4 Φεβ. 2021

Πανδημία και πολιτική

Εμβολιασμός: Πολιτικό, οικονομικό

ή υγειονομικό διακύβευμα;

Καθώς οι μέρες περνούν γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η μεγάλη υπόθεση του εμβολιασμού κατά του κορονοϊού μετατρέπεται σ’ ένα πρωτοφανών διαστάσεων εγχείρημα για την τύχη όλων μας. Αυτή ακριβώς η επιβεβαίωση, που πια κανένας δεν μπορεί να προσποιείται πως του διαφεύγει, θα περιμέναμε λόγω της μεγάλης κρισιμότητας της υπόθεσης να αποτελούσε το υπόδειγμα της σοβαρότητας και της υπευθυνότητας με την οποία την χειρίζονται οι πολιτικές ελίτ. Ιδίως εκείνες οι πολιτικές ελίτ που διατείνονται ότι συνιστούν θεσμικό φραγμό στους κάθε λογής λαϊκισμούς –ανάμεσά τους και σ’ εκείνον του αντιεμβολιακού κινήματος, που από την αρχή ήταν φανερό πως επένδυε  στην ακροδεξιάς κοπής ρητορική της χύδην αναξιοπιστίας των δημοκρατικών πολιτικών συστημάτων ανά τον κόσμο. 

Δυστυχώς, όμως, η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα τελευταία στο ζήτημα των εμβολιασμών εξέλιπε απολύτως! Προσφέροντας κρίσιμο ζωτικό χώρο στην αντιεμβολιαστική αγυρτεία να επανέρχεται και προσδίδοντας βασιμότητα στο επιχείρημα ότι δεν είναι η υγειονομική πτυχή του ζητήματος που προηγείται στις πολιτικές αποφάσεις σχετικά με τον εμβολιασμό, αλλ' είναι οι τρέχουσες επικοινωνιακές ανάγκες κυβερνήσεων και θεσμικών οργάνων. Ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο συνδυασμός των δεδομένων της συγκυρίας (π.χ. Brexit) με την προσπάθεια να μη θιγούν μεγάλα εταιρικά συμφέροντα φαρμακοβιομηχανιών έχει σαν αποτέλεσμα την παγίδευση σε μια παλινωδία απίστευτων διαστάσεων, εκεί ακριβώς που η σαφήνεια προθέσεων και αποφάσεων, η διακοινοτική αλληλεγγύη και η διοικητική και ηγετική αποτελεσματικότητα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτα στοιχεία.

Κάπως έτσι, η υποσχεσιολογία για τους εμβολιασμούς στο πλευρό των επικοινωνιακών τυχοδιωκτισμών και πλάι σε μια θλιβερά αποκαλυπτική κακώς νοούμενη πολιτική υποστήριξης των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα (εν προκειμένω σήμερα τις φαρμακοβιομηχανίες, αλλά νωρίτερα όλες τις ιδιωτικές επιχειρήσεις του κλάδου της Υγείας και εδώ και δεκαετίες γενικευμένα  με οδηγό τις ιδεοληψίες του νεοφιλελευθερισμού), γεννά υγειονομικά «τέρατα». Και δεν είναι πρώτη φορά απ’ όταν ξέσπασε η πανδημία!

Για να ξαναζήσουμε το σκηνικό κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής αποκάλυψης, που όλοι ζήσαμε και ακόμη ζούμε εδώ και ένα χρόνο υπό την επιλογή των λοκντάουν, και προς αποφυγή των ίδιων αστοχιών, αρκεί να θυμηθούμε την εξ αρχής κατ’ ανάγκη και στη συνέχεια καθ’ υποχρέωση αναγνώριση από τις πολιτικές ελίτ των συστημάτων δημόσιας Υγείας, ως του βασικού και αναντικατάστατου μέσου των οργανωμένων κοινωνιών να αντιπαλέψουν τον κορονοϊό. Μια αναγνώριση, η οποία, όμως, επειδή ακριβώς βρίσκεται στον πολιτικό αντίποδα της εμμονικής νεοφιλελεύθερης στάσης απέναντι σε οποιονδήποτε μηχανισμό υπό κοινωνικό έλεγχο, εκδηλώθηκε περισσότερο ως «σκηνικό» και λιγότερο ως πολιτική δέσμευση για αλλαγή πλεύσης.

