16 Ιαν. 2021

Πανδημία και οικονομία B

Καταστρέφοντας το μέλλον…

(Β΄ Μέρος: Το σχέδιο Πισσαρίδη

ως συνταγή ήττας)

Νομίζω πως αξίζει τον κόπο να δούμε πιο αναλυτικά τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το σχέδιο Πισσαρίδη ως η κυβερνητική πρόταση προς την Κομισιόν για τη μεταπανδημική ελληνική οικονομία βρίσκεται σε αντίρροπη κατεύθυνση από τους άξονες που έχει θέσει προς τις χώρες-μέλη η σύνοδος κορυφής της ΕΕ στο σχέδιο ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι και η υλοποίησή του εκκρεμεί.

Στην Ευρώπη, την περασμένη  δεκαετία και όταν ξέσπασε με όλη την ορμή της η καπιταλιστική κρίση που πρωτοεκδηλώθηκε από το 2008 στις ΗΠΑ με την κατάρρευση της Lεhman Brothers, εκείνο που περίσσεψε ως μέσο στην προσπάθεια ελέγχου των πληγμάτων επί της πραγματικής οικονομίας, ήταν η προσφυγή  σε ακραία δημοσιονομικά μέτρα. Η ολοφάνερη παραμέληση του παραγωγικού πυλώνα στη γερμανοκεντρική ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική 2010-2019, εκτός από σημαντική επιδείνωση στις εισοδηματικές διαφορές και κατ’ επέκταση τη δημοκρατική απονομιμοποίηση των αποφάσεων της ΕΕ, οδήγησε σε απίσχνανση του ειδικού βάρους της Ευρώπης στην παγκόσμια οικονομία, με εξαίρεση τον νομισματοπιστωτικό τομέα. Οι παραγωγικές ευρωπαϊκές επιτυχίες της περασμένης δεκαετίας (π.χ. Nokia και Ericisson στην κινητή τηλεφωνία και πολλών εταιρειών στις ήπιες μορφές ενέργειας, αλλά και σε άλλους κλάδους), αντικαταστάθηκαν από το 2010 και μετά αποκλειστικά από μια «μανία» επενδυτικών χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων, η προαγωγή και υπηρέτηση των οποίων είναι άλλωστε και η θεμελιώδης εξήγηση γιατί η ΕΕ επέμεινε τόσο μονοσήμαντα στη δημοσιονομική παράμετρο, ως σχεδόν αποκλειστικού μέσου χειρισμού της καπιταλιστικής κρίσης.

Η κατά τη δεκαετία του 2010 σύγκριση της ευρωπαϊκής παραγωγικής ακινησίας με τις επιτυχίες των αμερικανικών κολοσσών πληροφορικής, αλλά και των κινεζικών και ρωσικών ανάλογων επιτυχιών που εν τω μεταξύ έκαναν την εμφάνισή τους, διεύρυνε το πρόβλημα. Δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο ότι η ΕΕ αντιμετώπισε με εξαιρετική αμηχανία το τεράστιο πρόβλημα που δημιούργησαν οι κολοσσοί της πληροφορικής στην Ευρώπη, με τις χαμηλές φορολογικές κλίμακες σε κάποιες χώρες-μέλη (π.χ. Ιρλανδία). Κι ακόμη και σήμερα η ΕΕ μόνο με προστατευτισμό προσπαθεί να ανασχέσει το φαινόμενο διευρυνόμενης απόστασής της από τις οικονομίες του μέλλοντος, τις οποίες αδυνατεί να παρακολουθήσει. Επί πλέον, η τραγική ευρωπαϊκή υστέρηση έναντι των Κινέζων της Huawei στη μεγάλη μάχη του 5G, επισφραγίζει ότι η ήττα της ΕΕ είναι μη αντιστρέψιμη και μόνο με πλήρη αλλαγή πλεύσης θα μπορούσε να διεκδικηθεί ξανά με αξιώσεις η επιστροφή της ενωμένης Ευρώπης στις ηγέτιδες δυνάμεις της υφηλίου τον 21ο αιώνα.    

Σήμερα πια, που η παγκοσμιοποιημένη μάχη των οικονομιών έχει εναποτεθεί πλήρως στην πληροφορική και τις τηλεπικοινωνίες, η Ευρώπη έχει μείνει πολύ πίσω και εξαντλεί τις παρεμβάσεις της σε μέτρα προστατευτισμού. Πρόκειται για την πανηγυρικότερη απόδειξη ότι η ευρωπαϊκή οικονομία κινήθηκε σε λάθος ράγες όλη τη δεκαετία του 2010 και έχασε πολύ έδαφος στον παγκόσμιο ανταγωνισμό των οικονομιών.                 

