28 Δεκ. 2020

Ο Γ. Παπανδρέου και το προοδευτικό μέτωπο

Περί συνεργασιών

(Α΄ Μέρος: Επί τάπητος

τα ζητούμενα ανατροπής

της δεξιάς δυστοπίας)

O Γιώργος Παπανδρέου είναι ο πρώτος πολιτικός μετά την έξοδο από το τούνελ των μνημονίων, που -μετά τον ΣΥΡΙΖΑ- κάνει λόγο για ένα προοδευτικό μέτωπο, ως πολιτικής  προϋπόθεσης για να διαφύγει η χώρα από την καταστροφική μέγγενη της σημερινής διακυβέρνησης. Και μόνο η αναφορά του πρώην πρωθυπουργού σ’ αυτό το προοδευτικό μέτωπο τον διαχωρίζει απολύτως από το σύνολο των υπόλοιπων πολιτικών προσώπων και οντοτήτων του χώρου (από το ΚΙΝΑΛ ως το ΚΚΕ) και υπό την οπτική αυτή ανοίγει και τη συζήτηση στην ουσία της.

Η παρέμβαση του Γ. Παπανδρέου σε πατρινό έντυπο (https://www.patrinorama.com.gr/odynires-diapistoseis-kai-apokalypseis-toy-pr-prothypoyrgoy-giorgoy-papandreoy-sto-patrinorama/) εκτός από την αυτονόητη σημασία της για τη διαμόρφωση των όρων που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην αναγκαία πολιτική αλλαγή, έχει και μια πρόσθετη αξία: Υπογραμμίζει και το πρακτικό πολιτικό αδιέξοδο που έχει παραχθεί από την παγίδευση δυνάμεων αντιδεξιού προσήμου στον άγονο αντισυριζισμό, με τις συνέπειες αυτού του εγκλωβισμού πολιτικών σχηματισμών που θα μπορούσαν να έχουν συμβολή σε προοδευτικές εξελίξεις, στο σημερινό γκρίζο σκηνικό. Με πρώτο και βασικό στοιχείο αυτού του παραλογισμού που εντοπίζεται στον δημόσιο βίο μας, να ξοδεύεται ασυλλόγιστα άφθονη πολιτική ενέργεια στην «απόδειξη» ότι η διακυβέρνηση Τσίπρα ήταν κακή. Πολλές φορές κόντρα στην απλή λογική και τα απτά πολιτικά στοιχεία των πραγμάτων! Τα οποία αποκαλύπτουν πλέον πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η έξοδος από τα μνημόνια, η ρύθμιση του χρέους, η συμφωνία των Πρεσπών, η θεσμική και δημοκρατική λειτουργία της χώρας και η γεωπολιτική σταθερότητα στην ανατολική Μεσόγειο με την ενεργειακή πολιτική της Ελλάδας να προχωρεί ταχύτατα (για να αρκεστώ εδώ σ’ αυτά, ως παραδείγματα) αντιδιαστέλλονται εντυπωσιακά ως θετικά βήματα μεγάλης σπουδαιότητας, από την άτακτη υποχώρηση της Ελλάδας σ’ όλα τα παραπάνω πεδία λόγω της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής.

