23 Φεβ. 2021

Η ενδιαφέρουσα συνέχεια της υπόθεσης Λιγνάδη

Η ποινική πτυχή

μιας πολιτικής ιστορίας

Η σύλληψη Λιγνάδη είναι ένα περιστατικό πολύ κρίσιμης σημασίας για τον νομικό και πολιτικό πολιτισμό μας. Γιατί; Για δύο λόγους!

- Πρώτος λόγος: Διότι ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου ήταν (και εν πολλοίς παραμένει) ένα προβεβλημένο στέλεχος της ελληνικής ελίτ, με όλες τις συμπαρομαρτούσες εύνοιες,  δυνάμεις και προνόμια της κοινωνικής ιδιότητάς του, άρα και με αυξημένο λόγο επιρροής και άσκησης πιέσεων σε δημόσια όργανα κάθε είδους και μορφής, συμπεριλαμβανόμενης και της Δικαιοσύνης. (Ακόμη κι αν δεν πρόκειται για συντεταγμένο κοινωνικό νεποτισμό -που κι αυτό είναι υπό εξέταση- οι δυνατότητες του Δ. Λιγνάδη να επηρεάσει τις εξελίξεις που αφορούν στον ίδιον αλλά και σ’ άλλα πρόσωπα, είναι αυτονόητα ιδιαίτερα διευρυμένες ακόμη και σήμερα, ανεξάρτητα από τη σύλληψή του και την εκκίνηση της εισαγγελικής έρευνας σχετικά με το πρόσωπό του, η οποία άλλωστε κατέστη αναπόδραστη κατόπιν των καταγγελιών από τα φερόμενα ως θύματά του).

Έτσι ο νομικός μας πολιτισμός, ο οποίος εν προκειμένω εκπροσωπείται πρωτίστως από τη δικαιοσύνη, έχει το διπλό καθήκον όχι μόνο να κρίνει δίκαια την υπόθεση, αλλά και να εκπέμψει πειστικά το μήνυμα της ισοτιμίας όλων μας ενώπιόν της, ιδίως ενώπιον μιας κοινωνίας κουρασμένης και σε μεγάλο μέρος της αποκαμωμένης από τα φαινόμενα και τις μαζικές συμπεριφορές κατάφωρης παραβίασης του κανόνα της ισότητας εν δημοκρατία, τις δύο τελευταίες δεκαετίες.                

- Δεύτερος λόγος: Διότι η υπόθεση αυτή σχετίζεται στενά και πέραν πάσης αμφιβολίας με την πολιτική ηγεσία της χώρας στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, είτε αναγνωρίζεται το στοιχείο αυτό από την κυβέρνηση ως αναπόσπαστος αιτιολογικός παράγων των εξελίξεων, είτε όχι. Άλλωστε, πλέον υπάρχει μεγάλη επάρκεια αλληλεξαρτώμενων σημείων (εκκινώντας από τον τρόπο επιλογής και τοποθέτησης του Δ. Λιγνάδη, ως την ομολογημένη από τα χείλη της υπουργού Πολιτισμού προσπάθεια ανάμιξης πολιτικών παραγόντων με σκοπό τη διαμόρφωση των προσλαμβανόμενων από την κοινή γνώμη χαρακτηριστικών της υπόθεσης, η οποία στο περιεχόμενό της όμως μόνον σε ποινικούς όρους επιτρέπεται να αφορά). Επίσης, υπάρχουν μια σειρά άλλα περιστατικά, μικρής ή μεγαλύτερης σημασίας, αλλά πάντως αρκούντως συνεκτικά της βασιμότητας ότι επιχειρήθηκαν άνωθεν παρεμβάσεις. Όπως το περίφημο επιβεβαιωμένο σημείωμα της ΕΡΤ για τον τρόπο διαχείρισης της εικονογράφησης της υπόθεσης Λιγνάδη στα δελτία ειδήσεων του κρατικής ραδιοτηλεόρασης, που τελεί υπό την άμεση διοικητική εποπτεία του πρωθυπουργικού γραφείου. Ή, όπως, η μέχρις αφελείας εμφανής προσπάθεια να υποβαθμιστεί  το όλο θέμα, σε δελτίο ειδήσεων ιδιωτικού καναλιού πανελλήνιας εμβέλειας. Ή, όπως η βιασύνη να αξιολογηθούν οι καταγγελίες κατά του Δ. Λιγνάδη ως παραγεγραμμένες, από αναρμόδια προς τούτο πρόσωπα, αλλά διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Ή, τέλος, όπως η ίδια η υπουργός Πολιτισμού στη συνέντευξή της μιλώντας σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο και με την σαφή διευκρίνισή της ότι δεν γνωρίζει τον πρώην καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, επιβεβαιώνει ότι η επιλογή και τοποθέτηση Λιγνάδη έγινε με τη συμμετοχή και άλλων πολιτικών παραγόντων. Ποιών; Η εισαγγελική και δημοσιογραφική έρευνα οφείλουν να αποκαλύψουν!                

