25 Ιαν. 2021

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η χαμένη επαφή του με τον κόσμο

Απλές οδηγίες πολιτικής επικοινωνίας

Η πανδημία και τα λοκντάουν σ’ ολόκληρο τον πλανήτη έχουν οδηγήσει τα πολιτικά συστήματα και τις ηγεσίες τους σε νέα μοντέλα παραγωγής πολιτικής και επικοινωνίας της προς το εκλογικό σώμα.

Το ίδιο το κομματικό φαινόμενο, ως αμετακίνητη πολιτική σταθερά του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου, διέρχεται μεγάλη κρίση, που τείνει να προσλάβει χαρακτήρα υπαρξιακού αδιεξόδου. Ίσως, διότι η διαδικασία εκπροσώπησης, δηλαδή η per se λειτουργική πτυχή του ίδιου δημοκρατικού μοντέλου, αρχίζει να αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στον εντοπισμό των ομάδων που συμμετέχοντας στα κοινά διαμορφώνουν την ίδια την πολιτική και προσδίδουν περιεχόμενο αδήριτης ανάγκης στην αντιπροσώπευση. Επί πλέον, ο θρίαμβος της virtual επαφής μεταξύ των ανθρώπων-πολιτών, στον αντίποδα της φυσικής επικοινωνίας (που τα λοκντάουν περιορίζουν και κάνουν ταυτόχρονα να φαίνεται σαν αχρείαστη), εκ των πραγμάτων μεταβάλλει ουσιαστικά το ίδιο το πεδίο της πολιτικής. Με λειτουργίες, φορείς και θεσμούς (όπως οι τηλεπικοινωνίες, οι υπολογιστικές ηλεκτρονικές βάσεις των κοινωνικών δικτύων και οι ηλεκτρονικές συναλλαγές πάσης φύσεως) να υποκαθιστούν το γνήσιο και ανεπιτήδευτο δημοκρατικό φως της δημοσιότητας.

Κάπως έτσι ανοίγουν, μόλις σήμερα και με μεγάλη καθυστέρηση, ζητήματα δημόσιου διαλόγου σχετικά με το εάν -για παράδειγμα- το κλείσιμο των λογαριασμών του Τραμπ στο twitter είναι απόδειξη του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα των κοινωνικών δικτύων, όταν είναι γνωστό και επιβεβαιωμένο εδώ και δεκαετίες ότι η ίδια η βάση των δικτύων αυτών, τεχνικά και ηθικά, ομολογημένα είναι αντιδημοκρατική, ως ιδιωτική ιδιοκτησία και επιχειρηματική δραστηριότητα που δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο του υποκειμένου της πολιτικής (δηλαδή της ίδιας της κοινωνίας), αν και ασκεί τελικά πολιτική -εκτός και άλλων δράσεών της. Ενδεικτικό του πόσο καθυστερημένη είναι η αντίδραση του οργανωμένου δυτικού δημοκρατικού μοντέλου στο φαινόμενο -κατ’ αρχάς κοινωνικό αλλά ολοένα και πιο πολιτικό, όσο κυλάει ο χρόνος- των κοινωνικών δικτύων είναι ότι μόλις τώρα στην Ευρώπη και στην Ελλάδα λαμβάνονται μέριμνες για την (απόπειρα) εποπτείας και κοινωνικού ελέγχου στα κοινωνικά δίκτυα, με την ανάθεση του εποπτικού ελέγχου τους σε φορείς δημόσιου χαρακτήρα. Στην Ελλάδα τέτοιος φορέας είναι το ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (ΕΡΣ), στο οποίο, σε σχέδιο νόμου που δεν έχει κατατεθεί ακόμη στη Βουλή αλλά το περιεχόμενό του γνωστοποιήθηκε, ανατίθεται η ευθύνη παρακολούθησης των συμβαινόντων στο facebook, το  twitter και τα άλλα δίκτυα.