Ο απεγκλωβισμός, λοιπόν, προοδευτικών δυνάμεων από τον άγονο αντισυριζισμό, εκτός από την απελευθέρωση του πεδίου ενάσκησης αποτελεσματικής αντιπολίτευσης από ιδεοληψίες (κάτι που σήμερα ελλείπει και κυριαρχούν τα σκηνικά  χαρακτηριστικά του νεο-μητσοτακισμού) κατά μίας κυβέρνησης που βλάπτει το δημόσιο συμφέρον, κατά γενική ομολογία και σχεδόν στο σύνολο των δραστηριοτήτων της, είναι κρίσιμο σημείο αποκατάστασης του λογικού (αντί του θυμικού) στις γραμμές των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Είναι αλήθεια ότι  δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται ζήτημα προοδευτικής συνεργασίας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της σημερινής διακυβέρνησης και των βαρύτατων συνεπειών της για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Ωστόσο, οι ως σήμερα προτάσεις επ’ αυτού προέρχονταν από τον ΣΥΡΙΖΑ, ή εμφανίστηκε τεχνηέντως ότι αποκλειστικά αυτός και απομονωμένα ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο, και έτσι κάθε προαγωγή αυτής της συζήτησης σταμάταγε εν τη γενέσει της. Έτσι η πρόταση Γ. Παπανδρέου περιλαμβάνει και ένα τρίτο καίριο πολιτικό χαρακτηριστικό: Μεταθέτει την ευθύνη για την σύμπηξη του επιζητούμενου προοδευτικού μετώπου, από τον ΣΥΡΙΖΑ στους υπόλοιπους πολιτικούς σχηματισμούς του χώρου. Το επιχείρημα ότι αποφεύγουμε τον διάλογο με τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν είναι προοδευτική παράταξη, προφανώς εξεμέτρησε τα του βίου του και τελεύτησε. Όπως με ανάλογο τρόπο παύει να εκπέμπει την παραμικρή πειθώ και το άλλο σόφισμα ότι δήθεν «ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε τη δεξιά» λόγω της κακής δικής του διακυβέρνησης.  Αυτό το τελευταίο καταπίπτει μάλιστα απολύτως διότι αφ’ ενός μεν σήμερα αποδεικνύεται ότι το 2015-’19 τελικά δεν ήταν τόσο κακό και πλασματικά και υπό φανερές σήμερα σκοπιμότητες αξιολογήθηκε όπως αξιολογήθηκε, αφ’ ετέρου δε διότι ανιχνεύονται πια πεντακάθαρα και αποφασιστικές συμπράξεις όσων πέραν της ίδιας της δεξιάς συγκαταλέγονται στο αντισυριζικό μέτωπο, με σκοπό να «αρπάξει» ο Κυριάκος Μητσοτάκης την εξουσία, μέσα σ’ ένα νέφος ψεύδους, ακροδεξιών προαιρέσεων και ακραίας ταξικής μεροληψίας σε βάρος των αδυνάμων. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε να εκλαμβάνεται ως βιώσιμη πολιτική γραμμή πλέον, να εμμένει στον αντισυριζισμό ένα κόμμα που δηλώνει προοδευτικό, υποτιμώντας ή και παραβλέποντας την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης;

Από μια άλλη πιο ορθολογική ματιά η στάση του πρώην πρωθυπουργού είναι το δεύτερο καίριο βήμα μετά την απόφαση πολλών από μας να στραφούμε μετά την αποχώρηση Καμμένου και ήδη από το 2018 στον ΣΥΡΙΖΑ, ως ραχοκοκκαλιάς του μετώπου προοδευτικών δυνάμεων, από το κέντρο ως την αριστερά, για να προαχθούν θετικές εξελίξεις για τη χώρα και τους πολίτες της. Και σήμερα, με τη σημερινή κυβέρνηση και την πολιτική της σε πλήρη εξέλιξη στον αντίποδα, παράγοντας ολοένα και περισσότερες και δυσμενέστερες συνέπειες, μπορούμε βασίμως να ισχυριζόμαστε (όσοι καλυπτόμαστε από αυτήν την πολιτική τοποθέτηση) ότι έχουν ωριμάσει ουσιαστικά οι συνθήκες για την προοδευτική πολιτική στροφή που χρειάζεται η χώρα και δεν απομένει παρά η πρακτική οργάνωση του αναγκαίου προοδευτικού πολιτικού μετώπου.     