Φυσικά τα χειροκροτήματα στα μπαλκόνια (που δεν συνέβησαν μόνο στην Ελλάδα) όχι μόνο δεν ήταν μια συμβολική αναγνώριση, όπως άφηναν  να εννοηθεί οι εμπνευστές τους, αλλά η συνέχεια απέδειξε ότι επρόκειτο για μια «πολιτική παράσταση» για να αισθανθούν  οι πολίτες υπό την πίεση της πανδημίας και έχοντας στραφεί με μεταφυσική ελπίδα στα δημόσια συστήματα Υγείας ότι οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται δήθεν την αγωνία τους και αναπροσαρμόζουν τη συστηματική και αποδεδειγμένη εκ του αποτελέσματος πολιτική απαξίωσης της δημόσιας Υγείας προς όφελος ιδιωτών του κλάδου, προσβλέποντας σε μια νέα εποχή του κοινωνικού κράτους.

Κουραφέξαλα! Σήμερα αποδεικνύεται ότι κανενός είδους στρατηγική μονιμότερης και δομικού τύπου ενίσχυσης των δημόσιων συστημάτων Υγείας δεν έχει εφαρμοστεί και ό,τι περισσότερο έχει δαπανηθεί για τη δημόσια Υγεία αφορά στις αυξημένες ανάγκες νοσηλείας πολιτών λόγω του κορονοϊού (δηλαδή είναι πρόσκαιρη αύξηση δαπανών) και καθόλου δεν κατευθύνθηκαν οι δαπάνες αυτές σε ενδυναμώσεις των δημόσιων φορέων παροχής υπηρεσιών Υγείας! Κι όχι μόνον αυτό! Ήδη, μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις του κλάδου της Υγείας, στρέφονται ανοιχτά σε διεκδίκηση μεριδίου από προγράμματα δημόσιας χρηματοδότησης που δηλώνονται ως αφιερωμένα για την ενίσχυση των δημόσιων συστημάτων Υγείας. Και την ίδια ώρα, τα φαινόμενα ανεπίτρεπτης κερδοσκοπίας ιδιωτικών επιχειρήσεων, ενώ η πανδημία θερίζει πληθυσμούς, οικονομίες και δημοκρατικές ελευθερίες, δεν υποχωρούν. Το ίδιο το ζήτημα των εμβολίων αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές.

Ας δούμε και την πτυχή των τεστς, ως μέρος μιας καθαρά υγειονομικής υπόθεσης που κατέστη τμήμα πολιτικής, οικονομικής διαχείρισης της πανδημίας. Στην Ελλάδα κατ’ εξοχήν, αλλ’ όχι μόνον εδώ, από την αρχή εκτυλίχτηκε ένα θέαμα προσχεδιασμένης περιορισμένης πρόσβασης των πληθυσμών στο αναφαίρετο δικαίωμά τους διά των τεστς να πληροφορούνται οι πολίτες, αν έχουν κολλήσει τον κορονοϊό, ή όχι. Κι αυτό είναι θεμελιώδες μέτρο αυτοπροστασίας κατά του κορονοϊού, αλλά και μείζονα συμβολή στην προσπάθεια ανακοπής μετάδοσής του από όποιον ήδη τον φέρει, προς άλλους ανθρώπους.

Αντ’ αυτού, είδαμε να κυριαρχούν κίνητρα της επιλογής περιορισμένης πρόσβασης σε γρήγορα και φθηνά τεστς (που θα έπρεπε να είναι αυτονόητη και διασφαλισμένη δυνατότητα για τους περισσότερους). Και τα κίνητρα αυτά ήταν δύο και ήταν αμιγώς πολιτικά:

- Το πρώτο αφορούσε στην υγειονομικά άκρως επικίνδυνη «πολιτική κωμωδία» στην Ελλάδα, να αποδειχτεί «πόσο καλά τα πήγαμε» σε σύγκριση με άλλες χώρες. (Και για να τελειώνει οριστικά και αυτό το μύθευμα πρέπει να λεχθεί ότι τότε στην αρχή της πανδημίας δεν ήταν διαθέσιμα σοβαρά στατιστικά δεδομένα για να αρκούν δειγματοληπτικά δεδομένα προς εξαγωγή συμπερασμάτων και ο μεγάλος αριθμός των τεστς -εάν τότε το προωθούσε η κυβέρνηση, αντί να το αποθαρρύνει με τα πανάκριβα τεστ σε ιδιώτες και πολύ μικρή πρόσβαση σε φθηνά τεστς στο δημόσιο σύστημα Υγείας- θα έδινε καλύτερη εικόνα του βαθμού διείσδυσης του κορονοϊού στον πληθυσμό. …Όμως τότε επελέγη το αδιανόητο «να κάνουμε λίγα τεστ για να «γράφουμε» λίγα κρούσματα»!!!)

