12 Ιαν. 2021

Πανδημία και οικονομία

Καταστρέφοντας το μέλλον…

(Μέρος Α΄: Η Ελλάδα

σε αντίθετη πορεία από την ΕΕ)

Στην εποχή της πανδημίας (η οποία, τηρουμένων των επιστημονικών, υγειονομικών και πολιτικών-κοινωνικών αναλογιών και σε σύγκριση με το παρελθόν, ίσως είναι από τις χειρότερες στην ιστορία) οι χιλιάδες θάνατοι στην Ελλάδα αποτελούν και δικαίως το βασικό πεδίο αποτίμησης του βαθμού πολιτικής επιτυχίας της σημερινής κυβέρνησης.

Για την υπηρέτηση αυτού του ολοκάθαρα πολιτικού και καθόλου υγειονομικού σκοπού έχουν επιστρατευτεί όλα τα διαθέσιμα επικοινωνιακά μέσα, με αρνητικές επιπτώσεις στην τελική επίδοση της χώρας στη μάχη κατά του κορονοϊού. Ισχυρότερη απόδειξη αυτών των τελικά θανατηφόρων αρνητικών επιπτώσεων είναι η παραπλάνηση ότι δήθεν την περασμένη άνοιξη είχαμε κερδίσει τον πόλεμο, με ευθεία συνέπεια την άφρονα κατά γενική παραδοχή πλέον διαχείριση του ανοίγματος που ακολούθησε και αποτέλεσμα την άθροιση στον μακάβριο κατάλογο των θυμάτων μαζικών θανάτων, που διαφορετικά θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί.

Είναι αλήθεια ότι δεν είναι μόνο ελληνική η αστοχία! Ωστόσο, η σύγκριση της σημερινής κατάστασης με την κατάσταση κατά το άνοιγμα της περασμένης άνοιξης, αναμφίβολα θέτει την Ελλάδα σε μία από τις πρώτες θέσεις  του παγκόσμιου καταλόγου σε ό,τι αφορά τον βαθμό επιδείνωσης των επιπτώσεων της πανδημίας ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο κύμα. Στην κατεύθυνση αποσιώπησης αυτού του σαφέστατου πολιτικού «δεδομένου» προσέρχεται και το κυβερνητικό «δεύτερο επικοινωνιακό κύμα», που κυρίως υπηρετείται από την αφειδή, επιλεκτική και αδιαφανή χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης, καθώς και από το «εμπόριο της ελπίδας» του εμβολίου. Κι αυτά που αναφέρω αποτελούν σήμερα στοιχεία του πολιτικού σκηνικού που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.  

Ωστόσο, όλ’ αυτά και «η επικυριαρχία της επικοινωνίας για την πανδημία», αντί της μάχης κατά του κορονοϊού αυτού καθ’ αυτού καθώς και του σχηματισμού εικόνας για τα υπόλοιπα στοιχεία του αντικειμενικά ευρύτατου σκηνικού της πολιτικής συγκυρίας, εκ των πραγμάτων υπηρετούν και έναν δευτερεύοντα κυβερνητικό επικοινωνιακό στόχο: την απόκρυψη της εκτεταμένης καταστροφής που παγιώνεται πλέον στην οικονομία. Για ορισμένους κλάδους, μάλιστα (όπως για παράδειγμα στη μικρομεσαία επιχειρηματική δραστηριότητα -και καθόλου τυχαία, όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω στη συνέχεια) η έκταση της καταστροφής είναι τέτοια, ώστε να μην υπάρχουν καν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις για επιστροφή στην προτεραία της πανδημίας κατάσταση, όπως υπόσχεται το έωλο κυβερνητικό αφήγημα περί της δήθεν ελεγχόμενης κρίσης στην ελληνική οικονομία λόγω της πανδημίας.

