4 Δεκ. 2020

ΣΥΡΙΖΑ: Εν όψει εξελίξεων ένα αναγκαίο ξανακοίταγμα στα τελευταία 2 έτη - Β΄

Τι (δεν) έκανε ο Τσίπρας στην αντιπολίτευση

(Μέρος Β΄: Η ενοχική αντιπολίτευση

μετά την εκλογική ήττα)

…Πιάνω αμέσως το νήμα από ‘κει που το άφησα στο Α΄ Μέρος…

3. Μια παρατήρηση που θεωρώ κρίσιμη: Ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2019 βίωσε τη διακυβέρνησή του με μια πολιτικά σχιζοφρενή καταγραφή του έργου του. Κι αυτό φάνηκε τόσο στην προεκλογική όσο και τη μετεκλογική πολιτική στάση του.

- Από τη μία πλευρά, βίωσε τη διακυβέρνησή του ηττοπαθώς για όσα δεν έκανε και για όσα αναγκάστηκε να κάνει. Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα αναφορών στο εσωτερικό του κόμματος (κυρίως από την «παλιά κομματική μηχανή») για δειλία και εγγενή συντηρητισμό, που δεν επέτρεψαν, φερ’ ειπείν, την υλοποίηση της ανάγκης χωρισμού κράτους-εκκλησίας. Παράλληλα -ένα άλλο καίριο σημείο- ολοφάνερη ήταν η απολογητική διάθεση για τη συνεργασία με τη «δεξιά μεταβλητή» του Καμμένου.

Στην πρώτη περίπτωση, η αδυναμία (ή η απροθυμία) να ληφθεί υπόψη η ελληνική ιδιομορφία στις σχέσεις κράτους-εκκλησίας (που δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε εδώ περαιτέρω, νομίζω πως για τον μέσο νου είναι κατανοητό τί εννοώ και πώς ό,τι εννοώ προέκυψε ιστορικά) σκιαγραφεί την αρρωστημένη αντίληψη της «μηχανίστικης αριστεράς» να θεωρεί πώς όλα είναι απόφαση του κόμματος όταν εκείνο κυβερνάει, μακριά από κοινωνικούς και πολιτισμικούς συσχετισμούς δυνάμεων.

(Δεν επιθυμώ εδώ να μπω στην ατελείωτη συζήτηση σχετικά με το σύνδρομο του αριστερισμού, που βασάνισε, ταλαιπωρεί και θα επανέρχεται και μελλοντικά στην πολιτική αριστερά, αφαιρώντας δυνάμεις και πλήττοντας την αποτελεσματικότητά της. Εδώ με ενδιαφέρει μόνον ότι όσοι έκαναν κριτική για την «αποτυχία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ 2015-‘19» να χωρίσει οριστικά το κράτος από την εκκλησία, αντιμετώπισαν το θέμα με όρους μιας δήθεν «πολιτικής κανονικότητας» υπό τη συγκυρία μιας αριστερής διακυβέρνησης).

