30 Νοε. 2020

ΣΥΡΙΖΑ: Εν όψει εξελίξεων ένα αναγκαίο ξανακοίταγμα στα τελευταία 2 έτη

Τι (δεν) έκανε ο Τσίπρας στην αντιπολίτευση

(Μερος Α΄: Οι εκλογές του 2019

και πως απετράπη η διάλυση) 

Οι εκλογές ήρθαν, πέρασαν και άφησαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε κατάσταση πολιτικής αφασίας. Η παταγώδης αποτυχία του να εκταμιεύσει στην κάλπη του 2019 τη μεγάλη προσπάθεια και τα σημαντικά αποτελέσματα της διακυβέρνησης 2015-’19 καθώς και η δυσάρεστη έκπληξη που δοκίμασε από τη διαπίστωση ότι προεκλογικά περισσότερο μέτρησε η «προγραμματική» παρουσίαση του «πόσο κακός ήταν» όταν κυβερνούσε, αντί της οφειλόμενης από όλα τα κόμματα προγραμματικής αναφοράς στην αγωνιωδώς επιζητούμενη πορεία της μεταμνημονιακής Ελλάδα, σήμερα γνωρίζουμε ότι εξηγεί αυτήν την πολιτική αφασία.

Γνωρίζουμε επίσης πως η ίδια είναι το θεμελιώδες αίτιο του «κενού πολιτικής» που χαρακτήρισε τον ΣΥΡΙΖΑ και μετεκλογικά από τη θέση της αντιπολίτευσης.        

Απλά για λόγους συμβολικής αναπαράστασης του πρόσφατου τότε κλίματος υπενθυμίζω εδώ τα βασικά δεδομένα από την περίοδο 2015-’19, με τρία παραδείγματα: α. Ελλάδα εκτός μνημονίου μετά από 9 έτη και με ρυθμισμένο χρέος, Ελλάδα με σαφέστατα ενισχυμένη διεθνή θέση ένεκα της συμφωνίας των Πρεσπών,  Ελλάδα με τα ελληνοτουρκικά υπό απόλυτο έλεγχο.

(Σημ.: Ασφαλώς σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις διεδραμάτισαν τα μέσα ενημέρωσης κατηγορίας «λίστα Πέτσα» για τη διαμόρφωση του πολιτικού κλίματος -προεκλογικού και μετεκλογικού. Όμως, η κρατούσα και σήμερα μέσα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ερμηνευτική των πολιτικών εξελίξεων απλούστευση πως «όλα τα έκαναν τα κανάλια», εκτός από πολιτικά αφελής είναι και η εξήγηση του γιατί τόση αντιπολιτευτική ανεπάρκεια.

Είναι καιρός να αναφερθεί και να γίνει ευρύτερα αντιληπτό ως μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι τα μίντια δεν είναι ο κεντρικός αιτιολογικός παράγων για την εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ το 2019, ούτε για τη μετεκλογική αμηχανία του (που συνεχίζεται ως σήμερα). Τα μίντια, στην πραγματικότητα, ως ήσσων ερμηνεία για τη διαμόρφωση των τότε συσχετισμών πολιτικών δυνάμεων, αυτό που κυρίως έκαναν ήταν η επίδρασή τους στις εξελίξεις να βαρύνει υπέρμετρα, ένεκα του οριακού εκλογικού αποτελέσματος του Ιουλίου 2019: Η διαφορά των 6 μονάδων επί τοις εκατό δεν αναιρεί τον αδήριτο χαρακτήρα της αριθμητικής αλήθειας, ότι θα αρκούσε μια εκλογική αντιμετάθεση ενός μικρού 3% του εκλογικού σώματος (τόσο οριακού ποσοστού, που με βάση τον εκλογικό νόμο εάν ήταν κόμμα δεν θα είχε καν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση), για να είχε κερδίσει τις εκλογές ο Τσίπρας.

Και εκτιμώ ότι ασφαλώς η δημοκρατικά δύσμορφη παρέμβαση των προκατειλημμένων μέσων ενημέρωσης ήταν παράγων που άρκεσε για επηρεάσει τέτοιου εύρους μερίδα των εκλογέων, ώστε να διασφαλιστεί η εκλογική επικράτηση της δεξιάς παράταξης, ιδίως υπό τη συνθήκη της σύμπραξης στους κόλπους της -και με λάφυρο την απόκτηση και νομή της εξουσίας- από τη νεοφιλελεύθερη ως την νεοναζιστική της πτέρυγα.    

