9 Δεκ. 2020

ΣΥΡΙΖΑ: Εν όψει εξελίξεων ένα αναγκαίο ξανακοίταγμα στα τελευταία 2 έτη - Γ

Τι (δεν) έκανε ο Τσίπρας στην αντιπολίτευση

(Μερος Γ΄-τελευταίο: Η συνέχεια πάντα είναι

πιο κρίσιμη από ό,τι προηγήθηκε)

Τι μπορεί, λοιπόν, να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, μετά από τις επισημάνεις στα δύο προηγούμενα μέρη;

Θα εκθέσω ορισμένες απόψεις στη συνέχεια, υπό την προκαταβολική σημείωση ότι οι προτάσεις που γίνονται εδώ θεωρώ πως είναι συμβολή σ’ έναν δημόσιο διάλογο που είτε δεν γίνεται, είτε γίνεται υπό όρους «πολιτικού εγκλεισμού» (επιβαρυμένου από τον θέσει αυταρχισμό που αποπνέει η συνολική πρόσληψη των πολιτικών πραγμάτων από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, με την πανδημία ως πρόσχημα για τους περιορισμούς, ενώ στο βάθος διαγιγνώσκονται προθέσεις κατασίγασης βάσιμων μαζικών αντιδράσεων, πέραν των αναγκαίων υγειονομικών μέτρων). Δηλαδή, ο διάλογος αυτός ουσιαστικά μόλις τώρα αποκτά το βάθος που επιζητείται σε συνθήκες ωρίμανσης των συσχετισμών δυνάμεων υπό το αίτημα της «πολιτικής αλλαγής» που απαιτούν οι περιστάσεις και ενώ ήδη ανιχνεύονται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ευρείας υποστήριξης αυτού του αιτήματος.

ημ.: Παλιότερα, σε προηγηθείσες διατυπώσεις του Συντάγματος, σκηνικό σαν το σημερινό ονομαζόταν «προφανής δυσαρμονία» ανάμεσα στη λαϊκή βούληση και την κυβερνώσα παράταξη, ως οιονεί πολιτικό εκπρόσωπο συλλογικά των πολιτών. Τότε, σ’ αυτήν την  παλιότερη συνταγματική διατύπωση, αφηνόταν περιθώριο πολιτικής επίκλησης αυτής της δυσαρμονίας για την παραγωγή πολιτικών εξελίξεων. Και σε μία τουλάχιστον περίπτωση, το 1980-’81, αυτό το στοιχείο επιστρατεύτηκε στην τρέχουσα πολιτική ζωή για να υποδηλώσει την ανάγκη απομάκρυνσης της μεταδικτατορικής δεξιάς κυβέρνησης από την εξουσία. Όπερ και εγένετο (με τις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981)!

Αναγκαία παρατήρηση για το τότε: Η «δυσαρμονία» αυτή, για να ανιχνεύεται, να διαπιστώνεται και να δρομολογεί πολιτικές εξελίξεις, καθόλου δεν προϋπέθετε εκείνη την περίοδο ως αναγκαία παράλληλη ισχύουσα συνθήκη την ύπαρξη εναλλακτικού πολιτικού φορέα, έτοιμου να διαδεχτεί την κυβέρνηση του κόμματος που είχε απολέσει τη λαϊκή στήριξη. Η πολιτική λογική βάση του συντάγματος τότε ήταν ότι υπήρχε αποχρών λόγος προς υπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος να απομακρύνεται από την εξουσία κυβέρνηση αποστερημένη της λαϊκής στήριξης και της απορρέουσας από εκείνη νομιμοποίησης. Τί θα αντικαθιστούσε την απονομιμοποιημένη κυβέρνηση καθόλου δεν απασχολούσε τον τότε συνταγματικό νομοθέτη, επαφίοντας στον λαϊκό παράγοντα να διαμορφώσει εκείνος -«εκ του μηδενός», θά ‘λεγε κανένας- την επόμενη φάση… Επίσης, όπερ και εγένετο!      

