26 Μαρ. 2021

Χρονικό μιας καταστροφής

Πανδημία: Η μεγάλη αποτυχία

Οι χειρότερες δυσκολίες του ανθρώπου αρχίζουν όταν έχει τη δυνατότητα να κάνει ό,τι θέλει - Τόμας Χάξλεϊ

Χρειάστηκε να περάσει ένας χρόνος για να σταματήσουμε το σφάλμα!

Φυσικά, κανένας δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι εγνώριζε εκ των προτέρων ότι επρόκειτο περί σφάλματος, αφού το κακό μόλις ξεκινούσε. Γι’ αυτό και σχεδόν στο συνολό τους τα κόμματα και ο κόσμος απέφυγαν έντονες αντιπαραθέσεις και προσχώρησαν στη συλλογική προσπάθεια. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι στην Ελλάδα το αντιεμβολιαστικό κίνημα υπήρξε από τα πλέον περιθωριοποιημένα στη δύση. Ελάχιστη αποδοχή και πρακτικά χωρίς σοβαρές συνέπειες στη γενική επιβάρυνση από την πανδημία. Με γενικευμένη, παράλληλα, την αποστασιοποηση του συνόλου σχεδόν των πολιτικών παρατάξεων, με εξαίρεση τη γελοία περίπτωση της ακροδεξιάς και του ελληνοτραμπισμού.  

...Όμως, από την αρχή κιόλας ήρθε η πρώτη αήθεια!

Άρχισε η ανεπίτρεπτη «σύγκριση των θανάτων»!!! Πόσους είχαν οι άλλοι και πόσους είχαμε εμείς. Δεν είναι μόνον το αηθέστατο της υπόθεσης μια κυβέρνηση να «επικοινωνεί» πολιτικά πόσους πολίτες της έχασε, είναι περισσότερο ότι η μετάδοση μιας αχρείαστης (και τελικά ανεδαφικής, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια) αισιοδιοξίας, έδωσε στον κόσμο την εντύπωση ότι είχαμε εύκολα τελειώσει με το κακό. Και, δυστυχώς, με μόνο λόγο για αυτή την απερισκεψία την κυβερνητική επιλογή κομπασμού, ότι τα είχαν πάει καλά και είχαν δήθεν νικήσει τον κορονοϊό. Μνημείο πολιτικής ανευθυνότητας!         

Όπως έχω ξαναπεί, απέφυγα τα πολλά πολιτικά λόγια για την πανδημία από την αρχή.

Ωστόσο κι εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, θέταμε από την αρχή ένα αγωνιώδες ερώτημα: Η επιλογή της κυβέρνησης για λίγα τεστ, μπορεί να συνέβαλε στην επικοινωνία της εντύπωσης ότι είχαμε λίγα κρούσματα και δήθεν πηγαίναμε καλά (κι αυτό σε εποχή που δεν υπήρχαν επαρκή στατιστικά στοιχεία, ούτε μοντέλα αληθέστερης απεικόνισης της πραγματικής διείσδυσης του κορονοϊού στον πληθυσμό, όπως υπάρχουν σήμερα), από την άλλη, όμως, τα λίγα τεστ εκ των πραγμάτων θα σήμαιναν ελλιπέστερη καταγραφή των δεδομένων, ώστε να ακολουθούσαν οι ορθές αποφάσεις.

Τα λίγα τεστ, όπως γνωρίζουμε σήμερα, δεν ήταν προκριμα προερχόμενο από μια οργανωμένη επιστημονικη θέση, έστω κι αν στο βάθος της συμπεριλαμβάνονταν και πολιτικές επιδιώξεις, όπως ο σκοπός να ανοίξει ο τουρισμός. Στην επιλογή των λίγων τεστ,  όπως αποδεικνύεται ένα χρόνο αργότερα, δεσποσε το πρόταγμα «να τα πάει καλά ο Μητσοτακης». Και οι συνέπειες είναι μοιραίες!