Έτσι, μπορώ να κατανοήσω γιατί τόσος θυμός στον ΣΥΡΙΖΑ για τα ομολογουμένως απαράδεκτα ως προς την πληροφόρηση που πλασάρουν και θεσμικά ανοίκειας συμπεριφοράς μέσα «πέτσινης» ενημέρωσης. Δεν μπορώ, όμως, την ίδια ώρα να καταλάβω και να ανεχτώ γιατί τόσο επιφανειακό «βόλεμα» του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην εκδοχή ότι «όλα τα έκαναν τα κανάλια» (και συνεχίζουν να τα κάνουν), όταν πολλές άλλες αστοχίες συνέβαλαν τόσο στο να επιφέρουν καίρια πλήγματα σε μια εκ των πραγμάτων αποδεικνυόμενη  αποτελεσματική διακυβέρνηση και με θετικό συνολικό πρόσημο ως αποτύπωμα της στον δημόσιο βίο μας, και όταν και μετεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ πελαγοδρομεί αντιπολιτευτικά από μια ηπιότερη των περιστάσεων και των πολιτικών αναγκών του τόπου, ως μια αναποτελεσματικά σκληρή φραστικά αντιπαράθεση σε μια κυβέρνηση που κοινός τόπος είναι πλέον η εντύπωση ότι βλάπτει τη χώρα).

Προς αναζήτηση, λοιπόν, των άλλων και σημαντικότερων παραγόντων -αντί των μίντια- που επέτρεψαν ένεκα αστοχιών του ΣΥΡΙΖΑ να ευνοηθεί υπέρμετρα η εξ αρχής διαφαινόμενη και από πολλές πλευρές από νωρίς προαναγγελλόμενη ως «επικίνδυνη» διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, ακολουθούν μερικές σκέψεις.

1. Όλος ο πολιτικός σχεδιασμός του ΣΥΡΙΖΑ για την προετοιμασία των εκλογών του 2019, υπέφερε αφόρητα (κι αυτό έγινε οδυνηρά αντιληπτό μετά τις ευρωεκλογές) από την αλαζονική αίσθηση στην ηγεσία του κόμματος ότι κατά κάποιο τρόπο, ό,τι και γινόταν, θα ξανακερδίζονταν οι εκλογές. Φυσικά, δεν είναι μόνο ότι εθελοτυφλούσαν για όσα κατέγραφαν οι δημοσκοπήσεις. (Επί τη ευκαιρία, είναι καιρός να σημειωθεί και να ανατραπεί ένας άλλος μύθος της εποχής, ότι «οι δημοσκοπήσεις πέτυχαν το εκλογικό αποτέλεσμα» του 2019, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποκατασταθεί όσο μπορούσε η ουρανομήκης αστοχία των προβλέψεών τους για το δημοψήφισμα. Η αλήθεια είναι ότι οι δημοσκοπήσεις ούτε στις εκλογές του 2019 τα πήγαν πολύ καλά. Σε όλες σχεδόν τις προεκλογικές μετρήσεις η υποεκπροσώπηση του ΣΥΡΙΖΑ στα «δείγματα» των εταιρών δημοσκοπήσεων είναι κραυγαλέα και έφτασε μέχρις του σημείου ακόμη και στο exit poll να υποεκτιμάται η εκλογική επίδοση του κόμματος κατά 4-5% σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα. Και πρέπει να λεχθεί εδώ ότι απόκλιση αυτής της τάξης δεν είναι ασυνήθιστη! Εκείνο που είναι ασυνήθιστο και δημιουργεί ερωτηματικά είναι πως -παρά την παταγώδη προβλεπτική αστοχία των δημοσκοπήσεων το 2015- τα προφανώς και αναμφίβολα λανθασμένα «δείγματα» των εταιρειών διατηρήθηκαν χωρίς ουσιαστικές αναδιαρθρώσεις, με αποτέλεσμα την διαιώνιση του φαινομένου υποεκπροσώπησης του ΣΥΡΙΖΑ επί 4 χρόνια αργότερα και την ανιχνευόμενη συνέχιση του ίδιου φαινομένου ακόμη και στις σημερινές μετρήσεις. Επειδή συμβαίνει να γνωρίζω από πρώτο χέρι πολλούς επικεφαλής εταιρειών δημοσκοπήσεων στην Ελλάδα, έχω επίγνωση του γεγονότος ότι η επιστημονική κατάρτισή τους είναι υψηλότατου επιπέδου. Απομένει, λοιπόν, το παράδοξο να πρέπει να ερμηνευτεί η επίμονη αστοχία τους να υποεκτιμούν την επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ με άλλες εξηγήσεις αντί του επιστημονικού σφάλματος. …Έχω μερικές σκέψεις επ’ αυτού, που δεν αφορούν σε πολιτικά κίνητρα, αλλά δεν είναι της παρούσης να διεξέλθουμε αυτό το θέμα…)