Σήμερα, αυτή η δυνατότητα της παραγωγής πολιτικών εξελίξεων, λόγω απονομιμοποίησης των εκάστοτε κυβερνώντων, τυπικά δεν υπάρχει! Η παρουσία της δημοκρατικά προβληματικής (λόγω της εκφοράς πολιτικού λόγου, αλλά και -κυρίως- λόγω της τρέχουσας κυβερνητικής πρακτικής) «πολιτικής κανονικότητας» της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, κανένα άλλο περιθώριο δεν αφήνει να καταγραφεί η προϊούσα απονομιμοποίησή της και να προβεί εξ ιδίων σε διορθωτικές κινήσεις, ει μη μόνον εάν το έδειχναν οι δημοσκοπήσεις. Και μόνον υπό τον απαράβατο όρο της διενέργειας εκλογών. Υπό την απολύτως αντιδημοκρατική συνθήκη, ότι ακόμη και σε σκηνικό απόλυτης απονομιμοποίησης (όπως τείνει να διαμορφωθεί ο δημόσιος βίος μας) ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μείνει πρωθυπουργός έως ότου από μόνος του αποφασίσει να κάνει εκλογές (στο τέλος της 4ετίας ή νωρίτερα), ή εάν η κοινοβουλευτική ομάδα του αποφασίσει να τον ανατρέψει].

Όλη η παραπάνω μακρά σημείωση, αφορά σ’ ένα κρίσιμο θαρρώ ζητούμενο του σημερινού σκηνικού,  εντός του οποίου τοποθετείται και ο διάλογος με θέμα «τί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ»: Το ζητούμενο αυτό είναι ο απεγκλωβισμός της ηγεσίας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης από την αποφυγή της κατά τα λοιπά δημοκρατικά επιβεβλημένης υποχρέωσής του να ζητήσει προκήρυξη πρόωρων εκλογών, λόγω πολιτικής απονομιμοποίησης της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη!

Δεν το αποτολμά ο ΣΥΡΙΖΑ για δύο λόγους: Ο πρώτος λόγος είναι ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι είναι αρκετά πίσω  από τη ΝΔ στη λεγόμενη «πρόθεση ψήφου». Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν αισθάνεται ακόμη έτοιμος (και οι δημοσκοπήσεις επίσης το πιστοποιούν αυτό ως εντύπωση των πολιτών) να αναλάβει εκείνος της διακυβέρνηση της χώρας, αντικαθιστώντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Και οι δύο φόβοι του ΣΥΡΙΖΑ είναι επί πραγματικού! Αν γίνονταν εκλογές δύσκολα θα ερχόταν πρώτο κόμμα, αλλά και αν κατάφερνε να τις κερδίσει η προγραμματική του ένδεια είναι τόσο προφανής και εκτεταμένη, που θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση, στην προσπάθεια να οδηγήσει την Ελλάδα σε καλύτερο δρόμο από το σημερινό ολοφάνερο αδιέξοδο που έχει παραχθεί από τη σημερινή κυβέρνηση. 

Μόνο που και οι δύο πραγματικοί -όπως είπα- φόβοι του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορούν σε καμιά περίπτωση την πολιτική υποχρέωσή του ως αξιωματικής αντιπολίτευσης να ασκεί τον ρόλο του και δεν ανταποκρίνονται κατά το ελάχιστο σε ό,τι προσδοκούν οι πολίτες από μεριάς του. Διότι οι πολίτες, δεν περιμένουν απλά να προετοιμάζεται ένα κόμμα στην αντιπολίτευση για να γίνει στη συνέχεια κυβέρνηση (κατά τη γνωστή θεωρία του «ώριμου φρούτου»). Οι πολίτες αναμένουν από τον ΣΥΡΙΖΑ (όπως και από οποιοδήποτε δημοκρατικό κόμμα στην αντιπολίτευση) να αποκαλύπτει εκ θεμελιώδους πολιτικής υποχρέωσής του ότι το κόμμα που κυβερνάει έχει απονομιμοποιηθεί και απαιτείται παρέμβαση για τη δημοκρατική «αποθεραπεία» των πραγμάτων. Έτσι αποκαθίσταται η ομαλότητα και εκπορθείται η δημοκρατικά προβληματική «κανονικότητα» του νεομητσοτακισμού.