Τέλος, η παρέμβαση Γ. Παπανδρέου έχει και ένα τελευταίο βαθύτατα συμβολικό αλλά καταλυτικού πολιτικού αποτελεσματικού βάρους στοιχείο: Επειδή ο ίδιος υπήρξε επίλεκτο θύμα της επέλασης της ευρωπαϊκής και εγχώριας σκληρής δεξιάς, έχει μεγάλη σημασία να δηλώνει σήμερα εκείνος ότι προσέρχεται σ’ έναν διάλογο με ζητούμενο την προοδευτική συνεργασία! Διότι, φυσικά, ο πρώην και τελευταίος πρωθυπουργός του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ανεξαρτήτως των όσων έλεγαν οι υποστηρικτές του όλ’ αυτά τα χρόνια από το 2011 και μετά, και πέραν των όσων επαναλαμβάνει και σήμερα ο ίδιος -αν και σε άλλους τόνους- στη συνέντευξή του, γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που τον ανέτρεψε (πως άλλωστε να το έκανε ένα κόμμα του 5%), αλλά η σκληρή δεξιά, ευρωπαϊκή και εγχώρια, συνεπικουρούμενη από συνοδοιπόρους της μέσα στο ίδιο το κόμμα του. Σε κάθε περίπτωση, το άνοιγμα Γ. Παπανδρέου στον ΣΥΡΙΖΑ επανορθώνει και την εξ ίσου πλασματική (και εκ των πραγμάτων συγκρουόμενη με την πραγματικότητα) αφήγηση ότι τη δεξιά Σαμαρά την έφεραν δήθεν οι «πλατείες» και όχι οι βουλευτές του που τον ανέτρεψαν. Και υπ’ αυτή την προσέγγιση ο πρώην πρωθυπουργός οριοθετεί το εγχείρημα της προοδευτικής συνεργασίας στο οποίο προσέρχεται, μέχρι το τμήμα εκείνο του σημερινού σχηματισμού, που σήμερα τον φιλοξενεί ως ισότιμο εταίρο, στο οποίο εντάσσονται όσοι παραμένουν στο ΚΙΝΑΛ αλλά το 2011 τον ανέτρεψαν!

Πρακτικά, ως πολιτικό στοιχείο, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να συγκαταλέγονται στο  μέτωπο που επιζητεί ο Γ. Παπανδρέου πρόσωπα και χώροι, που απλά καλύπτονται από δεξιές  πολιτικές, τις οποίες φυσικά αντιμάχεται ένα προοδευτικό μέτωπο! Αν στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ ο πρώην  πρωθυπουργός κάνει λόγο για «λήθη» (για να χρησιμοποιήσω τη δική του λεκτική), ανάλογη στάση απέναντι σε εκείνους που μέσα στο ίδιο το κόμμα του το 2011 τον ανέτρεψαν δεν είναι νοητή! Όχι γιατί δεν είναι στα διαθέσιμα πολιτικά χαρακτηριστικά (το αντίθετο μάλιστα ισχύει για τον Γ. Παπανδρέου) της πολιτικής προσωπικότητάς του πρώην πρωθυπουργού η «λήθη» απέναντι σε πρώην αντιπάλους για να προάγονται σημερινοί πολιτικοί στόχοι, αλλά διότι απλούστατα δεξιοί δεν έχουν ρόλο σ’ ένα προοδευτικό πολιτικό μέτωπο και έτσι αυτονόητα αποκλείονται.

Για να το κάνω απογυμνωτικά σαφές: Ούτω καλούμενοι «εκσυχρονιστές», σημιτικοί, υποστηρικτές του Β. Βενιζέλου, ανομολόγητοι αυτόκλητοι υπερασπιστές του έργου της σημερινής κυβέρνησης, δεν μπορούν να λογίζονται ως  μέρος του επιζητούμενου προοδευτικού μετώπου, ως ασύμβατοι με το εγχείρημα! Άλλωστε και οι ίδιοι αυτό το έχουν λίγο-πολύ διευκρινίσει οριστικά, είτε με τις τελευταίες δημόσιες αναφορές του Κ. Σημίτη, είτε σε πληθώρα άλλων ευκαιριών.           

Κάτι τελευταίο σχετικά με παραπάνω και την αποτίμηση της παρέμβασης του Γ. Παπανδρέου! Η ολοφάνερη πολιτική διαφοροποίησή του από την ανεπίτρεπτα και αντικειμενικά υποστηρικτική του νεο-μητσοτακικού μπλοκ εξουσίας- τελικά παγιδευμένη-  στάση της Γ. Γεννηματά, είναι απόρροια του πολιτικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει το ΚΙΝΑΛ την τελευταία περίοδο. Είναι φανερό ότι η συνύπαρξη κραυγαλέα αντίθετων μεταξύ τους πολιτικών απόψεων, δεν είναι συνταγή μακροημέρευσης για κανέναν πολιτικό σχηματισμό. Πολύ περισσότερο, αν  ήδη βουλευτές του σχήματος διαφοροποιούνται από την «κομματική γραμμή». Σε μία περίπτωση διαφοροποιήθηκε, μάλιστα, και ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου! Με τέτοια προσέγγιση, η παρέμβαση του Γ. Παπανδρέου είναι το καμπανάκι για την προϊούσα αποσύνθεση του «πεδίου πολιτικής», επί του οποίου στηρίζεται το ΚΙΝΑΛ.