Όμως, αν για τις δημοσκοπήσεις που υποεκτιμούσαν την επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ ανέφερα τα παραπάνω, τί να πω για τις δημοσκοπήσεις που συμβουλευόταν τότε ως εγκυρότερες και περισσότερης εμπιστοσύνης ο ίδιος ο Τσίπρας και υπό την συμπαράσταση πρωτοκλασσάτων στελεχών του κόμματός του; Αν γκρίνιαξα όσο γκρίνιαξα πιο πάνω για τις υποεκπροσωπήσεις του ΣΥΡΙΖΑ στα δημοσκοπικά «δείγματα», τί θα έπρεπε να καταμαρτυρήσω για τις μετρήσεις και τους ανθρώπους που τις διενεργούσαν, που ενημέρωναν τον πρόεδρο του κυβερνώντος ακόμη τότε κόμματος ότι δεν υπήρχε υπεροχή της ΝΔ ή ακόμη και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ  είχε περάσει μπροστά;

Για την ιστορία και για να γίνει πιο ορατό πως αυτή γράφεται, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι με βάση αυτές τις γελοίες -όπως αναμφίβολα έχει αποδειχτεί πλέον σήμερα- μετρήσεις, χαράχτηκε η πολιτική στρατηγική του κόμματος για τις ευρωεκλογές και τις γενικές εκλογές, που κατέληξαν στην καθαρή ήττα του 2019. Αν λοιπόν στον ΣΥΡΙΖΑ θα μέμφονταν τις άλλες εταιρείες δημοσκοπήσεων επειδή υποεκτιμούσαν την επιρροή του, τί θα έπρεπε να κάνουν για τις εταιρείες δημοσκοπήσεων τις «δικές» του, που τις εμπιστεύονταν, για τα εγκληματικά λάθη τους; Ακούσατε από τότε τίποτα αυτοκριτικού σκοπού, για τις θηριώδεις αστοχίες που οδήγησαν το κόμμα  στη δυσμενέστατη θέση που περιήλθε το καλοκαίρι του 2019; Εγώ δεν άκουσα!!!

2. Με το παραπάνω στοιχείο εξηγείται ποιά ήταν και πώς προέκυψαν τα κίνητρα Τσίπρα, όταν ελάμβανε την απόφαση να προκηρύξει πρώτα τριπλές εκλογές (δημοτικές-περιφερειακές-ευρωεκλογές)  τον Μάιο του 2019, υπό τη σκέψη ότι λίγες εβδομάδες αργότερα πάνω στο καλό -όπως ανέμενε- αποτέλεσμα των πρώτων τριπλών εκλογών θα δομούσε το θετικό για εκείνον κλίμα που θα έφερνε την νίκη στην κεντρική κάλπη.

Η πελώρια αυτή πολιτική αστοχία προκάλεσε τη διπλή ήττα του 2019! (Αν και πρέπει να προστεθεί εδώ ότι το δεύτερο μέρος της επιδίωξης του διαπολιτικής προέλευσης αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, δηλαδή ο στόχος να αποδιαρθρωθεί δομικά ο ΣΥΡΙΖΑ ως κεντρική πολιτική έκφραση της προοδευτικής -δημοκρατικής παράταξης και της αριστεράς, ώστε να επιστρέφαμε στην τόσο βολική για τις ελίτ εκπροσώπηση της ίδιας παράταξης από το «δίδυμο» απολύτως δεξιών υπολειμμάτων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της πολιτικά άγονης αριστεράς του ΚΚΕ, απέτυχε με το απρόσμενο 32%).

Ωστόσο, ούτε γι’ αυτά έχει ακουστεί πειστική αυτοκριτική από μεριάς ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, όταν ήρθε το θετικά αναπάντεχο για την παράταξη 32%, πολλοί ήταν «οι πατεράδες της επιτυχίας», προς επίρρωση της γνωστής παροιμίας.