Αυτό το ζήτημα, όντας στην αντιπολίτευση, δεν περιμένεις πρώτα να προετοιμαστείς για να κυβερνήσεις εσύ, και κατόπιν να το αναδείξεις. Αν ενεργείς έτσι, τότε δεν είσαι αντιπολίτευση αθροιζόμενη στις δυνάμεις που επιζητούν την αλλαγή του συστήματος που δηλώνεις ότι αντιμάχεσαι. Αν έτσι δρας, τότε δεν είσαι κόμμα αλλαγής, αλλά μηχανισμός προαγωγής της ηγετικής νομενκλατούρας που διοικεί το κόμμα τη συγκεκριμένη στιγμή και η οποία απλά το χρησιμοποιεί για να αναρριχηθεί στην εξουσία. Με δύο λέξεις, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να (συνεχίζει να) πασχίζει να συμμετάσχει στο συστημικό κυβερνητικό παιχνίδι «φύγε συ-έλα συ», απλά γιατί διαφωνεί  μ’ αυτό το παιχνίδι και πολιτικά διαχωρίζεται πλήρως απ’ αυτό.

Είναι ανάγκη, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ να θέσει  άμεσα θέμα εκλογών, για να αποκαλυφτεί η αποκλειστικά σκηνική και δημοσκοπική νομιμοποίηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και να προκύψει από τα πράγματα το αίτημα ο ίδιος να αποχωρήσει από την πρωθυπουργία.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ εμμείνει στο ίδιο στιλ και περιεχόμενο της ως σήμερα αντιπολίτευσης, λες και είναι κι εκείνος ένα ακόμη κόμμα εναλλακτικής διασφάλισης της σταθερότητας του πολιτικού συστήματος που δηλώνει πως αντιμάχεται, τότε είναι σαν να συναινεί ελαφρά τη καρδία στην παγίδευσή του στην «κανονικότητα» του σήμερα κυβερνώντος κόμματος, δηλαδή στο  «πολιτικό κόλπο» που έστησε το μπλοκ εξουσίας «Μητσοτάκης και  σία». Και, αν το κάνει, οι πολίτες θα απογοητευτούν και θα αποστασιοποιηθούν από τον ΣΥΡΙΖΑ. (Κι απ’ αυτή την οπτική, ορθά επισημαίνει η Φώφη Γεννηματά ότι το ΚΙΝΑΛ υποκαθιστά τα κενά αντιπολίτευσης που αφήνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο που ως ρόλο της αντιπολίτευσης το ΚΙΝΑΛ αντιλαμβάνεται να σκαρφαλώσει κι εκείνο στην εξουσία ως στυλοβάτης του συστήματος, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ (οφείλει) να αλλάξει ό,τι βλάπτει τη χώρα και τους πολίτες). 

Και δεν κάνει αυτό που οφείλει  να πράξει ως συστημική και κοινοβουλευτική αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ, λόγω του ότι παραβλέπει και υποτιμά (ως τώρα) δύο σημαντικά στοιχεία:

- α. ότι εάν τυχόν έθετε θέμα εκλογών αλλιώς θα διαχειρίζονταν την ανοχή που σήμερα παραχωρούν χωρίς το ενδεχόμενο εκλογών στο παρόν σκηνικό οι πολίτες, που χωρίς δεύτερη σκέψη στις δημοσκοπήσεις «κάνουν πως δεν βλέπουν» τα χάλια στα οποία οδήγησε τη χώρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Οι πολίτες αυτοί, που σήμερα προσφέρουν στον εαυτό τους (ακόμη κι αν έτσι παρατείνεται  μια κατάσταση που προφανώς βλάπτει την Ελλάδα) την πολυτέλεια να αφήνουν να αποφασίσουν σε διόμισυ χρόνια τί θα ψηφίσουν, μπροστά σε πολιτικές εξελίξεις θα πιεστούν να αποφασίσουν ανάμεσα στην οριστική ένταξή τους στον νεοδημοκρατικό «όχημα» του Κυριάκου Μητσοτάκη, που αποδεδειγμένα πλήττει το δημόσιο συμφέρον, και στην ευθύνη τους να συμβάλλουν στην αποκάλυψη της ρητής πολιτικής απονομιμοποίησης της σημερινής κυβέρνησης για να σταματήσει το κακό. Άρα και μόνο θέτοντας αίτημα εκλογών με την συγκεκριμένη αιτιολόγηση ο ΣΥΡΙΖΑ παράγει κινητικότητα στις εμφανιζόμενες ως δήθεν «παγωμένες» δυνάμεις που δηλώνουν ότι στηρίζουν ή ότι ανέχονται τον σημερινό πρωθυπουργό.