- Το δεύτερο κίνητρο ήταν, σχεδόν ολόκληρη την πρώτη περίοδο της πανδημίας, να προτρέπονται οι πολίτες σε ιδιωτικά εργαστήρια για τεστ, φυσικά με το αζημίωτο. (Και φυσικά κανένας δεν αντιτίθεται στο δικαίωμα του ιδιώτη να αμείβεται ανάλογα με τις υπηρεσίες που προσφέρει στους καταναλωτές-πολίτες. Ποτέ, όμως, αυτό δεν είναι νοητό να συμβαίνει σε βάρος της δημόσιας Υγείας! Και τα ακριβά τέστς διαθέσιμα μόνο σε ιδιωτικά εργαστήρια και χωρίς συνταγογράφηση ασφαλώς κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας είχε σαν αποτέλεσμα να μην ελεγχθούν ύποπτα περιστατικά, που μπορεί να μην κατέληξαν σε ΜΕΘ αλλά αναμφίβολα συνέβαλαν στην εξάπλωση του κακού.)

Ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο είναι η αρχικά λογική και στη συνέχεια απόρροια συνειδητής επιλογής νεοφιλελεύθερη πολιτική απόφαση να κοιτάμε κατά προτεραιότητα τις διαθέσιμες δημόσιες κλίνες ΜΕΘ. Βεβαίως, καθ’ όλα επαινετή η μέριμνα διαχείρισης των ΜΕΘ ώστε κατά το δυνατό να μη μείνει κανένας πολίτης που θα το είχε ανάγκη χωρίς την αναγκαία νοσηλεία. Στη συνέχεια, όμως, αυτό κατέστη συντεταγμένη κυβερνητική πολιτική (στην Ελλάδα οπωσδήποτε αυτό συνέβη, όπως προκύπτει από δηλώσεις υπουργών), για να διαμορφώνεται συν τω χρόνω το αφήγημα ότι δήθεν δημόσιες δαπάνες για περισσότερες ΜΕΘ είναι ...σπατάλη! Και να αποφεύγονται έτσι αναγκαίες και χρήσιμες επενδύσεις στη δημόσια Υγεία εν μέσω πανδημίας.

Το «πολιτικό έγκλημα» επ’ αυτού είναι διπλό, διότι από την αρχή και πριν καν ακόμη αποφασιστεί το σχέδιο οικονομικής ανασυγκρότησης της ΕΕ για μετά την πανδημία, που εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι, οι Βρυξέλλες είχαν διακηρύξει ότι οι δαπάνες για τη δημόσια Υγεία όχι μόνον θα χρηματοδοτηθούν από επιδοτήσεις ευρωπαϊκών ταμείων προς τις χώρες-μέλη της ΕΕ (και όχι από δανεισμό), αλλ’ επιπλέον αυτές οι δημόσιες δαπάνες δεν θα «μετράνε» στο δημόσιο έλλειμμα. Αξιοποίησε άραγε καθόλου  η σημερινή ελληνική κυβέρνηση αυτούς τους πόρους για τη στήριξη του ΕΣΥ; Όσο κι αν ψάξετε, δεν θα βρείτε την πρώτη περίοδο της πανδημίας ούτε 1 ευρώ από πόρους της ΕΕ να έχει διατεθεί για τον σκοπό αυτό, την ώρα που η Ιταλία, η Ισπανία κι άλλες χώρες-μέλη στηρίχτηκαν καρά κόρον σε τέτοιες πηγές χρηματοδότησης των δημόσιων συστημάτων Υγείας τους στη μάχη κατά του κορονοϊού.

Τέλος, υπάρχει σήμερα το θέμα παραγωγής και διαχείρισης των εμβολίων (πάντα με δίκαιες αμοιβές για τις ιδιωτικές εταιρείες που τα παρήγαγαν και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι έρευνες των εταιρειών αυτών για την ανακάλυψη των εμβολίων  ορθά χρηματοδοτήθηκαν αδρά από δημόσια ταμεία)! Και τί συμβαίνει, αντί για την ανάληψη από τις πολιτικές ηγεσίες άμεσα, συγκεκριμένα και χωρίς οπισθοχωρήσεις της ευθύνης παραγωγής και δίκαιας κατανομής των εμβολίων προς όφελος της ανθρωπότητας; Βλέπουμε μαλλιοτράβηγμα της Κομισιόν με τις φαρμακοβιομηχανίες με ολοφάνερη την απροθυμία επιβολής στοιχειώδους  κοινωνικής εποπτείας στην παραγωγή και τη διάθεση των εμβολίων.       

