευσή του μάλιστα σε πυρήνα κατανόησής του ως θεματοφύλακα της επιδιωκόμενης ως κοινής «ευρωπαϊκής ταυτότητας», θα καταγράψει το βάθος και την πολυπλοκότητα των διαφορετικών τρόπων πρόσληψης του όρου μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών και των πολιτικών αντιπροσωπεύσεών τους. Κι αυτό, σε μια απτή αποδεικτική απεικόνιση των αιτίων που κάνουν την ΕΕ να χάνει μεγάλο μέρος της ελκτικής γοητείας που ασκούσε στους πληθυσμούς  ως τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και της μετάλλαξής της πλέον σήμερα σ’ έναν «μηχανισμό υποχρεωτικοτήτων» για τις χώρες-μέλη, ελάχιστης δημοκρατικής νομιμοποίησης, που μάλλον βαραίνουν τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες εκάστη στις σχέσεις με τους πολίτες που εκπροσωπεί,  παρά συμβάλλουν στη διαδικασία δημοκρατικής ωρίμανσης και κοινωνικής συνοχής σε περιβάλλον ευημερίας.

Η οικονομική κρίση του 2010 και η συνέχειά της με θρυαλλίδα τον κορονοϊό, παράλληλα, έχει συμβάλλει στην αποσιώπηση των πολιτικών αποδομητικών παραγόντων του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού, όπως οι παράγοντες αυτοί σκιαγραφήθηκαν εν συντομία ως εδώ, κάνοντας την κρίση εμπιστοσύνης που περνάει η ΕΕ σήμερα, να φαίνεται πως οφείλεται κατά κύριο λόγο ή και απολύτως σε οικονομικούς λόγους, ενώ δεν είναι. Η ίδια η απόπειρα αντιπαράθεσης των εκφραστών της σημερινής νοοτροπίας που κυριαρχεί στην ΕΕ απέναντι σ’ όσους αντιδρούν στην εν εξελίξει απομείωση των όρων θεσμικής δημοκρατικής συγκρότησης της Ένωσης, με τον γενικό καταγγελτικό όρο-χαρακτηρισμό τους ως «λαϊκιστές» με πεδίο αναφοράς τη χειμαζόμενη ευρωπαϊκή οικονομία, αποτελεί απόδειξη της αδυναμίας των γραφειοκρατών των Βρυξελλών τόσο να ερμηνεύσουν τα βαθύτερα αίτια της κρίσης εμπιστοσύνης προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όσο και να αναζητήσουν τις δέουσες λύσεις έναντι του φαινομένου. Παρά ταύτα, πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων αποκαλύπτουν ότι το πρόβλημα είναι κατά βάση υπόθεση δημοκρατικού ελλείμματος στη συγκρότηση της ΕΕ. Και ίσως τα αίτια σημερινής μετάλλαξης της Ένωσης από υπερεθνικός μηχανισμός «δημοκρατικού αυτοσκοπού» σε αντίστιξη με το αμερικανικής κοπής παγκόσμιο μοντέλο «οικονομικού  αυτοσκοπού», σε φορέα χρηματο-οικονομικών και όχι πολιτικών προτεραιοτήτων, συνεπεία της αποτυχίας κατάρτισης ευρωπαϊκού συντάγματος στο πλαίσιο της παλιότερης προσπάθειας ντ’ Εστέν, να είναι επαρκή ως εξήγηση του παρόντος αδιεξόδου.