- β. ότι οι εκλογές, αν τυχόν ερχόντουσαν, θα διεξάγονταν με απλή αναλογική, καθιστώντας εκ των πραγμάτων τον ΣΥΡΙΖΑ αναγκαία κυβερνητική συνιστώσα.

Σ’ αυτά βλέπω δύο αντιλόγους: Την πιθανότατη τεχνητή κινδυνολογία που θα διακινηθεί για να στοχοποιηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως «ανεύθυνη δύναμη», επειδή θα επαπειληθεί ακυβερνησία. Μα, αν είναι υπαρκτή η πολιτική απονομιμοποίηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, πώς θα μπορούσε να γίνεται πειστικά λόγος για ακυβερνησία; Και σχετικά με το επιχείρημα ότι εν μέσω πανδημίας θα πρέπει να αποφευχθούν εκλογές: Θα ήταν ανευθυνότητα να ζητούσε κάποιο κόμμα εκλογές ενώ οι νεκροί αθροίζονται κατά εκατοντάδες; Όχι, δεν θα ήταν ανευθυνότητα, αν με τη σημερινή κατάσταση χάνονται άδικα άνθρωποι κι αυτό πρέπει το συντομότερο να σταματήσει. Όπως συμβαίνει!

Άλλωστε, κάποια στιγμή πρέπει να αποδομηθεί οριστικά  το μύθευμα της πολιτικής συντήρησης ότι οι εκλογές μπορούν να είναι κάτι που βλάπτει τη δημοκρατία. Ιδίως αν ανιχνεύονται ανωμαλίες στον τρόπο διακυβέρνησης και τη νομιμοποίηση που απαιτείται ως εκ των ων ουκ άνευ συνοδό στοιχείο οποιασδήποτε κυβέρνησης για να λειτουργεί η δημοκρατία, τότε οι εκλογές είναι πάντα λυτρωτικές!       

Εν κατακλείδι νομίζω πως είναι η ώρα να δηλωθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ ανοιχτά ότι η χώρα έχει περιέλθει σε κατάσταση αντίστοιχης κρισιμότητας και διασωστικών προταγμάτων (δόκιμων πρακτικών ή εσφαλμένων) με εκείνη της μνημονιακής περιόδου, από την οποία ο ίδιος την έβγαλε το 2018. Αναγκαιότητα διάσωσής της βιώνει ξανά η Ελλάδα ένεκα της διακυβέρνησής της από τον Κυριάκο Μητσοτάκη! Δεν είναι «δεξιό διάλειμμα» ο νεο-μητσοτακισμός. Δυστυχώς, διάλειμμα ήταν το φως εξόδου από το σπιράλ καταστροφής που ανέκοψε και παρέδωσε ο ΣΥΡΙΖΑ με τη διακυβέρνησή του 2015-’19 Και, αλίμονο, μέσα σε λίγους μόλις μήνες, από την ανοδική πορεία επιστρέψαμε στην κάθετη πτώση. Αυτή είναι η πραγματικότητα!

Κάτι τελευταίο: Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επιφυλακτικός να ζητήσει εκλογές με την τεκμηρίωση που ανέπτυξα πιο πάνω, φοβούμενος -και δικαίως- ότι η δικτατορία των μίντια που επικαθορίζει το νεο-μητσοτακικό σκηνικό της αδίστακτης πολιτικής παραπληροφόρησης θα του καταλογίσει ότι διασπά την ενότητα που χρειάζεται η χώρα ανεξαρτήτως κυβέρνησης για να αντιμετωπίσει την πανδημία. Μόνον που πρόκειται εν τοις πράγμασι για αστεία, προσχηματική και τελικά επικίνδυνη για τη χώρα επίκληση ενδιαφέροντος για την Υγεία των πολιτών και τη μάχη στήριξης της πληττόμενης ελληνικής οικονομίας (και) λόγω του κορονοϊού.