Μ’ άλλα λόγια, όσοι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ άσκησαν τέτοια κριτική (και μάλιστα κατά κόρον την προεκλογική περίοδο και υπονοώντας ότι έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ απώλεσε εκλογικές δυνάμεις αριστερού και ριζοσπαστικού πολιτικού προσήμου επειδή δεν προχώρησε στον χωρισμό εκκλησίας-κράτους) έλεγαν ό,τι έλεγαν, επειδή είτε δεν είχαν κατανοήσει είτε παρέβλεπαν ότι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ 2015-‘19 ποτέ δεν (θα μπορούσε να) ήταν μια αριστερή διαχείριση των κρατικών υποθέσεων σε συνθήκες «πολιτικής κανονικότητας». Αντίθετα, η διακυβέρνηση 2015-’19 δεν ήταν άλλο από μια κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» από την αντίθετη πολιτική οπτική της συστημικής προσέγγισης στον ίδιο «ειδικό σκοπό», που πρωτύτερα είχαν διαχειριστεί συντηρητικές κυβέρνησης, ως «πολιτικά εργαλεία» των ελίτ, και είχαν αποτύχει παταγωδώς. Πρόκειται για ανήκουστη ελαφρότητα να θεωρούν ακόμη και σήμερα πολλοί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ (οι περισσότεροι εκ της παλιά κομματικής «στρατιάς» εκλογικής επιρροής του 5%) ότι η επικράτηση του 2015 ήταν αποτέλεσμα πολιτικής δικαίωσης στρατηγικού χαρακτήρα της πολιτικής του κόμματος των περασμένων δεκαετιών και γι’ αυτό ο Τσίπρας θα έπρεπε να είχε ολοκληρώσει τον χωρισμό κράτους-εκκλησίας ως πάγιας προγραμματικής δέσμευσης του παλιού «Συνασπισμού». Και επειδή δεν το έκανε, υποστήριζαν και υποστηρίζουν οι ίδιοι, κατέστη αυτό βασικό κριτήριο αρνητικής αποτίμησης του βαθμού επιτυχίας της κυβέρνησής του στην κάλπη. Η πραγματικότητα είναι ότι χωρίς την αντι-μνημονιακή ανατάραξη ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα ερχόταν ποτέ στα πράγματα. Το μνημόνια τον έφεραν, ο «ειδικός σκοπός» της πολιτικής οπτικής του ήταν να τα αντιπαλέψει ως βασικά μέσα του συστήματος που στρατηγικά αντιμάχεται και η επιτυχία της κυβέρνησής του ήταν ότι παρέδωσε Ελλάδα εκτός μνημονίων και με ρυθμισμένο χρέος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή, δεν ήρθε επειδή ωρίμασαν οι πολιτικές συνθήκες του ταξικού αγώνα, αλλά επειδή ο ίδιος αξιοποίησε τη βαθύτατη συστημική κρίση ως ευκαιρία για την αριστερά και την προοδευτική παράταξη. Και πάνω στην ίδια «ευκαιρία» και την επιτυχή αξιοποίησή της σήμερα  βασίζονται και οι προοπτικές για προοδευτική εναλλακτική διακυβέρνηση της χώρας στη συνέχεια.

Δεν πρόκειται για οπορτουνισμό, όπως θα έσπευδαν να κρίνουν οι κακόπιστοι, αλλά για στοιχειώδη ανταπόκριση στον ρόλο μιας σύγχρονης κινηματικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, που επιφυλάσσει  στο κόμμα τον ρόλο επιταχυντή των εξελίξεων, σε αντίθεση με την κουκουέδικη αντίληψη του μαρξισμού-λενινισμού περί του νομοτελειακού χαρακτήρα επέλευσης του σοσιαλισμού, που κράτησε την αριστερά στη δύση έναν ολόκληρο αιώνα εκτός δημοκρατικής εξουσίας, με τα κομμουνιστικά κόμματα θεατές και όχι παραγωγούς εξελίξεων.

(Για να κάνουμε έναν ιστορικό παραλληλισμό και τηρουμένων των αναλογιών: Ούτε το ΕΑΜ επικράτησε στην Ελλάδα ως απόρροια ωρίμανσης του αγώνα των ταξικών αντιθέσεων! Και είναι όνειδος για το Κ.Κ.Ε. ότι τότε έτσι προσέλαβε και ιδεολογικοπολιτικά αποκωδικοποίησε πλασματικά τον κινηματικό χαρακτήρα του κατοχικού απελευθερωτικού  κινήματος, ως δήθεν αποτέλεσμα ταξικών αντιπαραθέσεων, προσέγγιση, όμως, που τελικά θα μπορούσε σήμερα να ερμηνεύει τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε μεταπολεμικά το κόμμα).

Εν κατακλείδι, θεωρώ αυτές τις κριτικές κατά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν πέτυχε τον χωρισμό κράτους-εκκλησίας (το επικαλούμαι μόνον ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας αριστερόλογης κριτικής), ως υπολείμματα της δογματικής ανάγνωσης του μαρξισμού που επιβίωσαν ως σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ και από τα οποία το κόμμα πρέπει (να προσπαθήσει) να απελευθερωθεί , για να γίνει ένα κόμμα ανατροπής, αριστερού ριζοσπαστικού και κινηματικού χαρακτήρα, από εκείνα που θα δώσουν τις μάχες του 21ου αιώνα με πιθανότητες επιτυχίας για το σοσιαλιστικό στοίχημα.        

Στη δεύτερη περίπτωση (τη συνεργασία με τον Καμμένο), εκείνο που περίσσεψε ήταν η απολογητική προεκλογική παγίδευση του ΣΥΡΙΖΑ στις απαξιωτικές αναφορές του ΚΙΝΑΛ περί δήθεν «δεξιάς» διακυβέρνησης 2015-‘19!