Φυσικά, επιβαρυντικά, λειτούργησαν και οι χειρισμοί κατά τη διάρκεια της κρίσης που ξέσπασε στην ΕΕ το 2010 (οι οποίοι ως συνέπεια αυτής της αποτυχίας κατάρτισης ευρωπαϊκού συντάγματος και απόδοσης της πρωτοκαθεδρίας για την προαγωγή του ενοποιητικού σκοπού στην οικονομία και το ευρώ, αντί της θεσμικής  συγκρότησης του μοντέλου ευρωπαϊκής δημοκρατίας), με συμπεριφορές ευρωπαίων αξιωματούχων μειωτικές και διαλυτικού αποτελέσματος για την ευρύτερη ευρωπαϊκή συνοχή προς χώρες-μέλη και ολόκληρους πληθυσμούς. Είναι όνειδος, ακόμη και σήμερα, τελούντες εν γνώσει και επιγνώσει του δημοκρατικού (αλλά τελικά και οικονομικού) σφάλματος των μνημονίων, ένας …πρώην αμερικανός πρόεδρος  να αποφασίζει να πει την αλήθεια για τη διασωστική μέθοδο 2010-1019 και την ίδια στιγμή στις Βρυξέλλες να δυσκολεύονται τόσο πολύ να το συνομολογήσουν. Κι ακόμη, τα στελέχη που πρωτοστάτησαν στην αποδεικνυόμενη σήμερα ως εσφαλμένη διασωστική μέθοδο 2010-2019 (π.χ. Κλάους Ρέγκλινγκ, Κριστίν Λαγκάρντ, Γενς Βάιντμαν, Γιάννης Στουρνάρας, και πολλοί άλλοι…) να καλούνται να υλοποιήσουν μια τελείως διαφορετικού προσανατολισμού διασωστική μέθοδο της ευρωπαϊκής οικονομίας επί πανδημίας, όπως αυτή εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι με έμμεσο κόψιμο πληθωριστικού ευρώ. Ένα από τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά του νεποτικού πολιτικού φαινόμενου στις ελίτ, είναι να αλλάζουν εξ ανάγκης οι πολιτικές αλλά τα πρόσωπα να παραμένουν τα ίδια. 

Σήμερα, λοιπόν, με το ουγγαρέζικο βέτο, η ΕΕ εισέρχεται σε πρωτόγνωρη περιδίνηση. Και είναι αυτή περιδίνηση δημοκρατικού προβληματισμού, παρ’ όλο που η επικίνδυνη αρνησικυρία του Όρμπαν κινδυνεύει παράλληλα να επιφέρει νέο σημαντικό πλήγμα στη δοκιμαζόμενη από τον κορονοϊό ευρωπαϊκή οικονομία, λόγω των καθυστερήσεων υλοποίησης του ευρωπαϊκού σχεδίου οικονομικής ανάνηψης του περασμένου καλοκαιριού.

Διαφεύγει ίσως της προσοχής ως δευτερεύον ότι η Ουγγαρία με «εθνικό» νόμισμα το φιορίνι, και όχι με ευρώ, και με αποδεδειγμένα λαϊκίστικη ηγεσία (αποδεικνυόμενο αυτό από τη στάση της χώρας στο προσφυγικό και την άρνηση να αποδεχτεί το μέρισμα φιλοξενίας προσφύγων που της αναλογεί, και όχι από κίνητρα οικονομικά) και όχι ως «λαϊκισμός» (όπως αποδόθηκε χύδην ο χαρακτηρισμός σε όσους αντιστάθηκαν στη λογική και το κοινοτικό ήθος των μνημονιακών «διασώσεων»), ενώ καταπατά δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών της, επιστρατεύει προς τεκμηρίωση αιτιολόγησης του ορμπανικού βέτο το «δημοκρατικό» της δικαίωμα να καταπατά πολιτικές ελευθερίες, υπό την εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση που φέρει ο πρωθυπουργός της!

Η αντίφαση είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική της αναποτελεσματικότητας που διέπει τους σημερινούς ευρωπαϊκούς κανόνες, με τις δύο αντίπαλες ευρωπαϊκές εξουσίες (εκείνη των Βρυξελλών, από τη μία μεριά, και την ουγγρική, από την άλλη) αμφότερες να διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους ότι μοχθούν για την προάσπιση των αρχών της δημοκρατίας.

Δεν ξέρω αν ο Όρμπαν διαθέτει χιούμορ (δεν το θεωρώ προσιδιάζον χαρακτηριστικό των πολιτικών λαϊκιστών), αλλά αναμφίβολα η σημερινή κατάσταση στην ΕΕ με το ουγγρικό βέτο φέρει στοιχεία τραγικής κωμωδίας. Εξ ίσου κωμικοτραγικό είναι ένας λαϊκιστής και με στοιχεία αντιδημοκρατικής διακυβέρνησης στο ιστορικό του ευρωπαίος ηγέτης να παίζει με ασύγγνωστη ελαφρότητα με τον απολύτως επείγοντα χαρακτήρα της ανάγκης ενεργοποίησης του σχεδίου ανάνηψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, και να αντιδρά στους μύδρους των Βρυξελλών για την ανευθυνότητά του, «αλά Μέρκελ». Δηλαδή σ’ όσους  αγωνιούν να αντιτείνει την αφ’ υψηλού «λύση»: "Οι συνομιλίες θα πρέπει να συνεχισθούν και στο τέλος θα φθάσουμε σε μια συμφωνία, έτσι συμβαίνει συνήθως"!!!

Οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών μπορεί τώρα να οργίζονται με τα καμώματα Όρμπαν, αλλά ίδια ήταν η συμπεριφορά τους όταν πίεζαν την Ελλάδα μέχρις ασφυξίας ώστε να υποχρεωθεί να υπογράψει το αντιπαραγωγικό μνημόνιο το 2010 για να αποφύγει τη χρεοκοπία. Το επανέλαβαν με την Ελλάδα και το 2015, με ανάλογες ασφυκτικές πιέσεις μετά την αναγγελία ότι η χώρα θα διενεργήσει δημοψήφισμα, για να υποχρεωθεί η τότε κυβέρνηση να προσφύγει σε capital controls. Το συντήρησαν όλη την περίοδο της αρχικής έκρηξης του προσφυγικού, αρνούμενοι να αναλάβουν κάθε χώρα μέρος του βάρους της κρίσης που ξέσπασε με τον πόλεμο στη Συρία, αφήνοντας την Ελλάδα μόνη και πολιτικά ευπρόσβλητη στους λαϊκισμούς της ακροδεξιάς και των χρυσαυγητών. Ακόμη και σήμερα στις αφόρητες εκβιαστικές πιέσεις της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου οι ίδιοι γραφειοκράτες μας συνιστούν «να κάνουμε υπομονή», αντί να επιβάλλουν κυρώσεις, υποβαθμίζοντας κατάφωρα τη σημασία του γεγονότος ότι το ζήτημα είναι κυριαρχικά υπαρξιακό για τους Έλληνες.

Και δεν είναι μόνο η Ελλάδα θύμα αυτών των ανοίκειων πρακτικών. Συνολικά οι μεσογειακοί πληθυσμοί συκοφαντήθηκαν από κορυφαίους ευρωπαίους αξιωματούχους ως τεμπέληδες και περίπου άρπαγες του ιδρώτα των πλούσιων βορειοευρωπαίων.

Και την ίδια ώρα, οι κυρώσεις κατά του Λουκασένκο αλλά και της Ρωσίας για την υπόθεση Ναβάλνι (δραματικά μικρότερης σημασίας και  βάρους υποθέσεις σε σύγκριση με την ανοιχτή αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων χωρών-μελών από τρίτη χώρα-μη μέλος), εγκρίνονται με συνοπτικές διαδικασίες.

Η εντύπωση ότι στην ΕΕ υπάρχουν κάποιες χώρες-μέλη  που είναι «λίγο πιο ίσες» από τις υπόλοιπες, χτίστηκε και συνέβαλε καταλυτικά στην αποδόμηση πειστικότητας του ευρωπαϊκού  ενοποιητικού οραματισμού όλ’ αυτά τα χρόνια με τέτοιες ανοίκειες πρακτικές, τις οποίες σήμερα υιοθετεί ο ορμπανισμός. Η ευρωπαϊκή ελίτ αντί να επιδείξει ανεκτικότητα και ενσωματωτική πολιτική ευπροσηγορία στις ιδιαιτερότητες των συστατικών μερών του μεγάλου εγχειρήματος, τηρεί ακαμψία προς τήρηση μεθόδων που η ίδια επέλεξε ως δήθεν αντιπροσωπευτικές των διαθέσεων των ευρωπαίων πολιτών, ενώ είναι γνωστό ότι η δυσαρέσκεια για την ΕΕ εντείνεται και η αδιαφορία για τις κοινές ευρωπαϊκές υποθέσεις διευρύνεται ανάμεσα στους πολίτες της ηπείρου. .