Αποτέλεσμα: Η γελοία αλλά εγκληματική φιέστα της με το αζημίωτο "διαφημιζόμενης πολιτικής" στη Σαντορίνη!

Μπορεί έκτοτε οι σημειώσεις των εκλεκτών της λίστας Πέτσα να έκρωζαν με αστείες σκέψεις προς απόδειξη ότι το περσινό τουριστικό άνοιγμα δεν συνέβαλε στην επιδείνωση εξάπλωσης της πανδημίας στην Ελλάδα, αλλά μόλις προχθές οι Βρετανοί αποκάλυψαν τις δραματικές επιπτώσεις του πράγματος: Οι βρετανοί που επέστρεφαν πέρσι από τις διακοπές τους στην Ελλάδα ήταν οι κομιστές της μόλυνσης στον πληθυσμό της χώρας τους, περισσότερο απ’ ό,τι οι βρετανοί επισκέπτες σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου. Φυσικά η Ελλάδα είχε περισσότερες προτιμήσεις ως προορισμός διακοπών. Όμως η αλήθεια πια δεν κρύβεται: Η ανεύθυνη αντιμετώπιση της πανδημίας λόγω της αυτοπαγίδευσης της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη στο μύθευμα ότι η Ελλάδα ειχε κερδίσει τον κορονοϊό από πέρσι το καλοκαίρι, και λόγω της εγκληματικής τουριστικής πολιτικής του ηλιοβασιλέματος στην Οία, όσο έπληξε τους εξαπατηθέντες τουρίστες ότι η χώρα μας ήταν δήθεν υγειονομικά ασφαλής για τη θερινή ανάπαυλα, άλλο τόσο έπληξε και τους έλληνες.                     

Παρά ταύτα η επιλογή για λίγα τεστ δεν άλλαξε! Ούτε τότε! Το «κλειδί» σ’ αυτή την υπόθεση ήταν και είναι το κόστος του τεστ για τον πολίτη. Ιδίως σε μια χειμαζόμενη οικονομία.

Από προσωπική εμπειρία γνωρίζω ότι ο ΕΟΔΔΥ απέτρεπε συστηματικά τους πολίτες που απευθύνοταν σ’ αυτόν να προσέλθουν για το τεστ σε δημόσια νοσκομεία ή αλλες δημόσιες υγειονομικές υποδομές. Φυσικά όσοι αγωνιούσαν στράφηκαν στα ιδιωτικά εργαστήρια. Εκεί το κόστος του τεστ ήταν λίγο πιο κατω από 200 ευρώ! Και λογικά πολύ μεγάλος αριθμός πολιτών δεν έκανε το τεστ λόγω υψηλού κόστους, με συνέπεια τη διαφυγή ήδη μολυσμένων από έναν έλεγχο που θα μπορούσε να αποτρέψει παραιτέρω μετάδοση  του κορονοϊού στην κοινότητα. Και κάπως έτσι το έγκλημα συστηματοποποιήθηκε και κατέληξε στον κυβερνητικό μιθριδατισμό της θριαμβολογίας ότι τα πηγαίναμε καλά. Ενώ δεν τα πηγαίναμε!     

Και την ίδια ώρα, ένα αδιάκοπα υψωμένο δάχτυλο προς τους πολίτες ότι δήθεν εκείνοι και η απροσεξία τους ήταν ο μόνος λόγος που η πανδημία εξαπλωνόταν ολοένα και περισσότερο. Κι ας είχε προγηθεί  ο μαζικός  κρατικός καθησυχασμός ότι δήθεν τα πηγαίναμε καλά, ενώ δεν τα πηγαίναμε, που φυσικά συνέβαλλε στην χαλάρωση των μέτρων αυτοπροστασίας.   