(Σημ.: Έγραψα πιο πάνω τη λέξη «απόπειρα» τοποθετώντας την εντός παρένθεσης. Γιατί; Απλούστατα διότι περί προσχηματικής εν πολλοίς απόπειρας πρόκειται και καμιά προσδοκία δεν προκύπτει ότι η προσπάθεια θα επιτύχει! Τουναντίον, ανάλογες απόπειρες κοινωνικής εποπτείας και ελέγχου  στα μέσα ενημέρωσης (προσπάθεια που ανελήφθη ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 διεθνώς) απέτυχαν απολύτως! Αρκεί να υπενθυμίσω ότι το κρίσιμο σημείο της ίδια της προσπάθειας εποπτείας και ελέγχου των μέσων ενημέρωσης, δηλαδή τουλάχιστον η διαφάνεια ως προς τις ιδιοκτησίες των επιχειρήσεων «μίντια» ώστε το λιγότερο να είναι στο φως τα κίνητρα τους, κατέληξε στο πελώριο φιάσκο τον off shore, στις οποίες και χωρίς καμιά δυνατότητα ελέγχου ανήκουν κατά συντριπτική πλειοψηφία κανάλια και εφημερίδες σ’ όλο τον κόσμο.

Η παρένθεση δηλαδή που έθεσα στη λέξη «απόπειρα» είναι η έκφραση της εδραίας αμφιβολίας μου ότι το εγχείρημα εποπτείας των κοινωνικών δικτύων έχει την οποιαδήποτε πιθανότητα να επιτύχει τον σκοπό του. Όπως αμφιβάλλω, ακόμη, ότι δεν γνωρίζουν οι εμπνευστές της παρούσας απόπειρας εποπτείας επί των κοινωνικών δικτύων πως η προσπάθεια που δηλώνουν ότι αναλαμβάνουν είναι εξ αρχής υπονομευμένη και  καταδικασμένη να αποτύχει. Άρα, αναλαμβάνεται περισσότερο για να εκτονώνονται υπαρκτές αντιδράσεις για την αντιδημοκρατική βάση -επαναλαμβάνω, τεχνική και ηθική- των κοινωνικών δικτύων ως των «μέσων ενημέρωσης του 21ου αιώνα», και να αναπαράγεται τελικά ο ανεξέλεγκτος παρεμβατικός ρόλος τους σε ζητήματα άμεσου δημοκρατικού ενδιαφέροντος.   

Να αναφέρω μόνον, ακόμη, εδώ, ότι η διαδικασία τέτοιας εποπτείας και ελέγχου επί των κοινωνικών δικτύων (όπως αναλόγως ισχύει και επί των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης) είναι αναγκαία απολύτως, προκειμένου να διασφαλίζεται η ισορροπημένη και ακριβής πληροφόρηση των πολιτών, ώστε εν συνεχεία να λειτουργεί ορθά και χωρίς στρεβλώσεις η κορυφαία στις δημοκρατίες διαδικασία ανάθεσης της ευθύνης αντιπροσώπευσης (μέχρι σήμερα στα κόμματα) διά της ψήφου, από ισότιμα και επί του πραγματικού ενημερωμένους πολίτες.

Ωστόσο, πρέπει να τονίσω πως δεν έχει  σημασία (ως πλήρως άγονη στάση απέναντι στο πρόβλημα που συζητάμε) να περισσεύει ο καταγγελτικός λόγος για τον ρόλο των κοινωνικών δικτύων! Αντίθετα, η πολύ σοβαρή αυτή συζήτηση δέον να επικεντρωθεί  στο πώς θα (μπορούσαμε να) εξουδετερώσουμε την αντιδημοκρατική -και συνεπώς αντιδραστική- φύση τους, εκμεταλλευόμενοι τις διόδους δημοκρατικής διέλευσης που εξ ιδίων επιτρέπουν να υφίστανται στις τεχνικές πλατφόρμες όπου στηρίζουν τις λειτουργίες τους. Κάτι που (αναγκάζονται να) επιτρέπουν να συμβαίνει, με απώτερο σκοπό να «περάσουν» μαζικά την εγκαθίδρυση της ηγεμονίας τους, θριαμβεύοντας στο τέλος ως τα κύρια μέσα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων της εποχής μας, παραμερίζοντας τον Τύπο και την τηλεόραση, όπου όλα συμβαίνουν στο φως της δημοσιότητας και αξιολογούνται αναλόγως.