Κατ’ αρχάς και κατά αρχήν, η ανταπόκριση σε τέτοιες κριτικές από πολιτικό σχήμα που κατ’ εξοχήν ευθύνεται για την κατάληξη στη μνημονιακή παγίδα και το οποίο υπήρξε το βασικό υποστύλωμα της ακροδεξιάς κυβέρνησης Αντώνη Σαμαρά, θα έπρεπε να παραβλέπονται ως εξ ορισμού «στημένες» και προϊόν μικροκομματικής σκοπιμότητας. Όμως, εδώ ανιχνεύεται μια κακώς νοούμενη αντίληψη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ κατά τον εκλογικό κύκλο του 2019 σχετικά με τις τακτικές προσέγγισης και απεύθυνσης σε πολιτικά κοινά θεωρούμενα ως προσεγγίσιμα. Κι εδώ υπάρχει ένα μεγάλο σφάλμα ανάγνωσης των τάσεων του προοδευτικού πολιτικού χώρου.

Οι πολίτες αποχώρησαν μαζικά από τα υπολείμματα του ΠΑΣΟΚ ακριβώς λόγω της δεξιάς στροφής του. Οι ίδιοι πολίτες έδειξαν να κατανοούν απολύτως ότι ο Καμμένος ήταν η  αναγκαία πολιτική «αποσκευή» για την απομάκρυνση του κυβερνητικού μπλοκ Σαμαρά-Βενιζέλου από την εξουσία, ώστε να δρομολογηθεί η «κυβερνητική ευκαιρία» ΣΥΡΙΖΑ και απέρριψαν διαρρήδην τις υποκριτικές αναφορές των υπολειμμάτων του ΠΑΣΟΚ περί δήθεν δεξιάς πολιτικής του Τσίπρα  

Η φοβική και συμπλεγματική αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ στις αναφορές περί δήθεν δεξιάς πολιτικής του Τσίπρα λόγω Καμμένου είναι σοβαρό σφάλμα προεκλογικής τακτικής, που ενόχλησε όσους πολίτες μαζικά είχαν αποχωρήσει από το βενιζελικό ΠΑ.ΣΟ.Κ., κατασυκοφαντούμενοι μάλιστα  την ίδια ώρα ως «εκλογικοί τυχοδιώκτες», οι οποίοι δήθεν στον ΣΥΡΙΖΑ «είδαν το φως της εξουσίας και ανέβηκαν». Άλλωστε είναι πια πασιφανές  ότι ο Καμμένος καθόλου δεν επηρέασε το ιδεολογικοπολιτικό στίγμα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ 2015-’19, όπως απέδειξε η συμφωνία των Πρεσπών –και όχι μόνο.

Σήμερα είναι καιρός να λεχθεί ότι η ενοχική αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στις υποκριτικές δήθεν αντιδεξιές κορώνες του βενιζελικού ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν προϊόν της εσφαλμένης ανάλυσης ότι επειδή με την απλή αναλογική που είχε προηγουμένως θεσπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ το μετέπειτα ΚΙΝΑΛ θα μπορούσε να είναι κόμμα συνεργασίας σε προοδευτική κατεύθυνση, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως δυνάμει κυβερνητικός εταίρος του ΣΥΡΙΖΑ. Οι μετέπειτα εξελίξεις απέδειξαν ότι το ΚΙΝΑΛ έχει μεταλλαγεί οριστικά  σε κόμμα της πολιτικής συντήρησης και δεξιού προσήμου και δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συνεργασίας μαζί του, αν ζητούμενο είναι μια κυβέρνηση σε προοδευτική κατεύθυνση (άλλο ζήτημα οι συνεργασίες κομμάτων για τον σχηματισμό κυβερνήσεων εκτός ιδεολογικοπολιτικού σκοπού αλλά ως ανάγκη να αποφευχθεί η ανεπιθύμητη ακυβερνησία). Και είναι μεγάλες οι ευθύνες της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, του Τσίπρα συμπεριλαμβανομένου, που αντιμετώπισαν το ΚΙΝΑΛ ως μέρος μιας ενδεχόμενης προοδευτικής λύσης για τη χώρα, όταν το κόμμα αυτό με συμμετοχή του στα ακροδεξιάς κοπής συλλαλητήρια κατά της συμφωνίας των Πρεσπών αλλά και σε πολλές άλλες περιπτώσεις είχε δώσει δείγμα πολιτικής γραφής του δεξιού προσανατολισμού του. Κάτι που το ΚΙΝΑΛ επιβεβαίωσε άλλωστε και μετεκλογικά, σε πολλές περιπτώσεις, από τις οποίες  ενδεικτικότερες η στήριξη της ενισχυμένης αναλογικής και ο νόμος Χρυσοχοΐδη για τις διαδηλώσεις.