Παράλληλα, η συσσωρευμένη μνήμη της επιτυχίας αμερικανικών επιχειρήσεων που ξεκίνησαν πριν δεκαετίες σ’ ένα  μικρό φοιτητικό γραφειάκι και σήμερα δεσπόζουν στην υφήλιο, επισφραγίζει σε πόσο λανθασμένες βάσεις τέθηκε η απόπειρα του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού, επικεντρώνοντας αποκλειστικά στο κόστος εργασίας στην Ευρώπη και όχι στην ποιότητα προσφερόμενης εργασίας. Έτσι, ο αυτοσκοπός μείωσης του κόστους εργασίας στην Ευρώπη στράφηκε μονοσήμαντα στην ενδυνάμωση του ευρωπαϊκού ιδιωτικού τομέα, παραβλέποντας ότι στις ΗΠΑ, αλλά και την Κίνα και τη Ρωσία, μια νέα περίοδος συνεργασίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων με τον δημόσιο τομέα, έμπαινε μπροστά.

Οι δημόσιες επενδύσεις στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα, υπήρξαν η ατμομηχανή για την αναβάθμιση της ποιότητας εργασίας και τον αναπροσανατολισμό της προσδοκίας για καινοτόμες παραγωγικές λύσεις από μικρές επιχειρηματικές κλίμακες, αντί της ευρωπαϊκής επένδυσης στις κερδοφορίες των  μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Η απόφαση της ΕΕ να αποφύγει τέτοιες επενδύσεις (και να τις διαθέσει για τις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρηματικές μονάδες), είναι το αίτιο που η Ευρώπη εξέρχεται βαθύτατα ηττημένη σε παγκόσμια κλίμακα σε όσα ήδη λαμβάνουν χώρα στη διεθνή οικονομία. Και η τελευταία ευκαιρία της «να το παλέψει» χάθηκε, όταν με τον σοϊμπλισμό από το 2010 και μετά όλες οι ευθύνες για την ευρωπαϊκή υστέρηση  αποδόθηκαν στα αστεία και ιδεοληπτικά αίτια της δήθεν τρυφηλότητας των φτωχότερων πληθυσμών του ευρωπαϊκού νότου στη Μεσόγειο.

Αυτό το κρίσιμο σημείο, είναι απολύτως ευκρινές ότι προσπαθεί να διορθώσει το σχέδιο ανασυγκρότησης που ενέκρινε το περασμένο καλοκαίρι η σύνοδος κορυφής της ΕΕ. Η μετασκευή της ευρωπαϊκής οικονομίας από παγκόσμια ηγέτιδα συσσώρευσης πλούτου ανισομερώς και αντικοινωνικά κατανεμημένου, σε παραγωγική οικονομία, διαπερνά ως φιλοσοφία το σύνολο του σχεδίου ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι. Για να το προσπαθήσει αυτό η Ευρώπη, στο σχέδιο ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας επιλέγονται 3 πεδία προτεραιότητας: η εφευρετική παραγωγικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε νεοπαγείς μονάδες με άξονα την πληροφορική και τις τηλεπικονωνίες, η φιλική προς το Περιβάλλον ενέργεια και η επένδυση στη δημόσια Παιδεία, τη δημόσια Υγεία και τον Πολιτισμό, ως των βασικών οχημάτων αποκατάστασης της κλονισμένης κοινωνικής συνοχής στην ΕΕ, που θεωρείται απαράβατος όρος για να προχωρήσει το ενωσιακό εγχείρημα μπροστά.          

Πρέπει, τέλος, να προστεθεί ότι το σχέδιο ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι, εκτός από τους παραπάνω 3 στόχους στρατηγικής αναδιάρθρωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, υποδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς ότι οι πόροι για να υπηρετηθούν οι ίδιοι στόχοι δεν θα αναζητούνται πλέον σε εξοικονομήσεις από περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές, αλλά από πληθωριστικό χρήμα, διαφόρων μορφών. Αυτό είναι το οικονομικό μέσο που «λάνσαρε» το περασμένο καλοκαίρι η απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ.  