Ποιός λησμονεί αναφορές της ίδιας ελίτ ότι «η Ελλάδα μπήκε χαριστικά στην ευρωζώνη» (και το πληρώσαμε πανάκριβα αυτό με υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος σε πανάκριβη ισοτιμία), ενώ την ίδια στιγμή προφανέστατα ανέτοιμες χώρες, θεσμικά, οικονομικά και πολιτικά, εντάσσονταν με κριτήρια της πλάκας στην ΕΕ, για να κάνουν οι γραφειοκράτες της νέας εποχής της Ένωσης το ανόητο και επικίνδυνο -όπως αποδεικνύεται σήμερα- «πάρτι διευρύνσεων» και μόνο και μόνο για να χτιστούν οι εντυπώσεις ότι η «γερμανική Ευρώπη» δήθεν μεγαλουργεί (ακόμη κι αν το Βερολίνο μαζί με την Ουάσιγκτον υπήρξαν  οι επισπεύδουσες δυνάμεις του τελευταίου πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος); Μήπως η Ουγγαρία, που σήμερα για λογαριασμό της θέτει το βέτο ο Όρμπαν, δεν είναι μία από τις χώρες που άρον-άρον και με αστείες διαδικασίες ελέγχου των αναγκαίων προϋποθέσεων εντάχθηκαν στην ΕΕ, για να προληφθεί η υποψία επηρεασμού της (καθώς και των άλλων χωρών του πρώην ανατολικού συνασπισμού) από τη ρωσική επιρροή; Και μήπως και οι εντάξεις των βαλτικών δημοκρατιών «στο πόδι» (με κύριο σκοπό την ενδυνάμωση του φιλογερμανικού «λόμπι», ως δήθεν επείγουσας ευρωπαϊκής ανάγκης), δεν ενίσχυσαν την εντύπωση μιας διεύρυνσης από σκοπιμότητες και όχι από πειστικά κίνητρα ενίσχυσης του ενοποιητικού σκοπού προς όφελος όλων, δεν ήταν ένα μέρος του παζλ αιτίων της σημερινής ενωσιακής περιδίνησης, με έσχατο περιστατικό την απόπειρα επανασυγγραφής της ευρωπαϊκής ιστορίας, με την ΕΣΣΔ εμφανιζόμενη ως δήθεν συμπληρωματικό στοιχείο του ναζισμού;

Ίσως το κακό ξεκίνησε με την ανεπίτρεπτα μονομερή προς όφελος της Γερμανίας ενθυλάκωση των αποθεμάτων του εκτός ΕΣΣΔ ανατολικού στρατοπέδου μετά την  κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», μολονότι όλη η δύση και φυσικά και οι ευρωπαϊκές χώρες του δυτικού συνασπισμού σήκωσαν αδιαμαρτύρητα το βάρος της γερμανικής αμυντικής θωράκισης έναντι της απειλής του Συμφώνου της Βαρσοβίας στο ιστορικό μεταπολεμικό διακύβευμα ελέγχου του Βερολίνου. Αναμφίβολα, η κληρονόμηση από τη Γερμανία κατά συντριπτικό μέρος του καθόλου ευκαταφρόνητου ανατολικογερμανικού πλούτου και της προνομιακής επιρροής στα Βαλκάνια και τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που τροποποίησαν αισθητά τις εσωτερικές ισορροπίες στην ΕΕ τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, είχαν σαν αποτέλεσμα  την αποδυνάμωση της  Γαλλίας και της Βρετανίας, αλλά και τη μεταφορά του γεωπολιτικού κέντρου βάρους της δυτικής Ευρώπης από τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη βόρειο Αφρική, σ’ ένα όψιμο νεοψυχροπολεμικό σκηνικό, με πρώτο λόγο στη Γερμανία. Σ’ αυτό το σκηνικό δεν φαίνεται τόσο άφρων η σκέψη ότι μεγάλη ισχύς συγκεντρωμένη στα χέρια των Γερμανών ποτέ δεν απέβη προς όφελος της Ευρώπης, ως ενιαίας οντότητας.      