Τη συζήτηση, όμως, αυτή εμπεριστατωμένα και λεπτομερώς θα κάνουμε κάποια άλλη φορά! Άλλωστε ο διάλογος αυτού του σκοπού βρίσκεται ακόμη διεθνώς στα σπάργανα και το μόνο παγκόσμιο μέσο αντίστασης (άναρχο και τελικά αναποτελεσματικό) στην αντιδημοκρατική βουλιμία  των δικτύων αυτού του τύπου, είναι τα χακαρίσματα! Τα οποία περισσότερο έναν υπολογιστικό λουδιτισμό (ως προς την αποτελεσματικότητά τους) θυμίζουν στην πλανητική μάχη ελέγχου των ηλεκτρονικών υπολογιστών, παρά ουσιαστικό δημοκρατικό αντίλογο και μέτρο.

Άρα, όσα ως εδώ είπαμε για τα κοινωνικά δίκτυα ήταν απλά η εισαγωγή σε όσα θα πούμε στη συνέχεια. Εισαγωγή απαραίτητη, όπως θα φανεί στη συνέχεια, για να πραγματευτούμε το θέμα που κυρίως ενδιαφέρει. Έτσι, λοιπόν, σήμερα, θα μιλήσουμε μόνο για τα τρέχοντα πολιτικά ζητήματα που αφορούν σ’ αυτή τη συζήτηση! Με αρχή τη διαπίστωση ότι η πολιτική αριστερά προσεγγίζει το θέμα αυτό με μια άκρατη και πασιφανή καθυστέρηση και αναλυτική μειονεξία, ιδεολογικά ίσως ερμηνεύσιμη, αλλά επί του πεδίου παραγωγής των επιθυμητών αποτελεσμάτων (δηλαδή στη ζώσα πολιτική) τουλάχιστον ακατανόητη!    

Ας δούμε τον ΣΥΡΙΖΑ! Με το ασυλλόγιστο ξόδεμα του πολιτικού χρόνου του (που αποτελεί και πολιτικό κεφάλαιο, θυμίζω) για ένα συνέδριο που όσο περνάει ο καιρός μοιάζει όλο και λιγότερο αναγκαίο, το πρακτικό αποτέλεσμα είναι να χάνεται το νήμα επαφής του κόμματος με τον κόσμο, τους πολίτες τους οποίους φιλοδοξεί και διατείνεται πως επιθυμεί να εκπροσωπήσει. Τούτου δοθέντος, τί σημασία έχει αν ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί κατά κόρον τα κοινωνικά δίκτυα και τις μοντέρνες πλατφόρμες πληροφόρησης και διασποράς της ενημέρωσης που αφορά σ’ αυτόν για να «περάσει» την πολιτική του στους πολίτες, …αν πάσχει το μήνυμα που εκπέμπει;

Πρακτικό ερώτημα που έπεται: Διερωτώμαι, ό,τι και να λέει το καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ πριν τη διεύρυνση και όσο και να είναι θέμα αρχών ο σεβασμός στις ρυθμίσεις του, πώς θα μπορούσε η τήρηση της προβλεπόμενης και ισχύουσας  καταστατικής διαδικασίας, να καταλήγει σε ακύρωση (για αντικειμενικούς λόγους, εν προκειμένω η πανδημία και η πρακτική αδυναμία διενέργειας του συνεδρίου) των ίδιων των σκοπών του κόμματος; Μ’ άλλα λόγια, ενώ η χώρα βυθίζεται και η ανάγκη εναλλακτικής διακυβέρνησης γίνεται όλο και πιο πιεστική, ο ΣΥΡΙΖΑ με τις επιλογές του, την αντιπολίτευση που ασκεί και την κραυγαλέα αδυναμία του να αρθρώσει  στοιχειώδη εναλλακτικό πολιτικό λόγο είναι σαν να ζητάει από την ιστορία, αλλά και τους πολίτες που θέλει να εκπροσωπήσει, να περιμένουν …πρώτα να γίνει το συνέδριό του και μετά να αναλάβει τις ευθύνες που επιμερίζονται στο κομμάτι του. Πρόκειται δηλαδή για καθαρό πολιτικό παραλογισμό!