Από τα παραπάνω σημεία, ΟΥΤΕ ΕΝΑ δεν συμπεριλαμβάνεται στο σχέδιο Πισσαρίδη! Πρόκειται για μια πρόταση οικονομικής πολιτικής άριστα προσαρμοσμένη στη φιλοσοφία της ευρωζώνης την περίοδο 2010-2019, που ελέγχεται πλέον πανηγυρικά ως αποτυχημένη, και σε αντίθετη κατεύθυνση από τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες που έχουν σαφώς τεθεί για την επόμενη δεκαετία. Και πρόκειται για τη μοναδική χώρα-μέλος της ΕΕ στην οποία καταγράφεται αυτή η κορυφαία αντίφαση.

Ένα παράδειγμα ακόμη: Το σχέδιο Πισσαρίδη παραβλέπει απολύτως τη ρητή ευρωπαϊκή προτροπή για αναβάθμιση υπέρ των εργαζομένων του πλαισίου εργασιακών σχέσεων, σε αμοιβές και συνθήκες απασχόλησης, κίνηση που ορίζεται μάλιστα κατηγορηματικά ως επιλογή επένδυσης προς αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης και της ποιότητας παραγωγής στην Ευρώπη, αλλά και ως μέσο αποκατάστασης των κοινωνικών ανισοτήτων και δημοκρατικής σταθεροποίησης. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Αντώνης Λιάκος: «Το ευρωπαϊκό σχέδιο μιλά για την ανάγκη αντιμετώπισης των ανισοτήτων. Στην έκθεση Πισσαρίδη δεν υπάρχει καν η λέξη αυτή».

Με λίγα λόγια είναι δύο διαφορετικές πολιτικές για την οικονομία. Στην πρώτη, το σχέδιο ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι, επιχειρείται η παραγωγική αναδιάρθρωση με μέτρα επανακαθορισμού του παραγωγικού ιστού και βασικά μέσα για τον σκοπό αυτό τις επενδύσεις με σημαντική συμμετοχή σ’ αυτές του δημόσιου τομέα και με στήριξη της πρωτογενούς μικρομεσαίας ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας ως καταλύτη της παραγωγικής καινοτομίας, με πόρους από αυξημένη ρευστότητα ακόμη και πληθωριστικού χρήματος. Στη δεύτερη, την πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης στη βάση του σχεδίου Πισσαρίδη, υιοθετούνται μεταρρυθμίσεις παγίωσης της πρόσδεσης στην αντιπαραγωγική βάση του νεοφιλελευθερισμού, με πόρους από δημοσιονομικές εξοικονομήσεις και προτεραιότητα στην άμεση χρηματοδότηση από κρατικά κεφάλαια μεσαίων και άνω ιδιωτικών επιχειρήσεων, και έμμεση χρηματοδότηση από τη μείωση του κόστους εργασίας στις ίδιες επιχειρήσεις. (Όπως επίσης σημειώνει ο Αντώνης Λιάκος, στο σχέδιο Πισσαρίδη επικυρώνεται ότι «…η ανάπτυξη θα προέλθει από τη μεγαλύτερη “ευελιξία” της εργασίας, από την εξασφάλιση αθρόας και χωρίς εμπόδια προσφοράς της, και από τη μείωση του μεριδίου της εργασίας επί των κερδών»).

Σχετικά με το σε πόσο διαφορετική κατεύθυνση  κινούνται το σχέδιο ανάκαμψης της ΕΕ και το σχέδιο Πισσαρίδη, ένα παράδειγμα ακόμη: Ο τομέας αναβάθμισης της ποιότητας προσφερόμενης εργασίας (αντί της επιμονής στη μείωση του κόστους της). Στο σχέδιο ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας ζητείται κατά προτεραιότητα η επιμόρφωση των εργαζομένων (με μέριμνες διάθεσης της αναγκαίας δημόσιας χρηματοδότησης της δαπάνης προς τούτο), με σκοπό τη αναβάθμιση των εργασιακών δεξιοτήτων τους, και τούτο, ως κεντρικό μέσο ενίσχυσης και ανθεκτικότητας της παραγωγικής βάσης της ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι του διεθνούς ανταγωνισμού, στον οποίο η Ευρώπη εισέρχεται με ισχυρό «ντισαβαντάζ» έναντι των ΗΠΑ, της Κίνας και της Ρωσίας. Το σχέδιο Πισσαρίδη, στο σημείο αυτό αναφέρει: «Όπως και στην περίπτωση των ανέργων, το σύστημα κατάρτισης των εργαζομένων θα πρέπει να στηρίζεται στον ιδιωτικό τομέα και να σχεδιαστεί με τα κατάλληλα κίνητρα». Ο Αντώνης Λιάκος σχολιάζει σχετικά: «Δεν πρόκειται μόνο για τυπική περίπτωση διοχέτευσης των δημόσιων πόρων στους σχολάρχες, αλλά για την αποκοπή της επαγγελματικής εξειδίκευσης από τον κορμό της εκπαίδευσης με βάση μακροχρόνιο σχεδιασμό και υπολογισμό των μελλοντικών τάσεων»).

