19 Δεκ. 2020

Φαινόμενα αποσύνθεσης στο ΚΙΝΑΛ

Η απομυθοποίηση

της «κεντρώας» πολιτικής

Οι τελευταίες αλλεπάλληλες (εσωκομματικές και διαπαραταξιακές) διχοστασίες στον χώρο του λεγόμενου «κέντρου» της πολιτικής, έχουν ανοίξει (και στην Ελλάδα) τη συζήτηση σχετικά με τον ρόλο αυτού του πολιτικού χώρου στις εξελίξεις.

Τελευταίο παράδειγμα 4 βουλευτές του ΚΙΝΑΛ που υπερψήφισαν πρόταση άρσης ασυλίας βουλευτίνας του ΜεΡΑ25, παρά τη διαφορετική εισήγηση και στάση του κ. Χάρη Καστανίδη. Και ανάλογες διαφοροποιήσεις μεταξύ βουλευτών του ΚΙΝΑΛ έχουν καταγραφεί σε πολλά θέματα ως τώρα  στην σύνθεση της παρούσας Βουλής.   

Στον ελληνικό πολιτικό βίο, τα βασικά ενδεικτικά περιστατικά σχετικά με  την ιδεολογικοπολιτική κρίση που διέρχεται την τελευταία περίοδο το «κέντρο» είναι 3:

- η παρατεταμένη διαδικασία αποσύνθεσης του ΚΙΝΑΛ, ως σχήματος που διαδέχτηκε τα υπολείμματα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.,

- η πολιτική «φούσκα» του «Ποταμιού», και

- η αστεία κοινοβουλευτική περίοδος του Βασίλη Λεβέντη.

Σε τί άραγε οφείλεται η γενικευμένη απαξίωση του χώρου, στην Ελλάδα και την Ευρώπη; Υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο αναβίωσης ενός σημαντικού ρόλου για το «κέντρο» στις σημερινές συνθήκες; Και προς τα πού κατευθύνθηκαν οι δυνάμεις που απέρρευσαν;

Για να βρούμε μια βάση απαντήσεων στοιχειωδώς εδραίων στα ερωτήματα, ας δούμε μερικά πράγματα από την ιστορία και τις σημερινές πραγματικότητες.

Κατ’ αρχάς, είναι ανάγκη να υπογραμμιστεί ότι ο χώρος ιστορικά εμφανίστηκε με ενισχυμένο λόγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πιθανότατα διότι η ως τότε μετωπική αντιπαράθεση δεξιάς-αριστεράς (από νωρίτερα, την εποχή ήδη της βιομηχανικής επανάστασης, οπότε και ανδρώθηκε το εργατικό κίνημα) είχε κουράσει τους πολίτες, ένα μέρος των οποίων βγαίνοντας από τις στάχτες της σύρραξης αναμφίβολα εκτίμησε ότι αυτή η μετωπική αντιπαράθεση κατά κάποιο τρόπο ευθυνόταν και για την ίδια την αιματηρή καταστροφή σ’ όλον τον πλανήτη. Οι πολιτικές απόψεις επιζήτησης μιας λογικής σύγκλισης σε θέσεις που αυτονόητα είναι προς όφελος των κοινωνιών, υπήρξαν η κινητήρια δύναμη της αυξημένης πειστικότητας των «κεντρώων» στις μεταπολεμικές εξελίξεις στην Ευρώπη. Το ίδιο σε γενικές γραμμές και στην Ελλάδα! Το πολιτικό κέντρο θεωρήθηκε η παράταξη που θα μπορούσε να συσσωματώσει σε ενιαία «εθνική γραμμή» ετερόκλιτες ταξικές και κοινωνικές συνιστώσες, που μετά τον εμφύλιο βίωναν μεταπολεμικά μια εσωτερική παραγωγική καταστροφή, που για τις ίδιες και πέραν τυχόν πολιτικών «προκαταλήψεων» παρέμενε κατά βάση ακατανόητη.

Σήμερα γνωρίζουμε κάτι που τότε κανένας καλοπροαίρετος πολίτης δημοκρατικών πεποιθήσεων δεν θα μπορούσε να γνωρίζει εξ αρχής: Ότι αντικειμενικά ρόλος του «κέντρου» στη δημόσια ζωή (και όχι μόνο της Ελλάδας) εκείνη την περίοδο υπήρξε η συμβολή στη μεγάλη ιδεολογικοπολιτική ήττα της αριστεράς στις χώρες της δύσης!