Δεν γνωρίζω -και ούτε έχει σημασία να εικάσω- αν η  «η επικυριαρχία της επικοινωνίας για την πανδημία» σε πολιτικό επίπεδο είναι συνειδητή επιλογή των κυβερνώντων, ή  όχι. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι σε κάθε περίπτωση σκοπός του αφηγήματος που διατίθεται στους πολίτες είναι μια γενικευμένη προσπάθεια αποσιώπησης του κακού που λαμβάνει χώρα στη σημερινή «Ελλάδα της πανδημίας», αντί της προβολής του θετικού κυβερνητικού έργου, αν υφίσταται τέτοιο κι όποιο και σε οποιοδήποτε πεδίο κι αν ανιχνεύεται. Μ’ άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με μια συστηματική «επικοινωνία για την καταστροφή», η οποία νοηματικά και ψυχολογικά επιδρώντας στο συλλογικό «θυμικό περί μέλλοντος» των πολιτών, προσφέρει υπηρεσίες καίριων πληγμάτων στην αντιλαμβανόμενη προβολή της χώρας και των δυνατοτήτων της τα επόμενα χρόνια. Μια χώρα χωρίς καθόλου ή στην καλύτερη περίπτωση με ασφυκτικά περιορισμένα δικαιώματα θέας στο μέλλον!

Αναζητώντας τις λεπτές αποχρώσεις των κυβερνητικών επιλογών για την οικονομία, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαπίστωση, που αποδεικνύει ότι η Ελλάδα πορεύεται στην αντίθετη κατεύθυνση από την πορεία που ακολουθούν οι κυβερνήσεις για τις οικονομίες τους εν μέσω πανδημίας. Συγκεκριμένα, σ’ όλο τον κόσμο η οικονομία αξιοποιείται (και στη συνέχεια με τη σειρά της συμβάλλει στην ενίσχυση πρόσβασης των πληθυσμών  στην παράμετρο «ελπίδα για το μέλλον»), ως πεδίο με καίριο λόγο στην προσδοκώμενη μεταπανδημική ανόρθωση των κοινωνιών. Στην Ελλάδα βρισκόμαστε μπροστά στην ως σήμερα αμετακίνητη κυβερνητική προσέγιση ότι η πανδημία είναι ένα κακό με πρόσκαιρες και ελέγξιμες συνέπειες για την οικονομία, το οποίο «θα περάσει» μαζί την αρρώστια και στη συνέχεια, έτσι ως διά μαγείας, όλα θα πάνε καλά.

Πρόκειται για έναν τελείως διαφορετικό (και μοναδικό παγκοσμίως) τρόπο καταγραφής, κατανόησης και αντίδρασης των εξελίξεων στην οικονομία, υπό την πανδημική συνθήκη! Παντού η οικονομική κρίση (φυσική και συγκυριακή συνέχεια της παρατεταμένης κρίσης από τα μέσα ήδη της δεκαετίας του 2000) γίνεται αντιληπτή ως δομικών επιπτώσεων αρνητική επίδραση στα οικονομικά πράγματα, και επιχειρείται -με επιτυχία ή όχι είναι άλλη συζήτηση- η αναθεώρηση των βάσεων επί των οποίων οικοδομήθηκε η οικονομία που αποδείχτηκε αδύναμη και απρόσφορη να ανασχέσει την πτώση που ξεκίνησε εδώ και μια δεκαπενταετία και έκτοτε δεν έχει ανακοπεί. Στην Ελλάδα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Επιχειρείται να παρουσιαστεί ότι για συγκυριακούς και μόνο λόγους έχει ανασταλεί το οικονομικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη (ένα πρόγραμμα κραυγαλέων ιδιωτικοποιήσεων των εναπομενόντων τομέων της οικονομίας υπό δημόσιο έλεγχο και γενναίας αναδιανομής του πλούτου της χώρας υπέρ των ισχυρότερων, φυσικών προσώπων και εταιρειών) και μόλις η συγκυρία το επιτρέψει (και η πανδημία υποχωρήσει) το ίδιο πρόγραμμα θα συνεχίσει να εφαρμόζεται ως είχε.