Το παραπάνω σφάλμα προκάλεσε εκλογικές διαρροές και αφαίρεσε   δυνάμεις από τον ΣΥΡΙΖΑ προς το Κ.Κ.Ε. και το ΜεΡΑ25 στην κάλπη του 2019.

Το «κλειδί» στις εκλογές του 2019 για τον ΣΥΡΙΖΑ ποτέ δεν κρατούσαν οι αφελώς από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προσδοκώμενες εισροές από το πρώην ΠΑ.ΣΟ.Κ., με δεδομένο ότι η μεγάλη αυτή πολιτική και εκλογική μετακίνηση είχε ήδη επισυμβεί. Το «κλειδί» ήταν οι όποιες δυνάμεις της αριστεράς, που απέτυχε να προσελκύσει.  Αυτές οι δυνάμεις, κατανεμημένες σε τρία ρεύματα απορροής (ένα μεγαλύτερο και ευκρινέστερο προς την αποχή και δύο μικρότερα και μάλλον πολιτικώς αφανή, προς το Κ.Κ.Ε. και το ΜεΡΑ25), ήταν η κρίσιμη εκλογική παράμετρος του 2019 για τον ΣΥΡΙΖΑ. Όταν όμως, κάνεις τόσο σοβαρό σφάλμα στον εντοπισμό του εκλογικού target group σου ως κόμμα εξουσίας, ήδη βρίσκεσαι σε μειονεκτική θέση απέναντι ενός αδίστακτου αντιπάλου, όπως η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, προικοδοτημένου μάλιστα με την προκλητική προτίμηση των μέσων ενημέρωσης.       

(Ξανά για την ιστορία της υπόθεσης οφείλω να πω ότι στον ενδιάμεσο χρόνο από τις ευρωεκλογές ως τις γενικές εκλογές του 2019, ήμουν από τους ελάχιστους που υποστήριξα ότι οι πολιτικές συνέπειες του κάκιστου για τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελέσματος των ευρωεκλογών ήταν δυνατό να καταστεί πολιτικά ελέγξιμο για την αριστερά. Τώρα που έχει περάσει ο καιρός μπορώ να πω ότι στις εισηγήσεις μου (που έφτασαν ως εκεί που έπρεπε να φτάσουν) πρότεινα την στροφή πολιτικού ενδιαφέροντος του ΣΥΡΙΖΑ από την απεύθυνση στους «κεντρώους» (που ως τότε μονοπωλούσαν τις εκλογικές επιδιώξεις του ΣΥΡΙΖΑ συντηρητικοποιώντας τη «γραμμή» του) στα πολιτικά κοινά της αριστεράς. Είμαι υποχρεωμένος να πω ότι σχεδόν το σύνολο της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας προδιαγράψει ευρύτατη ήττα, δεν έδωσε αυτή τη μάχη, την οποία αναγκάστηκε να δώσει ο Αλέξης Τσίπρας περίπου μόνος. Ξαναέζησα (το είχα πρωτοζήσει στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τους σημιτικούς, που ανέμεναν σαν τα «πολιτικά κοράκια» το φυσικό τέλος του ιδρυτή του Κινήματος) το φαινόμενο των συντρόφων που ακόνιζαν τα νύχια τους και προετοιμάζονταν να περιλάβουν τον υπεύθυνο για την ήττα την αμέσως επόμενη μέρα.

Πρέπει επίσης να πω ότι κανένας από εκείνους στον ΣΥΡΙΖΑ που ουσιαστικά δεν έδωσαν τη μάχη για τις γενικές εκλογές του 2019 (προτιμώντας να προετοιμάζονται για τη μετα-Τσίπρα εποχή του ΣΥΡΙΖΑ) δεν πίστευε στα μάτια του, όταν είδαν το τελικό αποτέλεσμα. Θεωρούσαν βέβαια την ήττα με διαφορά μεγαλύτερη από 10 μονάδες επί τοις εκατό. Και ήταν φανερή η αμηχανία τους όταν οι ίδιοι κλήθηκαν να διαχειριστούν το 32%.