Όλ’ αυτά έλαβαν χώρα  επί τη βάσει προσχεδιασμένων κινήσεων, ή απλά οι ηγεσίες των κεντρώων κομμάτων προτίμησαν το ιδεολογικό οπλοστάσιο της δεξιάς και ως δικό τους πολιτικό «όχημα»; Νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα στο ερώτημα! Όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου υπερηφανευόταν ότι «έβαλε τους κομμουνιστές στο σακί» παραμένει αδιευκρίνιστο αν ήταν η αναμφισβήτητη πολιτική ευφυΐα του ανδρός που έφερε το επιθυμητό για τη εγχώρια συντηρητική παράταξη αποτέλεσμα και αν ο ίδιος αντιλήφθηκε την αξία των προοδευτικών θέσεων και κινήθηκε όπως κινήθηκε, φιλοδοξώντας να εισχωρήσει στα αριστερά κοινά, που μετά την ήττα και με το Κομμουνιστικό Κόμμα εκτός νόμου παρέμεναν χωρίς πολιτική αντιπροσώπευση.   

Η καίρια αντιδιαστολή των όσων σχετικά με το θέμα μας έλαβαν χώρα στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις εξελίξεις στην Ευρώπη, ήταν ότι στη γηραιά ήπειρο η προσέγγιση των κεντρώων δυνάμεων σε προοδευτικές και αριστερές απόψεις κυρίως διήλθε από την σοσιαλδημοκρατία, φαινόμενο που στην Ελλάδα (και πάλι, όμως, με βασικές διαφορές) εμφανίστηκε πολύ αργότερα και μετά την κατάρρευση της δικτατορίας.

Παρά ταύτα, «κεντρώα» κόμματα με αυτόνομη παρουσία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη δυτική Ευρώπη ως το τέλος του 20ου αιώνα, όπως οι τα φιλελεύθερα κόμματα της Γερμανίας και της Βρετανίας, στηρίζοντας κυρίως συντηρητικές κυβερνήσεις και πολιτικές.

Στο σημερινό σκηνικό, όμως, οι ευρωπαίοι κεντρώοι τείνουν προς την πολιτική  περιθωριοποίηση. Πιστεύω πως για την εξέλιξη αυτή υπάρχουν δύο μείζονες εξηγήσεις:

α. ότι η παταγώδης αποτυχία των οικονομικών πολιτικών του νεο-φιλελευθερισμού (που υπήρξαν κεντρικό  εφόδιο στο ιδεολογικοπολιτικό οπλοστάσιο των «κεντρώων» μετά τον μεγάλο πόλεμο), τους έχει καταστήσει αναξιόπιστους στα ευρέα κοινά, και                         

β. ότι η δεξιά στροφή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας από τη δεκαετία του 1990, ουσιαστικά εξαέρωσε την όποια πολιτική χρησιμότητα των ευρωπαίων «κεντρώων».

Η αντίστοιχη περιθωριοποίηση του σημερινού ΚΙΝΑΛ συμπίπτει ως απόρροια με την ανάλογη στάση που τήρησε το μετα-σημιτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Η «αναλαμπή» του Γιώργου Παπανδρέου το 2010, δεν μπόρεσε να ανακόψει τη ταχεία αποδόμηση του χώρου, ιδίως από τη στιγμή που η δεξιά πτέρυγα του «χώρου-ΠΑ.ΣΟ.Κ.» όχι μόνον έφραξε τον δρόμο στις προοδευτικές πολιτικές (όσες μπορούσαν να ευδοκιμήσουν στο μνημονιακό περιβάλλον), αλλά έφτασαν μέχρις του σημείου να ανατρέψουν τον τελευταίο παραταξιακό πρωθυπουργό, για να συγκυβερνήσουν οι ίδιες στη συνέχεια με μια ακροδεξιά κυβέρνηση Σαμαρά. 

Η κρίση στο πολιτικό «κέντρο» είναι σήμερα ολοκάθαρη και εκφράζεται τόσο με τη συνύπαρξη ακραία αντιπαραθετικών μεταξύ τους απόψεων μέσα στο σημερινό ΚΙΝΑΛ, όπου συνωστίζονται 3 διαφορετικές «ομάδες απόψεων», οι εκσυγχρονιστές δεξιοί Σημίτη-Βενιζέλου, οι ηγετικοί κεντρώοι (άνευ εισαγωγικών) της Φώφης Γεννηματά και οι προοδευτικοί του Γ. Παπανδρέου.