Το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα του πόσο διαφορετικοί είναι κυβερνητικοί χειρισμοί στην οικονομία στην Ελλάδα σε σύγκριση με όλη την υπόλοιπη Ευρώπη, είναι πώς αντιλαμβάνεται και αξιοποιεί η κυβέρνηση της Αθήνας, το πλαίσιο ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, που ενέκρινε το περασμένο καλοκαίρι (και πριν το δεύτερο κύμα της πανδημίας) η σύνοδος κορυφής της ΕΕ. Ενώ σ’ όλες τις υπόλοιπες χώρες η ηλεκτρονική και υπολογιστική αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων μικρής και μεσαίας κλίμακας είναι βασικό στοιχείο στήριξης της κατανάλωσης και των ίδιων των επιχειρήσεων αυτής της κλίμακας (και αυτή η τεχνολογική αναδιάρθρωση είναι δηλωμένος πρωτεύων στόχος του ευρωπαϊκού προγράμματος οικονομικής ανασυγκρότησης), στην Ελλάδα από το click away έχουν ωφεληθεί κατά συντριπτικό ποσοστό προνομιακά οι μεγάλες επιχειρηματικές κλίμακες. Για να γίνει ακόμη πιο καθαρή η διαφορά: Ενώ σ’ ολόκληρη την Ευρώπη η προτροπή από την ΕΕ για τεχνολογική αναβάθμιση των μικρομεσαίων αφορά σε προσπάθεια κλεισίματος της ψαλίδας υπεροχής των μεγαλύτερων επιχειρηματικών κλιμάκων από τις μικρότερες,  στην Ελλάδα το click away διεύρυνε την ψαλίδα. Στοιχειώδεις μέριμνες κρατικής στήριξης των μικρομεσαίων σε υποδομές μαζικού ηλεκτρονικού εμπορίου δεν υπήρξαν και αν κάποια στιγμή με μεγάλη καθυστέρηση παρασχέθηκαν ο διαθέσιμος χρόνος πρόσβασης των μικρομεσαίων στους αυξημένους τζίρους των εορτών ήταν ασφυκτικός και  αναποτελεσματικός. Κι ακόμη, όποιες και όσες μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρόλαβαν να κάνουν κάτι στο πεδίο αυτό, τίποτα δεν απέμεινε ως πάγιο στοιχείο στη συγκρότησή τους, για να βελτιώσουν τη θέση τους στον ανταγωνισμό τους με τις μεγάλες επιχειρηματικές κλίμακες μελλοντικά. (Απολύτως ενδεικτικό ότι η Τράπεζα της Ελλάδας την ίδια ώρα ανακοίνωσε ότι αυξήθηκε το κόστος δανεισμού για τους μικρομεσαίους σε σύγκριση με τις μεγάλες επιχειρήσεις!)

Μια εικόνα ακόμη: Η σημαντική τεχνολογική και διαδικτυακή αναβάθμιση της σχέσης πολιτών-κρατικών υπηρεσιών μέσω του e-government, που φυσικά είναι θετική, είναι ταυτόχρονα και αποκαλυπτική των κυβερνητικών προτεραιοτήτων. Ενώ η διευκόλυνση των πολιτών αφορά σε σημαντικό μέρος εκτός από την καλύτερη εξυπηρέτησή τους και στην εξασφάλιση δημοσιονομικών εσόδων (και κανένα πρόβλημα ως προς αυτό), από το gov.gr απουσίασε πλήρως κάθε στήριξη στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ απολύτως μέσα στις δυνατότητες του ήταν η δημιουργία δωρεάν υπολογιστικής βάσης e-commerce. Το κενό  κάλυψαν (ή μάλλον προσπάθησαν να καλύψουν) τοπικές προσπάθειες δήμων και περιφερειών, οι οποίες φυσικά δύσκολα θα μπορούσαν να προσλάβουν χαρακτήρα πανελλήνιας εμπορικής βάσης.         

Είναι αυτές οι εικόνες τυχαίες; Φυσικά δεν είναι!

Η άνετη πρόσβαση των μεγάλων επιχειρήσεων στα  κυβερνητικά κέντρα λήψης των αποφάσεων για την οικονομική πολιτική, σε σύγκριση με την ανύπαρκτη πρόσβαση των μικρομεσαίων, δεν είναι κάτι τυχαίο, αλλά απόρροια συγκεκριμένων προτεραιοτήτων που έχει θέσει η σημερινή κυβέρνηση και, παρά την πανδημία, δεν έχει τροποποιήσει ούτε κατά το ελάχιστο. Κοντά σ’ αυτό θα πρέπει να συνεκτιμηθεί  η γενική ρητορική των νεοφιλελεύθερων απόψεων (που συμπίπτει με την άποψη της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη), σύμφωνα με τις οποίες οι μικρές και μεσαίες επιχειρηματικές κλίμακες είναι αντιπαραγωγικές τόσο ως προς το κόστος εργασίας όσο και ως προς την καινοτομία, σε σύγκριση με τις μεγάλες επιχειρηματικές κλίμακες. Παρ’ όλ’ αυτά, τέτοιες απόψεις ήδη θεωρούνται πεπαλαιωμένες και αναντίστοιχες με τα ζητούμενα ανόρθωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, από τις συνέπειες της κρίσης που παγίωσε και επιδείνωσε η πανδημία. Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη (ήδη πριν την πανδημία, αλλά σήμερα πια κατά προτεραιότητα) επιδοτείται αδρά η χρηματοδότηση στις μικρές μονάδες, που αναδεικνύονται σε καταλύτη της καινοτομίας.