Όσοι με παρακολουθούν γνωρίζουν ότι από πολύ νωρίς διετύπωσα τη γνώμη πως το νέο κόμμα που χρειάζεται να οικοδομηθεί για να αντέξει στις διαδικασίες της σύνθετης συγκυρίας, οφείλει να στηριχτεί στην πολιτική παραδοχή ότι τα δικαιώματα των παλιών μελών του είναι αναπαλλοτρίωτα και ταυτόχρονα ο σεβασμός  ισοτιμίας σε όσους προσέρχονται στο κόμμα τα τελευταία λίγα χρόνια μη  διαπραγματεύσιμος. Διερωτώμαι και πάλι: Δεν κατανοεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ότι αυτή η συζήτηση, που τότε (πριν έρθει η πανδημία) εγκαινιάσαμε και διεξήγαμε εν όψει του συνεδρίου, είναι πλέον οριστικά ξεπερασμένη; Ρητορικό το ερώτημα, γνωστή η απάντηση: Είτε δεν το κατανοούν, είτε υπεκφεύγουν της ανάληψης ευθυνών που τους αναλογούν, καταδικάζοντας ένα ολόκληρο κίνημα, μαζικό και λαογέννητο να περιέλθει σε κατάσταση πολιτικής αφασίας!

Η συζήτηση περί δικαιωμάτων εσωκομματικής δημοκρατίας παλιών και νέων μελών και περί τήρησης καταστατικών όρων απλά έχει τελευτήσει οριστικά. Βρισκόμαστε σε επόμενη φάση, όπου κρίνεται η ικανότητα παραγωγής πολιτικών λύσεων, με τους όρους συντριπτικής αμεσότητας που επιβάλλει η ειδική συνθήκη της καταστροφής της πανδημίας, δηλαδή εδώ και τώρα, απέναντι σε μια καθοδική πορεία στην οποία οδηγεί τη χώρα η σημερινή κυβέρνηση και η οποία αν παραταθεί πολύ ακόμη η ζημία θα είναι μη αντιστρέψιμη. Επομένως, προφανώς γεννάται θέμα πολιτικής νοημοσύνης (σε τελευταία ανάλυση μείζον θέμα πολιτικής αξιοπιστίας) έναντι των πολιτών, σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ.  

(Σημ.: Με την ευκαιρία αυτού του διαλόγου, μια παρατήρηση. Λυπάμαι, αλλά οι «ομπρέλες», η ΡΕΝΕ και άλλα ανάλογα, όχι μόνο δεν ενδιαφέρουν τους πολίτες δεδομένων των οξυμμένων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, αλλά συνιστούν και αντένδειξη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατανοεί τα προβλήματα αυτά και έχει τη διάθεση και τις λύσεις που απαιτούνται για να τα αντιμετωπίσει. Μπορεί τα κείμενα προσυνεδριακού διαλόγου των ρευμάτων και των διαφόρων συνιστωσών να είναι καθ όλα άρτια -ακόμη και ενδιαφέροντα- για έναν προσυνεδριακό διάλογο υπό «μη πανδημικές συνθήκες» και να αυτοανακηρύσσονται από τους εισηγητές τους ως συμβολές στην προγραμματική αλλαγή που έχει ανάγκη η χώρα, αλλά η πραγματικότητα δεν αστειεύεται μ’ αυτά: όσο καλά και να ήταν, αυτά τα προσυνεδριακά κείμενα ανιχνεύονται ως δραματικά άγονος πολιτικός λόγος, απλούστατα διότι όλα στο φαντασιακό και υποσχετικό περιεχόμενό τους εκτυλίσσονται στην αναληθή βάση ότι πρόκειται για ένα συνέδριο που τελείται εκτός πανδημίας.