Η κρίση έχει προσλάβει δομικά χαρακτηριστικά στον χώρο, με κορυφαία απόδειξη τούτου, ότι το ΚΙΝΑΛ καταψήφισε νόμο που θέσπιζε την απλή αναλογική (παρά την αντίθετη «ιστορική» στάση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο θέμα αυτό), μολονότι αν υπήρχε κάποιο ενδεχόμενο πολιτικής «χρησιμότητάς» του στις παρούσες συνθήκες, αυτό θα ήταν η συμμετοχή του σε  κυβερνήσεις συνεργασίας. Ήδη, σήμερα, αν το ΚΙΝΑΛ είχε υπερψηφίσει τον εκλογικό νόμο του ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης για να σχηματίσει κυβέρνηση μετά τις εκλογές του 2019, θα έπρεπε να συνεργαστεί με το ΚΙΝΑΛ!

Οι σημερινοί συσχετισμοί πολιτικών δυνάμεων αποδεικνύουν πέραν  πάσης αμφιβολίας ότι η συντριπτική πλειοψηφία των «κεντρώων» πολιτικών κοινών (όποιων έχουν απομείνει) έχει  μετακινηθεί προς τα αριστερά. Δυσανάλογα μικρότερο είναι το μέρος των εναπομενόντων «κεντρώων» που κατευθύνθηκε προς τα δεξιά, παρά το ότι οι «μεταμφιέσεις» σε δήθεν κεντρώους τόσο του «Ποταμιού» όσο και  του Βασ. Λεβέντη, προσέφεραν ουσιαστικά άλλοθι σε όσους «κεντρώους» απέρριψαν τον ΣΥΡΙΖΑ.

Με τα σημερινά δεδομένα, το ΚΙΝΑΛ, έχει παγιδευτεί σε μια σχιζοφρενή πορεία, από τη μία αντιπαλότητας στον ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη με την άβολη έμμεση στήριξη που ως σήμερα προσέφερε στον νεομητσοτακισμό. Η ταχεία αποδόμηση της σημερινής κυβέρνησης και η απεγνωσμένη προσπάθεια του ΚΙΝΑΛ να εμφανιστεί ως χώρος που αποστασιοποιείται από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη (ενώ μόλις προ εβδομάδων υπερψήφιζαν μαζί στη Βουλή νομοσχέδια ακραία δεξιού πολιτικού προσήμου), έχει διαμορφώσει ένα σκηνικό με χαρακτηριστικά «χαμένης ψήφου», για όσους  τυχόν θα σκεφτόντουσαν στις σημερινές συνθήκες να το προσεγγίσουν εκλογικά. Τέτοια εκλογικά κοινά δυνητικά ανιχνεύονται σε ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας του 2019 δυσαρεστημένους από την γενικά κακή κυβερνητική εικόνα, καθώς ανάλογων κινήτρων τάση απορροής από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν ανιχνεύεται. (Μάλιστα, εδώ εντοπίζεται και το δημοσκοπικό παράδοξο να καταγράφει στις μετρήσεις απώλειες ο ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με το ποσοστό του στις εκλογές του 2019, αλλά αυτές οι καταγραφόμενες στις δημοσκοπήσεις απορροές από τον ΣΥΡΙΖΑ, ουσιαστικά να «εξαφανίζονται» προς πολιτικά άγνωστη και αδιασαφήνιστη κατεύθυνση. Ούτε το Κ.Κ.Ε., ούτε το ΜεΡΑ25, ούτε και το ΚΙΝΑΛ και φυσικά ούτε και η Νέα Δημοκρατία έχουν λαμβάνειν από τις καταγραφόμενες στις ίδιες δημοσκοπήσεις απορροές του ΣΥΡΙΖΑ, σε σύγκριση με το 32% που έλαβε στις εκλογές του 2019).

Κάπως έτσι το σκηνικό «χαμένης ψήφου» για το ΚΙΝΑΛ εμπεδώνεται. Ούτως ή άλλως θα ήταν μάλλον αδύνατο για εκλογικά κοινά που ψήφισαν τη Νέα Δημοκρατία το 2019 και σήμερα σκέπτονται να αποστασιοποιηθούν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη λόγω της κακής  διακυβέρνησης από τον ίδιον, να προσέβλεπαν στο ΚΙΝΑΛ ως «λύσης» για το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο έχουν οδηγηθεί.