Η αλήθεια είναι ότι οι εκλογείς της αριστεράς και οι προοδευτικοί πολίτες αντιπαρήλθαν την ανεπάρκεια της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ στις γενικές εκλογές του 2019, διασώζοντας το ίδιο το κόμμα ως δύναμη εξουσίας και την ίδια την προοπτική για προοδευτική και αριστερή διακυβέρνηση στην Ελλάδα  ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο στο σημερινό πολιτικό σκηνικό της πανδημίας. Όμως, η αντιπολιτευτική αφασία που ακολούθησε από μεριάς του ΣΥΡΙΖΑ και που περίπου η ίδια συνεχίζεται ως σήμερα, νομίζω πως ακόμη δείχνει ότι το μήνυμα της αυθόρμητης κινητοποίησης των προοδευτικών εκλογέων να μη χαθεί αύτανδρη αυτή η προοδευτική εναλλακτική κυβερνητική διέξοδος για τη χώρα, ακόμη δεν έχει γίνει απολύτως κατανοητή στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (με εξαίρεση ίσως τον ίδιον τον Τσίπρα). Μια ηγεσία, σημερινή, που δείχνει ότι συνεχίζει να αντιλαμβάνεται το «στοίχημα» διακυβέρνησης της Ελλάδας από προοδευτικές δυνάμεις ως ένα σύνηθες σκηνικό εναλλαγής στην εξουσία συστημικών κατά βάση δυνάμεων, αντί ως ευκαιρίας για την ιστορική προοδευτική πολιτική αλλαγή που έχει απολύτως ανάγκη η Ελλάδα του 21ου, αιώνα -αν όχι ως όρο επιβίωσής της, τουλάχιστον ως την καλύτερη ευκαιρία για τις επόμενες γενιές).            

4. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, πάσχει (προεκλογικά ολοφάνερα έπασχε και συνεχίζει και σήμερα να υποφέρει στο σημείο αυτό ως αντιπολίτευση) και σ’ ένα εξαιρετικά κρίσιμο θαρρώ πεδίο: Ποτέ δεν παρουσίασε στους πολίτες ένα πειστικό πρόγραμμα στρατηγικού εναλλακτικού χαρακτήρα για την Ελλάδα στις επόμενες δεκαετίες!

Είδα τον τρόπο συγγραφής του προεκλογικού προγράμματός του. Σοβαροί και διαβασμένοι άνθρωποι σήκωσαν τότε τις πένες σε μια προσπάθεια ξεπεράσματος της ελληνικής κατάρας των προεκλογικών πολιτικών  προγραμμάτων, χωρίς ουσιώδες έρμα αλήθειας στις υποσχέσεις τους. Και η ομάδα του προγράμματος ήταν ένα σημαντικό βήμα απεμπλοκής από τους δογματισμούς του συριζαϊκού παρελθόντος.

Όμως, ποιά κατεύθυνση δόθηκε σ’ εκείνους τους ανθρώπους από την ηγεσία; Ποιά διακυβεύματα τέθηκαν επί τάπητος, ως κεντρικά πολιτικά προαπαιτούμενα, ζητούμενα  της μεταμνημονιακής Ελλάδας; Ποιό ήταν το όραμα του ΣΥΡΙΖΑ για την Ελλάδα της συνέχειας;

Όλα τα παραπάνω θέματα απαντώνται, δυστυχώς, ελλειπτικά με κυρίαρχη την εντυπωσιακή απουσία απαντήσεων στα ερωτήματα!

Όλη η προεκλογική προγραμματική αναφορά του ΣΥΡΙΖΑ (που φυσικά επηρεάζει και σήμερα καταλυτικά τις θέσεις  αλλά και το «στιλ» της αντιπολίτευσης που ασκεί ως τώρα), δεν είναι άλλο από μια προτεινόμενη κυβερνητική πολιτική περίπου ενός συστημικού κόμματος.