Αυτήν την απλή κατανόηση των πραγμάτων, που συναισθάνεται και ο πλέον πολιτικά ανεκπαίδευτος πολίτης, φαίνεται ανίκανη να αντιληφθεί η «πολιτική τεχνοκρατία» του ΣΥΡΙΖΑ. Πως, λοιπόν, να πειστούν οι πολίτες από τον ΣΥΡΙΖΑ και να μπουν στη συζήτηση για τα περαιτέρω; Απλά αποστρέφουν το βλέμμα τους και επικεντρώνονται στον αγώνα του «έπους της καθημερινότητας» που ορίζει πρωταρχικά τον βίο και τα ενδιαφέροντά τους. Ήδη, αν ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται (και το χρειάζεται, είναι σαφές) να εκπέμψει εγγενή πειθώ ως φορέας πολιτικής αλλαγής, το πρώτο που θα όφειλε να κάνει είναι να ανακοινώσει ότι το περίφημο συνέδριό του είναι αχρείαστη χρονοτριβή και με σοβαρό κόστος πολιτικής αποτελεσματικότητας, σε σχέση με τα πολιτικά ζητούμενα των καιρών. Έτσι, το συνέδριο αυτό είτε θα έπρεπε να αναβληθεί για πολύ χρόνο και μέχρι νεωτέρας, είτε θα έπρεπε να ανακηρυχτεί με πολιτική απόφαση της ηγεσίας του ως «πολιτικώς τετελεσμένο» (και αυτό σε σημαντικό βαθμό είναι και η αλήθεια, αφού ό,τι ήταν επί της πολιτικής ουσίας να λεχθεί στο πλαίσιό του έχει ήδη διατυπωθεί και δημοσιοποιηθεί  και το μόνο που απομένει είναι η αναμέτρηση για το «γραφειοκρατικό ψητό» των μηχανισμών, δηλαδή η μάχη για τον έλεγχο των κομματικών οργάνων, που καθόλου δεν σχετίζεται με τα προβλήματα της χώρας και των πολιτών της). Αυτό κι αν είναι αντεπαναστατική γραφειοκρατικοποίηση των υποθέσεων του παρόντος λαογέννητου κινήματος λαϊκής βάσης, που αποτελεί και τον μόνον παράγοντα που θα μπορούσε να εγγυηθεί την αναγκαία πολιτική αλλαγή!)       

…Κι εδώ ξαναπιάνω το νήμα με το ζήτημα που ξεκίνησα τη σημερινή ανάλυση: Η αξιοποίηση των κοινωνικών δικτύων δεν είναι ένα διαθέσιμο μέσο για να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι κάνει και η ΝΔ! Αν ο ΣΥΡΙΖΑ παρεμβαίνει στα κοινωνικά δίκτυα για να ενδυναμώνει την άγονη αντιπαράθεση της νεοδημοκρατικής κομματικής γραφειοκρατίας (που κατέχει την εξουσία) με την αντίστοιχη του ΣΥΡΙΖΑ (που διεκδικεί την εξουσία εν συνεδρίω), τότε (και) η μάχη αυτή είναι χαμένη, πριν ακόμη δοθεί. (Όπως δόθηκε και χάθηκε πριν διεξαχθεί ουσιαστικά η μάχη των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης).

Αντίθετα, ο δυνητικά θετικός δημοκρατικός απόηχος που δύνανται να έχουν τα κοινωνικά δίκτυα στην παρούσα συγκυρία της μονοφωνίας των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης, υπογραμμίζεται από την αποτελεσματικότητά τους να ανατρέψουν αρκετές από τις κυβερνητικές αποφάσεις (σκόιλ ελικίκου, πρόστιμο των 150-300 και πάλι 150 ευρώ, μόλις χθες ακύρωσης κάθε σκέψης για πρόστιμα στους μαθητές κ.λπ.). Η έκδηλη ικανοποίηση μεγάλης μερίδας πολιτών γι’ αυτές τις ακυρώσεις κυβερνητικών μέτρων, όχι μόνο δείχνει τον δρόμο στον ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με το πώς παράγονται πολιτικές ανατροπές στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά ταυτόχρονα είναι κόλαφος για την συριζέικη κομματική νομενκλατούρα και την απολύτως στέρφα αξιοποίηση των ίδιων δικτύων υπέρ της πολιτικής που υποτίθεται πως προωθεί.   