Ισχυρίζομαι ακριβώς ότι η συγκεκριμένη απροθυμία της ΕΕ να αναδειχτεί σε πρωτοπόρα παγκοσμίως δύναμη όχι μόνο στη συμβολή επιστημονικής προσπάθειας να έρθουν το συντομότερο τα εμβόλια κατά του κορονοϊού, να είναι και αποτελεσματικά και να κατανεμηθούν (και εκτός ΕΕ) δίκαια, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της αποτυχίας του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού. Γιατί; Διότι στην Ευρώπη έπρεπε και μπορούσε να χρηματοδοτηθεί αφειδώς από δημόσια κονδύλια η έρευνα στα πανεπιστήμια και τις φαρμακευτικές εταιρείες για την ανακάλυψη των εμβολίων. Και μετά την ανακάλυψή τους, αντί να αναλώνεται μια ολόκληρη ήπειρος στην απολύτως ανόητη για τις ανάγκες αντιμετώπισης της πανδημίας σκιαμαχία της πατέντας υπέρ των ιδιωτών φαρμακοβιομηχάνων, να αναλαμβανόταν αμέσως η επιχείρηση πολιτικής εποπτείας στο μεγάλο εγχείρημα των εμβολίων. Αντ’ αυτών είδαμε φανατικές μάχες υπέρ της πατέντας, εμβολιαστικούς εθνικισμούς (όπως τους χαρακτηρίζει ο ΟΗΕ) και γελοίες πολιτικές επιχειρηματολογίες περί εταιρικών «δικαιωμάτων» ιδιωτών, σε βάρος των άλλων δικαιωμάτων, εκείνων που επιβάλλουν ισότιμη πρόσβαση όλων σε φθηνά εμβόλια.

Δυστυχώς για την Ελλάδα η θλιβερότερη σ’ όλη την ΕΕ παράσταση ανευθυνότητας και αμοραλισμού υπέρ της πατέντας δόθηκε από τον πρωθυπουργό! Που αντιδρώντας στη διεθνούς ενδιαφέροντος πρόταση Τσίπρα για επιβολή κοινωνικού ελέγχου στην υπόθεση των εμβολίων απάντησε στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης: "Πάλι καλά που δεν είπατε να κρατικοποιήσουμε την Pfizer με ένα νόμο και ένα άρθρο". Τι τραγικό για τη μοίρα του τόπου ένας πρωθυπουργός να ειρωνεύεται αυτό ακριβώς που όφειλε να κάνει! Να ειρωνεύεται την ίδια ώρα αυτό που και ο ΠΟΥ υποδεικνύει ως το δέον γενέσθαι! Και, πολιτικά, σε τί άραγε διαφέρει η απόφαση Τραμπ να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από τον ΠΟΥ, από την απόφαση Μητσοτάκη να ειρωνευτεί αυτό που εισηγείται ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας;              

Και αντιπαρέρχομαι εδώ το τεράστιο δημοκρατικό ζήτημα που έχει πλέον αναφυεί από την υπόθεση των εμβολιασμών, (δυστυχώς και πάλι κατ’ εξοχήν στην Ελλάδα), τόσο σε ό,τι αφορά την ισοτιμία πρόσβασης στα εμβόλια (ποιός ξεχνάει την παρέλαση κυβερνητικών παραγόντων δήθεν για παραδειγματικό εμβολιασμό), όσο και στη διατήρηση των πρακτικών της υγειονομικής επιτροπής (δηλαδή μιας επιστημονικής επιτροπής που μόνον υπό δημόσιο χαρακτήρα είναι νοητή) εκτός δημοσιότητας. 

Γι’ αυτό (και για μια σειρά άλλους λόγους που δεν είναι της παρούσης) πιστεύω ότι η υπόθεση των εμβολίων είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη κατάρρευσης του εμμονικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου παράδοσης κρίσιμων τομέων πρόδηλα βαρύνουσας κοινωνικής σημασίας στα χέρια ιδιωτικών συμφερόντων. Και καθόλου τυχαίο δεν θεωρώ ότι η κατάρρευση αυτού ακριβώς του μοντέλου οδηγεί με μαθηματική συνέπεια και στην επάλληλη και συνεπάγωγη κατάρρευση και του ευρωπαϊκού μοντέλου αλληλεγγύης -πολιτικού, οικονομικού και υγειονομικού μοντέλου.

Εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά απ’ όσο περίπλοκες αναλύσεις: Το αγαθό της ανθρώπινης Υγείας και της διαφύλαξής της κατά απόλυτη προτεραιότητα, ποτέ δεν μπορεί να συναρτάται με τους οικονομικούς κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να συνδέεται με «επικοινωνιακά κόλπα» μηχανισμών και πολιτικών ηγεσιών. Αν αυτό δεν το κατανοούν οι σημερινές πολιτικές ελίτ, τότε το μόνο που απομένει να κάνουν είναι να αποχωρήσουν ησύχως, αφήνοντας «τα κλειδιά» σ’ εκείνους που μπορούν υπηρετήσουν τα χρειαζούμενα.