Επίσης, πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι ακόμη και μετά το σοκ της ήττας στις τριπλές εκλογές, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι πρωτοκλασσάτοι εκ των στελεχών στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ που διεφώνησαν με την απόφαση Τσίπρα για εκλογές μετά από 4-5 εβδομάδες (σε ευθυγράμμιση με το Σύνταγμα και την προφανή δυσαρμονία κάλπης με την παράταξη που κυβερνούσε). Όσοι το έκαναν ζητούσαν ο Τσίπρας να «παίξει» με τους θεσμούς, παρατείνοντας τη διακυβέρνησή του για 3 μήνες ακόμη και οι εκλογές να προκηρύσσονταν για τον Οκτώβριο του 2019. Από πολύ κοντά είδα και τελώ εν γνώσει ότι ο Τσίπρας πιέστηκε ασφυκτικά για εκείνη την επιλογή του, ενώ αμφισβητήθηκε αηθέστατα (παρ’ ό,τι η επιλογή του ήταν  θεσμικά επιβεβλημένη), με απώτερο σκοπό των διαφωνούντων να τού χρεωθεί η εκλογική ήττα που θα ερχόταν σε λίγο και η οποία τότε φαινόταν ότι θα προσελάμβανε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Ήθελαν εκείνα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ μικρότερο κόμμα αλλά υπό τον έλεγχό τους, όπως τους καταλογίζουν σήμερα ορισμένοι, ή απλά έσφαλαν και υποτιμούσαν τη σημασία της θεσμικά άψογης επιλογής Τσίπρα; Δεν το γνωρίζω! Όμως, αυτά συνέβησαν τότε και καθένας έχει τις εκτιμήσεις του.

Φυσικά ο Τσίπρας δεν υπέκυψε τότε στον ακήρυχτο εσωκομματικό πόλεμο που στόχευε σ’ εκείνον και οι εκλογές έγιναν κανονικά τον Ιούλιο (με τον Τσίπρα να μάχεται σχεδόν μόνος) με τη γνωστή έκβαση!

Πολλοί, από εκείνα τα γεγονότα, κρατούν την ήττα. Γνώμη δική μου είναι ότι ο Τσίπρας τότε με εκείνην την  απόφασή του διέσωσε την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ ως φορέα-πλαισίου ισχυρού εναλλακτικού μοντέλου προοδευτικής διακυβέρνησης της μεταμνημονιακής Ελλάδας, υπό τη νέα διευρυμένη και ανοιχτή σημερινή πολιτική του ταυτότητα. Αντίθετα, εκτιμώ ότι εάν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας  για 3 μήνες ακόμη «σούρνονταν» στην κυβέρνηση, η απαξίωσή του στα μάτια των πραγματικά προοδευτικών εκλογέων θα ήταν αναπόφευκτη. Νομίζω πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχανε με αρκετά μεγαλύτερη διαφορά τις γενικές εκλογές του 2019 και θα δημιουργούνταν οι συνθήκες κατακερματισμού και συν τω χρόνω αποσύνθεσης της «πολιτικής ουσίας» που συνιστά το σημερινό παραταξιακό DNA. Και μόνο γι’ αυτό ο Τσίπρας είναι ο σωστός επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και ο μόνος που μπορεί να εγγυηθεί την προοπτική του.

Φυσικά, την ίδια ώρα, ενώ στον Τσίπρα θα πρέπει να καταλογιστεί η αστοχία της επιλογής των τριπλών εκλογών του Μαΐου 2019 (ανεξαρτήτως του ότι η απόφασή του υπήρξε προϊόν παραπλάνησής των γελοίων δημοσκοπήσεων που του παρουσιάζονταν, παραπλάνηση εκούσια ή ακούσια, δεν το γνωρίζω), στη συνέχεια όλα χρεώθηκαν σ’ εκείνον, ενώ τα άλλα στελέχη του κόμματος κρύφτηκαν πίσω του. Ο κόσμος της προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης με το ηρωικό -υπό τις συνθήκες που επετεύχθη- 32% των γενικών εκλογών διέσωσε την υπόθεση προοδευτικής διακυβέρνησης της χώρας ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο και ταυτόχρονα διέσωσε και τον ίδιον τον Τσίπρα ως προσωπικής ηγετικής περίπτωσης. Γι’ αυτό και μεταξύ του Τσίπρα και των προοδευτικών, δημοκρατικών και αριστερών πολιτών έχει πλέον δομηθεί η διαλεκτική άρρηκτη σχέση ηγεσίας-πολιτών, που εγγυάται τη συνέχεια του άκρως ενδιαφέροντος εγχειρήματος, με ευρύτερη ευρωπαϊκή σημασία, όπως έχω υποστηρίξει εδώ και καιρό.

Τα υπόλοιπα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που τον πίεζαν για αντιθεσμικές και πιθανότατα καταστροφικές επιλογές όχι μόνο αυτοκριτική δεν έχουν κάνει, αλλά αντίθετα έχουν ήδη καταλάβει τις πρώτες θέσεις του νέου ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Δεν διαμαρτύρομαι! Διαπιστώνω! Άλλωστε, πεποίθησή μου είναι ότι απλά είναι ζήτημα χρόνου η οπτική μου να δικαιωθεί στο εγγύς μέλλον.                     

 ________________________________________        

(Στο επόμενο Β΄ Μέρος, η προγραμματική φτώχεια του ΣΥΡΙΖΑ και ορισμένα στοιχεία πολιτικής τακτικής)