Γιατί; Διότι στον Κυριάκο Μητσοτάκη προσφέρθηκε η πρωτοφανούς ηπιότητας και υπευθυνότητας αντιπολίτευση ως σήμερα. Πώς την υποδέχτηκε και την ενσωμάτωσε, ως όφειλε, ο σημερινός πρωθυπουργός στην πολιτική της κυβέρνησής του; Μήπως έδειξε καλή διάθεση διαλόγου και ευρύτερης ανταλλαγής απόψεων, για να καταστεί η κρατική πολιτική κατά της πανδημίας, την οποία χάραξε, πλατύτερα αποδεκτή; Η (μη) χρηματοδότηση του ΕΣΥ, οι διπλοεγγραφές στο σύστημα καταμέτρησης κρουσμάτων και θυμάτων της πανδημίας, το «άνοιγμα» του σαντορινέικου ηλιοβασιλέματος, η Ελλάδα πρωταθλήτρια παγκοσμίως σε αριθμούς θανάτων από την πανδημία, τα κενά σε έμψυχο υλικό και υποδομές των ΜΕΘ, οι παλινωδίες με τη λειτουργία των σχολείων σε συνθήκες συνωστισμού των μαθητών, τα μέσα δημόσιας συγκοινωνίας εν είδει hotspots αναμετάδοσης του κορονοϊού, και τόσα και τόσα άλλα, θυμίζουν τίποτα από υπεύθυνη στάση κυβερνήτη που επιζητεί την στήριξη της αντιπολίτευσης για ένα μεγάλο ζήτημα της χώρας; Τα «ευτυχώς που δεν φτιάξαμε ΜΕΘ γιατί θα ήταν πεταμένα λεφτά» και οι ανεκδιήγητες «μελέτες» που δείχνουν ότι στα ανεπίτρεπτα συνωστισμένα μέσα μαζικής μεταφοράς ο ιός δεν μεταδίδεται, αλλά το κάνει στην απογευματινή βόλτα εκτόνωσης των έγκλειστων πολιτών και ιδίως στα ραντεβού της νεολαίας στις πλατείες (ενώ την ίδια ώρα κάνεις τα στραβά μάτια στη μαζική μετάληψη απροστάτευτων πιστών), είναι μήπως εικόνα των πραγμάτων που αφήνει το οποιοδήποτε περιθώριο στην αντιπολίτευση να σε στηρίξει;

Την ίδια ώρα, με τη βαναυσότερη παρά ποτέ ευθεία αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων από την Τουρκία στην ανατολική Μεσόγειο και την ταυτόχρονη επίμονη άρνηση για σύγκληση του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών, παράγεται μήπως η εικόνα καλής διάθεσης προς την αντιπολίτευση;

Οι ξυλοδαρμοί πολιτών μέρα μεσημέρι και μέσα στο ίδιο το σπίτι τους, τα ξεγυμνώματα πολιτών από αστυνομικούς, η απολύτως  προσχηματική επίκληση υγειονομικών κινήτρων ενώ κρώζει το μικρομματικό κίνητρο πολιτικών απαγορεύσεων για την επέτειο του Πολυτεχνείου και την επέτειο δολοφονίας Γρηγορόπουλου, και με τον τελικά αστείο Χρυσοχοΐδη να θριαμβολογεί για το «έργο» του, υπάρχει έστω και το ελάχιστο περιθώριο να υπάρξει συνεργασία με την αντιπολίτευση κατά της πανδημίας; Με «μπογδανισμούς» του αισχίστου είδους θα γίνει αυτή η συνεργασία;

Και στην οικονομία; Με σκόιλ ελικικου, πτωχευτικούς νόμους, γλίσχρες στηρίξεις των αδυνάμων που πληθύνονται ραγδαία, προκλητικές ενισχύσεις σε ημετέρους και ακόμη μεγαλύτερη αποδόμηση του εργασιακού πλαισίου (σε αντίθετη πορεία από ό,τι επιλέγεται σ’ όλη την υπόλοιπη Ευρώπη) μπορεί να υπάρξει συνεργασία με την αντιπολίτευση;