Η τάση και η προτεραιότητα αυτή δεν είναι μια επιλογή που μπορεί να αναβληθεί για αργότερα και να ενεργοποιηθεί για την ελληνική οικονομία, αφού πρώτα θα έχουν επιδοτηθεί και χρηματοδοτηθεί από τα δημόσια ταμεία (ελληνικά και ευρωπαϊκά) οι επενδυτικές κινήσεις μεγάλων κλιμάκων που είναι προγραμματικό πρόταγμα της παράταξης της ΝΔ και της μητσοτακικής «διοίκησης». Στην ΕΕ οι χρηματοδοτικές στηρίξεις προς τις μεγάλες επιχειρηματικές κλίμακες από τα δημόσια ταμεία, καταβάλλονται για να συγκρατηθεί ένα ανεξέλεγκτο κύμα ανεργίας. Αντίθετα, καμιά προσδοκία δεν φαίνεται να τρέφει η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ από τις μεγάλες αυτές επιχειρήσεις ότι εκείνες είναι που θα σηματοδοτήσουν και θα ορίσουν την παραγωγική και αναπτυξιακή πρόοδο που θα ανορθώσει τις οικονομίες, αφού υστερούν σε εφευρετικότητα και ευελιξία από τις μικρές μονάδες, ακόμη και τις προσωπικές επιχειρηματικές δραστηριότητες. Στην Ελλάδα συμβαίνει το τελείως αντίθετο απ’ αυτά!            

Επίσης, ενώ σ’ όλη την Ευρώπη η δημόσια χρηματοδότηση και η δανειακή στήριξη των μικρομεσαίων από τις τράπεζες θεωρείται λυδία λίθος της ανάκαμψης και θεωρούνται αναπτυξιακές (παρ’ ό,τι οι πόροι γι’ αυτά προέρχονται από εξωτερικό δανεισμό και άμεσο ή έμμεσο κόψιμο πληθωριστικού νομίσματος μέσω άτυπων ευρωομολόγων δανεισμού συνολικά της ευρωζώνης και μέσω των προγραμμάτων ρευστότητας της ΕΚΤ), στην Ελλάδα θεωρούνται αντιπαραγωγικές επενδύσεις και αποφεύγεται ή περιορίζεται συστηματικά σε σύγκριση με τις άλλες χώρες η χρηματοδότηση τέτοιων δράσεων, για να εξοικονομούνται πόροι που θα κατευθυνθούν σε μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, προνομιακούς υποστηρικτές του σημερινού κυβερνητικού μπλοκ περί τον κ. Μητσοτάκη.

Σαν να μην φτάνει αυτό, θεσπίζονται ρυθμίσεις, σαν τον πτωχευτικό νόμο (που ακόμη και η σημερινή κυβέρνηση υποχρεώθηκε σε αναστολής εφαρμογής του λόγω της καταστροφικής επίπτωσης που επιφέρει  στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις -αλλά επιμένει να μην τον καταργεί). Πτωχευτικό νόμο, υπενθυμίζω, που αποτελεί τελειωτικό πλήγμα σε χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, τουλάχιστο ως προς την προσδοκία μελλοντικής έστω πρόσβασής τους σε τραπεζικό δανεισμό και ενώ την ίδια ώρα επιδοτούνται αφειδώς οι εξυγιάνσεις τραπεζικών ισολογισμών, με τα δισ. ευρώ που κατευθύνονται προς τις τράπεζες  ποτέ να μην μετατρέπονται σε δανεισμό προς μικρές επιχειρήσεις και νοικοκυριά!

Αν αυτά δεν είναι χάραξη μιας πορείας προς την ολοσχερή καταστροφή της ελληνικής οικονομίας, τότε τι είναι;

_____________________________

(Σημ.: Στο επόμενο Β΄ Μέρος: Το σχέδιο Πισσαρίδη ως συνταγή καταστροφής)