Βεβαίως, ένα κόμμα από 6-8% θα μπορούσε να έχει κάποιο ρόλο (και βουλευτές δίνει και πρόσβαση στην κρατική χρηματοδότηση προσφέρει στην ηγεσία του και σε μια μικρή ομάδα στελεχών του). Ωστόσο, αυτό θα είχε εφαρμογή στην περίπτωση του ΚΙΝΑΛ, αν το ίδιο δεν είχε εμποτίσει τη σημερινή κομματική γραμμή με το ανόητο αφήγημα ότι δήθεν σιγά-σιγά θα γίνει αυτό το σχήμα μεγαλύτερο από τον ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή, μια ανεδαφική στάση, ολοφάνερο προϊόν του άγονου αντισυριζισμού που ανέφερα πιο πάνω. Όταν η προοπτική επαλήθευσης αυτής της προσδοκίας (δηλαδή να καταφέρει το ΚΙΝΑΛ να γίνει μεγαλύτερο από τον ΣΥΡΙΖΑ) αποκαλύπτεται τόσο ηχηρά ως έωλη και αντανακλά τόσο καθαρά ότι μόνο τη διατήρηση μιας ηγετικής «θεσούλας» υπηρετεί, τότε πώς να μακροημερεύσει το πολιτικό σχέδιο της κυρίας Γεννηματά;    

Και καλά, στα κόμματα συχνά ανιχνεύονται «ανοησίες γραμμής» (για μια σειρά λόγους -ίσως τους δούμε κάποια άλλη φορά). Όμως αυτές οι «ανοησίες γραμμής» βαραίνουν τo ίδιο το κόμμα που διαπράττει την αστοχία. Εδώ, στην περίπτωση του ΚΙΝΑΛ το πιο πάνω ανεδαφικό αφήγημα παράγει σοβαρό κόστος για την ίδια τη χώρα και τους πολίτες της. Και τούτο, διότι με την προτροπή να αναμένουν οι πολίτες πρώτα  «να περάσει μπροστά» το ΚΙΝΑΛ και μετά να τεθεί θέμα απομάκρυνσης της σημερινής κυβέρνησης από την εξουσία, αντικειμενικά προσφέρεται ανοχή στη σημερινή καταστροφή που παράγει ο νεο-μητσοτακισμός και ευνοείται η πολιτική που αντιμάχεται κάθε προοδευτική πολιτική εξέλιξη στον τόπο.     

ημ.: Ύστατο αλλ’ όχι έσχατο: Η απαράδεκτη μεταχείριση της μεγάλης ιστορίας και των συμβόλων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τη σημερινή ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, είναι το κεντρικό επεξηγηματικό αίτιο της περιθωριακής σημερινής  παρουσίας του σχήματος. Αν η ίδια η ηγεσία του αδυνατεί να κατανοήσει ότι το στοιχείο αυτό αποτελεί και τον αμετακίνητο φραγμό σε κάθε ενδεχόμενο να καταστεί το ΚΙΝΑΛ μεγάλη παράταξη, τότε πώς να ευδοκιμήσει η σημερινή γραμμή του; Από την άλλη πλευρά, επειδή ιστορία και συμβολισμοί μεγάλων πολιτικών παρατάξεων ποτέ δεν μπορούν να γίνουν ιδιοκτησία μεταγενέστερων ηγεσιών, αλλά πάντα θα ανήκουν στις παραδόσεις του πολιτικού και κοινωνικού κινήματος το οποίο εκπροσώπησαν, αυτονόητη είναι η υποχρέωση όσων  εξ ημών καλύπτονται απ’ αυτές τις παραδόσεις να δώσουμε τη μάχη υπεράσπισης του περιεχομένου τους από ανεπίτρεπτες διαστρεβλώσεις. Και θα το κάνουμε ως το τέλος, και έως ότου η προοδευτική πολιτική διαχείριση των υποθέσεων της χώρας επέλθει)

__________________________________________    

(Στο επόμενο Β΄ Μέρος: Είναι εφικτό ένα προοδευτικό πολιτικό μέτωπο και με ποιές θέσεις;)