Έτσι, ο πολιτικός μας πολιτισμός, ο οποίος στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν έχει  να κάνει με την ποιότητα εκφοράς του δημόσιου λόγου (που είναι πολύ σοβαρό μεν, τελείως άλλο δε και άλλων χειρισμών ζήτημα) εδώ οφείλει να αποδείξει με απολύτως πειστικό τρόπο στην ίδια κοινωνία, τα χαρακτηριστικά της οποίας περιέγραψα πιο πάνω, ότι οι τυχόν συντρέχουσες πολιτικές πτυχές της υπόθεσης Λιγνάδη, δεν είναι κρίσιμες για τη διαμόρφωση των ποινικών στοιχείων της. Ευχόμαστε να μην είναι έτσι! Αλλά αυτό πρέπει να διευκρινιστεί απολύτως και μην απομείνει η παραμικρή σκιά!

Λυπούμαι να πω ότι με τους ως τώρα κυβερνητικούς χειρισμούς, μόνος πλέον φορέας επαρκούς πιστοποίησης προς τους πολίτες ότι η σημερινή πολιτική ηγεσία της χώρας δεν συνδέεται με τα ποινικά στοιχεία της υπόθεσης Λιγνάδη, είναι η δικαιοσύνη. Η οποία οφείλει  να μην αρκεστεί στον φερόμενο βιαστή και διαφθορέα ανηλίκων, αλλά να ερευνήσει και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα εγκλήματα, καθώς και να προχωρήσει σε διακρίβωση των αιτίων που τα εγκλήματα αυτά για τόσο μεγάλο χρόνο εν τοις πράγμασι απολάμβαναν της ανοχής τόσων ανθρώπων. Και αν υπάρχουν ή τεκμαίρονται στοιχεία είτε εμπλοκής δημόσιων προσώπων είτε τέλεσης των ίδιων προσώπων εν γνώσει των εγκλημάτων και σιωπής τους, η δικαιοσύνη να πράξει τα δέοντα.

Θεωρώ, λοιπόν, αυτονόητο ότι η δικαιοσύνη θα διερευνήσει ως οφείλει τις αναφορές Μενδώνη περί εξαπάτησής της ίδιας και της κυβέρνησης από τον Δ. Λιγνάδη. Όπως οφείλει να διερευνήσει απαρεγκλίτως και τις συνθήκες επιλογής και τοποθέτησης του ίδιου ως καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου.