Μα, η αντιπολίτευση θα ήταν παρούσα για το κοινό όφελος και το δημόσιο συμφέρον! Δεν υπάρχει στο δημοκρατικό σκηνικό η αντιπολίτευση για να της «φοράς» τις ευθύνες της καταστροφής που εσύ προκάλεσες ως κυβέρνηση -κι αν δεν το κάνει είναι διχαστική. Πού τα έχει ακούσει αυτά ο πρωθυπουργός; Στο σπίτι του μπορεί να τον καλόμαθαν. Η Ελλάδα, όμως είναι σπίτι όλων μας και οφείλει να τη σέβεται!

Για να ξεκαθαρίσει λοιπόν κι αυτό το σημείο: Στήριξη σε επιλογές που αποδεδειγμένα πλέον βλάπτουν τη χώρα και τους πολίτες, φτωχαίνοντας τους Έλληνες και  προκαλώντας εκατοντάδες θανάτους, ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ να παράσχει η αντιπολίτευση. Αντίθετα, υποχρέωσή της είναι να αποκαλύψει τις ευθύνες και να σταματήσει το κακό.                            

Για να ανταποκριθεί σ’ αυτά τα καθήκοντά του ο ΣΥΡΙΖΑ χρωστάει να διαμορφώσει το  προγραμματικό μανιφέστο πολιτικής αλλαγής για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, (όρα στο προηγούμενο μέρος Β΄ αυτών των αναλύσεων) σε 4 άξονες:

1. Εξωτερική πολιτική και διεθνής θέση της χώρας στον κόσμο του αιώνα, που υπόσχεται να αλλάξει εκ θεμελίων  την ανθρωπότητα,

2. Οικονομία αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης και ανατοποθέτησης ενισχυμένου του λόγου του δημόσιου τομέα (υγεία-παιδεία-κοινωνική δικαιοσύνη ως παραγωγικές-επενδυτικές δράσεις της κοινωνίας των πολιτών) στις διαδικασίες λήψης των οικονομικών αποφάσεων,

3. Αναθεώρηση του πολιτισμικού και καταναλωτικού μοντέλου, για αυριανούς πολίτες με αίσθηση υπευθυνότητας απέναντι στο φυσικό περιβάλλον και την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου στοιχείου, και

4. Νέα δημοκρατικά και θεσμικά εργαλεία, υπό το φως της παρέμβασης των κοινωνικών  δικτύων του διαδικτύου και της πληροφορικής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση έχει χρέος να θέσει με απόλυτη προτεραιότητα το αίτημα αποκατάστασης του δημοκρατικού αυτοσκοπού, σε απελευθερωτική αντίστιξη με την «σκιά δημοκρατίας» 2019-2020. Είναι ταγμένος να αποκαταστήσει την πραγματικότητα και την αλήθεια, αντιπαρατιθέμενος στο μεταφυσικό αφήγημα ότι δήθεν είναι η πανδημία που κομίζει την απονομιμοποίηση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, ενώ αυτό που συμβαίνει είναι ότι η παταγώδης κυβερνητική αποτυχία παράγει αυτή την απονομιμοποίηση.

Άκαμπτη υποχρέωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι, αντί να υπονοεί ως πολιτικό του σχέδιο μια εναλλακτική διαχείριση του συστημικού μοντέλου  παραγωγής αλλεπάλληλων και πολυεπίπεδων κρίσεων, να νοηματοδοτήσει την αλλαγή που έχει ανάγκη η χώρα και να αναλάβει την πρωτοβουλία να ανοίξει ο δρόμος για τις επόμενες γενιές, με δημοκρατία, πρόοδο, ευημερία και κοινωνική δικαιοσύνη, σε μια Ελλάδα γεωπολιτικό και πολιτισμικό καταλύτη στο πλαίσιο μιας Ευρώπης που ρέπει παγίως προς την απαξίωση των ιδρυτικών αξιών της.