Το κακό επιτείνεται (και ταυτόχρονα αποδεικνύει την ακρίβεια των διαπιστώσεών μου) από το γεγονός ότι η ίδια συριζέικη κομματική νομενκλατούρα, έχοντας θανάσιμα εμπλακεί στην «πολιτική πτωμαΐνη» που παράγει το «νεκρό συνέδριο» και για να κερδίζουν τα στελέχη της πόντους στη διεκδίκηση κομματικών οφικίων συνεδριακής νομιμοποίησης, προσχωρεί σχεδόν απολύτως στον μονόλογο πλειοδοσίας προς αποδόμηση της κυβερνητικής πολιτικής του νεο-μητσοτακισμού, που ικανοποιεί την λαϊκή φιλαυτία ένεκα της δυσαρέσκειας κατά της κυβέρνησης, αντί «να επικοινωνεί» προς τους πολίτες λύσεις και ανατροπές της κυβερνητικής πολιτικής, που θα ήταν και η θέα προς την πολιτική αλλαγή που οφείλει να φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ,  αντιπροσωπεύοντας το μαζικό κίνημα βάσης που αυτονόμως έχει παραχθεί στη χώρα εδώ και κάποια χρόνια και ήδη προσέφερε στον Τσίπρα την πρώτη ευκαιρία πολιτικής αλλαγής.    

Ας αφήσω τις αρνητικές κρίσεις και ας επιχειρήσω θετικές διαφορετικές προσεγγίσεις!

Πώς θα μπορούσε να ευνοηθεί αυτό που προκρίνω ως επιθυμητή εξέλιξη;

Τρία σημεία που πρέπει οπωσδήποτε να υπηρετηθούν από τις παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ στα κοινωνικά δίκτυα:

α. μέριμνες προσλαμβανόμενης (εμφανιζόμενης ως) εξατομικευμένης προσέγγισης των πολιτών (Οι πολίτες δεν είναι σήμερα στην παρούσα συγκυρία μέρη ενός συλλογικού κινήματος αλλά έγκλειστοι πολίτες των λοκντάουν και σε τέτοιο πολιτικό περιβάλλον διαλαμβάνουν τις πολιτικές δραστηριότητές τους),

β. η πολιτική επικοινωνία, στις ίδιες συνθήκες, δεν γίνεται περισσότερο αποτελεσματική από τη συχνότητα των αναφορών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά από την ποιότητα και το περιεχόμενό τους (για παράδειγμα σαφής και προγραμματικού βάθους παρουσίαση των συγκεκριμένων αποφάσεων της σημερινής κυβέρνησης που θα καταργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ), και

γ. απόλυτη προτεραιότητα σε παρουσίαση των «άλλων» πολιτικών που θα αντικαταστήσουν τη σημερινή εικόνα πολυεπίπεδης καταστροφής της χώρας, στον αντίποδα της πρωτοκαθεδρίας που σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει παραχωρήσει στην «απόδειξη» του πόσο κακή είναι η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, δηλαδή στην αποδόμησή της (Στον ΣΥΡΙΖΑ καλό θα ήταν κάποια στιγμή να κατανοήσουν ότι το αρνητικό αποτύπωμα της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη (και ένεκα της πανδημίας, αλλά όχι μόνον αποκλειστικά για τον λόγο αυτόν) δεν χρήζει απόδειξης. Οι πολίτες σήμερα είτε αυτό το έχουν ήδη αντιληφθεί, είτε, αν όχι, δεν πρόκειται να το αντιληφθούν από ‘δω και πέρα, ό,τι και να συμβεί. Ίσως το πρώτο μεγάλο βήμα για να «πιάσει» ένα κόμμα το μάξιμουμ  της απόδοσής του έναντι των κοινών που δηλώνει ότι εκπροσωπεί, είναι (να χρειάζεται) να κατανοήσει το κόμμα αυτό, ποιούς πολίτες ποτέ δεν θα εκπροσωπήσει).

Κοντά στα παραπάνω 3 εποικοινωνιακά σημεία για τον ΣΥΡΙΖΑ, και τρία προτεινόμενα κατά προτεραιότητα μέσα:

- οι πλατφόρμες των εμπεδωμένων κοινωνικών δικτύων,

- η πρόσθετη πλατφόρμα δημόσιου διαλόγου (η «δική» του, του ΣΥΡΙΖΑ) ανακάλυψης και προώθησης από τον ίδιον και προς τα πολιτικά κοινά (δικά του και ευρύτερα), και

- τα podcasts.

Αυτά προσώρας! Σε κάποια επόμενη ανάλυση θα μιλήσουμε για τη διεύρυνση της αποτελεσματικότητας του περιεχόμενο των μηνυμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, σε επίπεδο δημόσιου λόγου και εκφοράς σημαινομένων.