Γιατί, όμως, μόνο στην Ελλάδα και με τόση επιμονή οικονομική πολιτική σε αντίρροπη κατεύθυνση από όλη την υπόλοιπη ΕΕ; Είναι αποτέλεσμα προτίμησης σε μια οικονομική πολιτική (τη νεοφιλελεύθερη εν προκειμένω); Σημειώνω ότι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη έχει γίνει αποδεκτό ότι στις ιδιαίτερες συνθήκες της πανδημίας δεν μπορεί να έχουν προτεραιότητα οι όποιες στρατηγικού χαρακτήρα ιδεολογικής καταγωγής απόψεις κυβερνήσεων για την οικονομία. Προέχει η θωράκιση της κοινωνίας. Είτε σοσιαλιστική είτε καπιταλιστική οικονομία να είχαμε, στην πανδημία σταματάει το κυνήγι επιδίωξης οικοδόμησης μακροπρόθεσμων επιθυμητών οικονομικών μοντέλων, λαμβάνονται μέτρα με πρόταγμα τις διασώσεις και μένουν για αργότερα οι οικονομικές θεωρίες περί του όποιου "ορθού δρόμου" προς το μέλλον. Στην Ελλάδα, συμβαίνει το τελείως αντίθετο! Η κυβέρνηση Μητσοτάκη παριστάνει ότι δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος να σταματήσει η εφαρμογή του οικονομικού της προγράμματος και συνεχίζει αμετανόητη την ίδια οικονομική πολιτική, την ώρα που παγκοσμίως εγκαταλείπονται (κατ’ αρχήν προσωρινά, αλλά μόνον η συνέχεια θα δείξει τί τελικά από το σημερινό οικονομικό περιβάλλον θα επιβιώσει και στο μεταπανδημικό σκηνικό) όλες οι οικονομικές πολιτικές της «κανονικότητας» και λαμβάνονται έκτακτα μέτρα, ως η απόλυτη ένδειξη ότι μόνη ανεκτή στρατηγική των οικονομιών σήμερα με τον κορονοϊό είναι το διασωστικό πρόταγμα. (Όπως και εκτός ατζέντας τίθεται εκ των πραγμάτων στις συνθήκες της πανδημίας και η συζήτηση την ευρωπαϊκή ταυτότητα της Ελλάδας. Μέχρι το τέλος της πανδημίας, μ' αυτή την Ευρώπη θα συμπορευτούμε και κατόπιν θα δούμε τί θέλουμε να αλλάξει σ' αυτή).

Το παραπάνω είναι ο ένας λόγος (κατά βάση πολιτικά ιδεοληπτικός), για τον οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης πάει αντίθετα απ’ όλη την Ευρώπη.

Ο δεύτερος και κύριος λόγος, όμως, είναι η απόλυτη εποπτεία που ασκούν επιχειρηματικά συμφέροντα (και με ονοματεπώνυμο) στις διαδικασίες λήψης των κυβερνητικών αποφάσεων για την οικονομία. Τα συμφέροντα αυτά πάντα έπαιζαν ρόλο και ασκούσαν πιέσεις στις κυβερνήσεις. Όμως, δεν νομίζω να υπήρξε άλλη κυβέρνηση όπου οι πιέσεις αυτές να είχαν τόσο καθοριστικό λόγο στις τελικές αποφάσεις και όλο αυτό το σκηνικό να υπήρξε περισσότερο «ομολογημένο» από την ίδια την κυβέρνηση.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι και σ’ αυτό το σημείο ο Κυριάκος Μητσοτάκης πορεύεται σε αντίρροπη κατεύθυνση απ’ όλη την υπόλοιπη Ευρώπη! Και τούτο, είναι η επαρκέστερη απόδειξη ότι δεν υπερψηφίστηκαν και διοικούν σήμερα τη χώρα τα πολιτικά προγράμματα των κυβερνώντων, αλλά πάντα είχαμε να κάνουμε με ένα μπλοκ εξουσίας, που μόνος λόγος ύπαρξης του είναι να προαχθούν συμφέροντα. Δυστυχώς -και προφανέστατα- σε βάρος όλων ημών των υπολοίπων.