Ολ’ αυτά, μοιάζει να συνέχονται αιτιολογικά με τη σημερινή αποδυνάμωση των πραγματικών ενοποιητικών ευρωπαϊκών στοιχειών, με σοβαρό κόστος ήδη την απώλεια του Ηνωμένου Βασιλείου. Μπορεί ως πρόσχημα για τις τάσεις ρευστοποίησης της ΕΕ να επιστρατεύεται το ευρώ και η οικονομία, το προσφυγικό ή ο,τιδήποτε άλλο, στο αιτιολογικό υπογάστριο της εντεινόμενης κρίσης συνοχής της ΕΕ διαγιγνώσκονται γεωπολιτικές δυνάμεις, που άλλωστε παλαιόθεν αποτελούν την θεμελιώδη κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

Γιατί τα γνήσια συνεκτικά στοιχεία της ευρωπαϊκής διαδικασίας ενοποίησης ασφαλώς δεν είναι η επικράτηση του νεο-αντικομμουνιστικού ιδεολογήματος, που έδωσε δυνάμεις στην ακροδεξιά και στις νεοναζιστικές και νεοφασιστικές δυνάμεις. Ούτε είναι η διαμάχη για το ποιός θα έχει «το πάνω χέρι» στην ενοποιητική πορεία κατά τον 21ο αιώνα, όπως έδωσε τον τόνο την τελευταία εικοσαετία η βερολινέζικη νομενκλατούρα. Αντίθετα μ’ αυτά, οραματικά παραμένουν αναντικατάστατα το ζητούμενα της αέναης δημοκρατικής αναβάθμισης και ωρίμανσης, της σύγκλισης των οικονομιών και των επίπεδων εισοδήματος των ευρωπαίων πολιτών καθώς και της σύγκλησης των πολιτισμών της γηραιάς ηπείρου.       

Θεωρώ κορυφαίες πολιτικές αποτυχίες της ΕΕ, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, δύο σημεία:

- Την αδυναμία επεξεργασίας σχεδίου προσέγγισης με τη Ρωσία (ενώ ήδη από τη δεκαετία του 1970 οι προοδευτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις έθεσαν τέτοιο θέμα και μάλιστα με μακροπρόθεσμη οραματική προσδοκία τον απεγκλωβισμό της Ευρώπης από την ανάγκη της αμερικανικής οπλικής ομπρέλας) με συνέπεια τη σημερινή παγίδευση σ’ ένα νεο-ψυχροπολεμικό περιβάλλον, και  

- Την απροθυμία υποδοχής της ευρωπαϊκής αριστεράς ως «νέου αίματος πολιτικής» και ευκαιρίας ανανέωσης των αρχών διακυβέρνησης χωρών-μελών, παρ’ όλο που μετά τον παλιότερο ιταλικό ιστορικό συμβιβασμό και τις σημερινές εμπειρίες στην Πορτογαλία και κυρίως την Ελλάδα, έχει επιβεβαιωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ο «ευρωπαϊσμός» τους, ως θεμελιώδους και βασικής αρχής του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού τους.  

Αντί, λοιπόν, για κινήσεις ενσωμάτωσης και εμπλουτισμού της ευρωπαϊκής δημοκρατικής κουλτούρας με τις νέες θεάσεις στον κόσμο που αλλάζει, σε διεθνή αναγωγή με το χτίσιμο μιας μεγάλης ευρωπαϊκής συμμαχίας «από τον Ατλαντικό ως και πέρα από τα Ουράλια» και σε εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες με ισότιμη υποδοχή γνήσια ανανεωτικών δυνάμεων ως πραγματικές εφεδρείες τρέχουσας διαχείρισης των χωρών-μελών και της ίδιας της ενοποιητικής ιδέας (δηλαδή με κινήσεις που θα άλλαζαν τον κόσμο σήμερα, και όχι αύριο), μια κλασσική νομενκλατούρα «παίζει άμυνα» και μας γυρνάει μερικές δεκαετίες πίσω, απλά για να μη χάσουν τα μέλη της πρόσβαση στην εξουσία και τα αγαθά της.

Δεν ξέρω αν ο «ευρωπαϊκός τρόπος ζωής» θα ήταν μια λύση στα αδιέξοδα που ανέφερα ή αν πρόκειται για ένα «λιγούρικο» και όψιμο κακέκτυπο του «αμερικάνικου τρόπου ζωής»!    

Ασφαλώς δεν είναι αυτή η Ευρώπη που θέλουμε! Και δεν φταίνε οι τυχοδιωκτισμοί του Όρμπαν γι’ αυτό.