Άλλωστε, η στάση του ΚΙΝΑΛ, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, παραβλέπει το θεμελιώδες ιστορικό δεδομένο για το ελληνικό πολιτικό κέντρο: Ότι ο λόγος και ο ρόλος του κέντρου αναβαθμίστηκαν όποτε το ίδιο κοίταξε αριστερά. Το επιβεβαιώνουν τα γεγονότα του 1963-1967 και φυσικά και η περίοδος 1981-1996!        

Ακόμη και η δεξιά πτέρυγα των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών (και εννοώ φυσικά τη σημερινή ηγετική ομάδα του SPD) σήμερα δείχνει να κατανοεί ότι χωρίς αριστερή στροφή πολιτικής ο χώρος θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο. Το SPD, στο πλαίσιο αυτής της απόπειρας πολιτικής στροφής του, ανακοίνωσε ότι υιοθετεί το μέτρο έκτακτης φορολόγησης της μεγάλης περιουσίας, για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών χρηματοδότησης των δημόσιων συστημάτων Υγείας!       

Στις παρυφές των παρόντων πολιτικών πραγμάτων η προϊούσα αποσύνθεση του ΚΙΝΑΛ  έχει ήδη ως συνέπεια, μικρές συντηρητικές δυνάμεις που ως σήμερα σιωπούσαν κρυπτόμενες και προσχηματικά καλύπτονταν εκεί (αν και στο πολιτικό «διά ταύτα», εδώ και καιρό έχει αποκαλυφθεί ο βασικός λόγος ύπαρξής τους ως εφεδρείες του νεο-μητσοτακισμού), να φλερτάρουν με τη σκέψη δημιουργίας νέου κομματικού σχήματος. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αυτό έχει προαναγγελθεί. Όμως, το εάν θα γίνει η τελική κίνηση και πότε, θα εξαρτηθεί από το εάν η Φώφη Γεννηματά θα επιμείνει στην όψιμη αποστασιοποίησή της από την αποτυχημένη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη (όπως εξαντλούνται ως τώρα οι πιέσεις προς εκείνη) ή εάν θα διαβεί τον πολιτικό Ρουβίκωνα κάνοντας και τη δεξιά στροφή επίσημη πολιτική της. Εάν το πράξει δεν θα την ακολουθήσει  το τμήμα του ΚΙΝΑΛ που  καλύπτεται από τις θέσεις του Γ. Παπανδρέου. Σε κάθε περίπτωση, το ΚΙΝΑΛ «στα μέτρα της» δεν θα συνεχίσει να υπάρχει. Στην αντίθετη περίπτωση, τυχόν επιμονή της στη λεγόμενη «αυτόνομη πορεία» (αν υπήρξε ποτέ τέτοια) θα επιταχύνει την αποσύνθεση του ΚΙΝΑΛ με τη δρομολόγηση συγκρότησης του νέου κεντροδεξιού σχήματος, για να  συμπράξει με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.  

Τέλος, η λύση στροφής στον ΣΥΡΙΖΑ μετά την συγκρότηση του νέου δεξιού φιλομητσοτακικού σχήματος από μέρος του σημερινού ΚΙΝΑΛ, αποκλείεται, διότι η ίδια η κυρία Γεννηματά την έχει καταστήσει απαγορευτική.  

Δεν μπορώ να προβλέψω τη συνέχεια! Δεν είμαι μάντης. Πολιτικά δεδομένα καταθέτω και έκαστος κάνει τις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις του. Όμως, η βολική για την κυρία Γεννηματά (αφού της εξασφάλιζε κάποιον μικρό  ρόλο τουλάχιστον μιας κοινοβουλευτικής παρουσίας με τη συνεπάγωγη κρατική χρηματοδότηση και τα άλλα προνόμια) πολύ αργή διαδικασία περαιτέρω απίσχνανσης των υπολειμμάτων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. -όσων απέμειναν στο ΚΙΝΑΛ-  φαίνεται να μη μπορεί να παραταθεί. Απομένει να φανεί αν θα το καταλάβουν αυτό εκεί στη Χαριλάου Τρικούπη…