Δεν υπάρχουν πολιτικές για αλλαγή της οικονομικής πολιτικής. Ούτε λέξη για τη θεσμική δημοκρατική θωράκιση από το -ακραίο, στην Ελλάδα- φαινόμενο της «δικτατορίας των καναλιών», που δεν είναι πρόβλημα επιλύσιμο σε μια 4ετία, αλλά βαθύτατα δομικό, δηλαδή επιζητείται ριζική ανατοποθέτησή του που χρειάζεται πολύ χρόνο. Τίποτα για το πώς θα μπορούσε να δομηθεί ένα εναλλακτικό παραγωγικό, καταναλωτικό και σε τελευταία ανάλυση πολιτισμικό μοντέλο, που θα εγγυάται το μέλλον των επόμενων γενεών. (Περισσότερο εσωκομματικός καυγάς έγινε και γίνεται στο σημείο αυτό σχετικά με την απολύτως  επιφανειακή θέση των παλιών συριζαίων για την αποφυγή εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων της ανατολικής Μεσογείου, παρά για μια σύγχρονη ενεργειακή πολιτική εξισορρόπησης αναγκών-ζημίας από την αξιοποίηση φυσικών πόρων). Καμιά αναφορά σε κάποιο σχέδιο για τον επιθυμητό διεθνή ρόλο και τη θέση της χώρας, σ’ έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, και μια αυτοκομπαστική επανάπαυση στις δάφνες της συμφωνίας των Πρεσπών. (Λες και οι ιδέες της ελληνικής αριστεράς και της δημοκρατικής παράταξης ολοκληρώθηκαν εκεί, και δεν υπάρχουν στην ελληνική εξωτερική πολιτική τα ελληνοτουρκικά, και το Κυπριακό -και είναι κρίμα που λείπουν αυτά από τα σημερινά προγραμματικά ενδιαφέροντα του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί επί των ημερών του έγινε, ένα παράδειγμα φέρνω,  το ιστορικό βήμα να τεθεί για πρώτη φορά στο τραπέζι του Κυπριακού επί τάπητος το θέμα απομάκρυνσης στρατευμάτων των εγγυητριών δυνάμεων, ως θεμελιώδους μέσου επίλυσης του προβλήματος αλλά και ως του μεγάλου αιτίου για το αδιέξοδο τόσων δεκαετιών). Δεν υπάρχουν θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τα νέα Βαλκάνια, για τη νέα παναραβική πολιτική που αποστασιοποιείται από τον ισλαμισμό και η οποία ήδη διαπερνά ιστορικά το μεσανατολικό και τη βόρεια Αφρική. Και τίποτα προγραμματικού βάθους δεν υπάρχει στη σημερινή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ από τη θέση της αντιπολίτευσης για τα νέα στρατηγικά διακυβεύματα τα οποία αναδύονται στην ανατολική Μεσόγειο. Τέλος, καμιά ουσιαστική αναφορά στα κοινωνικά προτάγματα που θέτει η εποχή (π.χ. άποψη για τον μακροπρόθεσμο χειρισμό του ασφαλιστικού –κενό που αφήνει περιθώριο στα συστημικά όπλα του σχεδίου Πισσαρίδη να εμφανίζονται δήθεν ως μόνη διαθέσιμη πρόταση και την αριστερά καταδικασμένη ένεκα τούτου μόνο να απορρίπτει αντί να αντιπροτείνει και να αντιπαραθέτει ουσιαστικά εναλλακτικά μοντέλα για τη διαχείριση του ζητήματος).

Τίποτα απ’ αυτά, δεν υπάρχουν στην πολιτική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ προς τους Έλληνες πολίτες!

Τι υπάρχει; Υπάρχει μια μονότονη αφηγηματική εικόνα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα διαχειριστεί καλύτερα τα πράγματα! Μια υπόσχεση καλύτερης διαχείρισης του ίδιου συστήματος!   

Μα, οι πολίτες (ιδίως οι αριστερών αντιλήψεων) δεν αναμένουν αυτό από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται (και το ξέρουν πολύ καλά αυτό οι πολίτες-εκλογείς) μια καλύτερη διαχείριση των δομών της χώρας που την οδήγησαν σε τόσο σημαντική υποχώρηση την τελευταία 20ετία. Χρειάζεται ένα μανιφέστο πολιτικής αλλαγής! Αυτό ανέμεναν (και ακόμη αναμένουν -αλλά όχι για πολύ ακόμη) οι πολίτες από τον ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν τους έχει ούτε κατά διάνοια προσφερθεί.    

Θα μου πείτε: αυτό δεν είναι προεκλογικό πρόγραμμα!  Και θά ‘χετε δίκιο! Μόνον που χωρίς τέτοιες κατευθύνσεις στρατηγικού χαρακτήρα παρέλκει ένα προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι δημιουργοί του συστήματος που στρατηγικά αντιμάχεται ο ΣΥΡΙΖΑ πάντα θα είναι πιο αξιόπιστοι στις υποσχέσεις τους σχετικά με τη διαχείρισή του. Και πάντα ο ΣΥΡΙΖΑ πολιτικά θα ηττάται, αν είναι να δίνει τη μάχη σ’ αυτό το πεδίο!

 ________________________________

 (Στο επόμενο και τελευταίο Γ΄ Μέρος: Η επόμενη μέρα για τον ΣΥΡΙΖΑ)