Κρίνω τουλάχιστον ως ανόητες -αν δεν είναι υπόπτως επιβεβαιωτικές μιας ενοχής, που καταβάλλεται προσπάθεια από φορείς εξουσίας να αποσιωπηθεί- τις απόψεις «όλοι εγνώριζαν». Πρώτον, διότι βεβαίως δεν εγνώριζαν όλοι αλλά -αν γνώριζαν κάποιοι- αυτοί ήταν μέλη της ελίτ, της οποίας διακεκριμένο μέλος ήταν ο Δ. Λιγνάδης. Δεύτερον, διότι και αν εγνώριζαν κάποιοι, η ευθύνη τους μπροστά στις ευθύνες πολιτικών προσώπων , τα οποία τυχόν επίσης εγνώριζαν και σιώπησαν επί τόσα χρόνια, δεν είναι ίσου καταλογισμού. Και πρέπει στο σημείο αυτό επί πλέον να τονιστεί ότι είναι εγκληματικά επικίνδυνες αυτές οι απόψεις του τύπου «όλοι γνώριζαν» (άρα οι πολιτικοί δεν φέρουν ευθύνη -γιατί αυτός είναι ο ανομολόγητος σκοπός αυτών των απόψεων), διότι μ’ αυτά τα «όλοι γνώριζαν» εμφανίζονται οι πρακτικές βιασμών και διαφθοράς ανηλίκων ως δήθεν ανεκτές από το κοινωνικό σύνολο, ενώ δεν είναι σε καμιά περίπτωση! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βρωμιά από το να ενοχοποιείς ολόκληρη την κοινωνία, για να ξεπλυθούν φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτών των βαρύτατων εγκλημάτων και να αποφευχθεί ο τυχόν απαραίτητος πολιτικός καταλογισμός που απαιτείται.

Όπως επίσης η δικαιοσύνη οφείλει να ενοποιήσει αμέσως τις δικογραφίες με την άλλη εισαγγελική έρευνα που διενεργείται περί προαγωγής ανήλικων ασυνόδευτων μεταναστών και προσφύγων προς εκπόρνευση. Διότι δεν πρόκειται για δύο άσχετα μεταξύ τους θέματα, όπως επιχειρείται να φανεί, αλλά για δύο θέματα που σχετίζονται απολύτως, αφού οι καταγγελίες αυτές προέκυψαν από την υπόθεση Λιγνάδη. Να διερευνηθεί λοιπόν και αυτή η πτυχή και όσοι δεν αναμιγνύονται να αποδοθούν άσπιλοι. Για να γίνει, όμως αυτό, δεν αρκούν οι διαψεύσεις όσων τους αποδόθηκαν τέτοιες βαρύτατες αναφορές.       

Λυπούμαι, τέλος, να πω ότι η πρωτοβουλία Μητσοτάκη να φέρει επειγόντως στη Βουλή θέμα περί της «ποιότητας του δημόσιου λόγου» και προφανώς σε συνάρτηση με την υπόθεση Λιγνάδη, επιβαρύνει τις υπόνοιες περί της προσπάθειας να αποστασιοποιηθεί τεχνηέντως από το μεγάλο θέμα της επικαιρότητας. Διότι είναι σαφέστατο πως άλλο είναι το θέμα της υπόθεσης Λιγνάδη και έχει υποχρέωση ο πρωθυπουργός να συμβάλλει στην εκκαθάριση αυτής της υπόθεσης κατά απόλυτη προτεραιότητα, ιδίως επειδή αποδίδεται και στον ίδιο ανάμιξή του.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, οφείλουν να παραστούν στη συνεδρίαση της Βουλής και να μιλήσουν μόνο για την υπόθεση Λιγνάδη. Κάθε άλλη αναφορά τους στο θέμα της ποιότητας του δημόσιου λόγου, αυτονόητα θα είναι  μια συμβολή να αλλάξει τεχνηέντως η δημόσια ατζέντα και εκ του αποτελέσματος μια συμβολή συγκάλυψης.

Κι αυτά, παρ’ όλο που πληροφορίες φέρουν τον πρωθυπουργό να ετοιμάζει φάκελο με αναφορές στο τί έκανε ο κ. Τσίπρας (οι γνωστοί αντιπερισπασμοί με τον πρέσβη της Βενεζουέλας κ.λπ.). Η αντιπολίτευση, με ήθος, επιμονή και τεκηριωμένες αναφορές πρέπει και το οφείλει να επικεντρωθεί στη συμβολή εκκαθάρισης του μεγάλου σκανδάλου Λιγνάδη, και να μην απομακρυνθεί για κανένα λόγο από τον στόχο της.