Νομίζω πως πιο χυδαία πραγμάτωση της αήθειας η πανδημία να μετατρέπεται σε  μέσο πολιτικής, δεν θα μπορούσε να υπάρξει!

Σήμερα πια, επίσης, με ένα χρόνο καθυστερηση, επιβεβαιώνεται καθ’ ομολογία της κυβέρνησης ότι τα πολλά τεστ είναι το μεγαλο όπλο θωράκισης έναντι της εσωτερικης κνητικότητας του κορονοιού. Όπως για καθε πρόβλημα, ο εντοπισμός των συστατικών μερών του είναι η ατραπός που άγει στη λύση.

Κι άλλωστε, ποτέ το θέμα δεν ήταν η «σύγκριση του θανατικού» με άλλες χώρες, ως πολιτική υπόθεση αξιολόγησης μιας διακυβέρνησης. Όπως και το Μάτι ποτέ δεν ήταν ευκαιρία τέτοιας αντιπολίτευσης σαν αυτή που εκδηλώθηκε τότε, πέραν του αυτονόητου πεδίου καταλογισμού της αντικειμενικής πολιτικής ευθύνης που προκύπτει για την εκάστοτε κυβέρνηση σε τέτοιες δραματικές στιγμές.

Η επαγγελλόμενη αλλαγή φιλοσοφίας στα μέτρα δεν αποδεικνύει μόνο την πολιτική αποτυχία της κυβέρνησης, αλλά υπογραμμίζει και το υγειονομικό έγκλημα το οποίο διέπραξε. Σε συνδυασμό με τον συνωστισμό στις συγκοινωνίες, την επίμονη άρνηση επένδυσης σε ΜΕΘ (γιατί οι υγειονομικές υποδομές μόνον ως επένδυση είναι νοητές σε κοινωνίες υπό την απειλή πανδημίας), την αρνηση των αναγκαίων επιτάξεων (για να αποφευχθεί αχρείαστο κόστος, κατά επίσημη κυβερνητική δήλωση), τα ακριβά και ακόμη και σήμερα μη συνταγογραφούμενα τεστ (ξανά κατά κυβερνητική δήλωση λόγω κόστους), τις σχολικές τάξεις με τα πολλά παιδιά, ...και τόσα άλλα.    

Κι όλα αυτά, υπό την ταυτόχρονη δαμόκλειο σπάθη του ζέοντος προθέσεις αυταρχισμού, πάντα υπό το αισχρό πρόσχημα των μέτρων κατά της πανδημίας, αλλά με τελικά πρόδηλο σκοπό και πάλι την πανδημία ως πολιτικό μέσο. Τούτη τη φορά εκ του αντιθέτου: Αν πέρσι την άνοιξη είχαμε τον «θρίαμβο» των λίγων θανάτων προς επίρρωση της κυβερνητικής «επιτυχίας», τώρα έχουμε τον περιορισμό της κριτικής προς απόκρυψη της αποτυχίας.   

Πριν λίγα 24ωρα η Γαλλία απαγόρευσε ως μέτρο κατά του κορονοϊού τις συναθροίσεις άνω των 6 ατόμων. Με τη σημείωση ότι του μέτρου  εξαιρούνται οι διαδηλώσεις, ως εμβληματικό στοιχείο του αναφαίρετου δημοκρατικού δικαιώματος του συναθροίζεσθαι, σε συνθήκες υποβόσκουσας κοινωνικής αναταραχής, λόγω της πανδημίας και της οικονομικής ανέχειας. Η κυβέρνηση της Ελλάδας απροσχημάτιστα πολλούς μήνες νωρίτερα είχε προσφύγει στην αποπειρα απαγόρευσης διά νόμου των συναθροίσεων, με την ευκαιρια της επετείου εξέγερσης του Πολυτεχνείου, πάντα «για υγειονομικούς λόγους».

Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μου (και αφού είχε προηγηθεί παρέμβαση της Κομισιόν για να υποδειχτεί στην κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη να είναι πιο προσεκτική στα ζητήματα περιορισμού των συνταγματικών ελευθεριών με την επίκληση της πανδημίας -και κατ’ εξοχήν του δικαιώματος του ελευθέρως  συνέρχεσθαι), η κυβέρνηση ρώτησε τη γνώμη του Β. Βενιζέλου. Ο πρώην υπουργός συνέστησε και εκείνος προσοχή στην κυβέρνηση. Κάπως έτσι άρχισε η άτακτη κυβερνητική υποχώρηση επί του θέματος και δόθηκε σήμα παύσης στη δαιμονοποίηση των συναθροίσεων, ως κύριων αιτιών εξάπλωσης της πανδημίας. Ακόμη περισσότερο, μέλος της κυβέρνηση προχώρησε σε δημόσια αναγνώριση του απαραβίαστου σχετικά με το  δικαίωμα του ελευθέρως συνέρχεσθαι. Αν, όμως, αυτή η κυβερνητική υποχώρηση δεν σημαίνει επί της ουσίας ηχηρή αναγνώριση ότι οι απαγορεύσεις των διαδηλώσεων ήταν λάθος μέτρο, τότε τί είναι;  

Άλλωστε, ποτέ αυτό το ζήτημα δεν επιδέχεται μονοσήμαντη προσέγγιση, με την αποστωμένη ομοιομορφία της εξαγορασμένης από κυβερνητικά αργύρια δημοσιογραφίας. Αντίθετα, είναι ένα σύνθετο και πολυπαραμετρικό ζήτημα, που μόνο υπό αυταρχικές λογικές οφείλει κάθε κυβέρνηση να αποφεύγει την προσέγγισή του, για να προλαμβάνονται τυφλές αντιδρασεις πιεζόμενων κοινωνιών.

Το ζήτημα υιοθέτησης της σωστής ισορροπίας ανάμεσα σε περιορισμούς και τις συνεχιζόμενες δραστηριότητες μιας ζώσας κοινωνίας, ήταν και είναι το ζητούμενο. Δηλαδή, πώς θα ασκηθούν οι νόμιμες και πολιτικά ανεκτές δραστηριότητες (η εργασία, οι πολιτικές δράσεις, η ψυχαγωγία, η τροφοδοσία με τα αναγκαία κ.λπ.) με τις μικρότερες υγειονομικές συνέπειες για τον πληθυσμό.

Αυτό ήταν εξ αρχής και πάντα το ζητούμενο και σ’ αυτό απέτυχε παταγωδώς η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, μετατρέποντας την πανδημία και τον αγώνα ανάσχεσής της σε πολιτικό project απόδειξης της «επιτυχίας» της!

Δυστυχώς, μάλιστα, παρά τις σημερινές ταπεινωτικές υποχωρήσεις της (αντιλαμβανόμενες ως ταπεινωτικές ακριβώς επειδή ήταν προκλητικά επιθετική η λεκτική και η πρακτική Χρυσοχοΐδη σχετικά με τις απαγορεύσεις υπό την επικληση της πανδημίας, που σήμερα ακυρώνονται), η κυβέρνηση συνεχίζει στον ίδιο κακό δρόμο. Ήδη με πληρωμένα δημοσιεύματα στον διεθνή τύπο ανοίγει το νέο μύθευμα για τα δήθεν covid free ελληνικά νησιά. Λες και οι αλλοδαποί επίδοξοι θερινοί επισκέπτες μας είναι ιθαγενείς που ικανοποιούνται με τα «καθρεφτάκια» των δήθεν covid free θερέτρων και τους διαφεύγει ότι αυτή τη στιγμή στην «Ελλάδα χωρίς κορονοϊό» όπου προσκαλούνται ανευθύνως, ασθενείς με κορονοϊό πεθαίνουν εκτός ΜΕΘ, λόγω έλλειψης των αναγκαίων υποδομών. Κι ας γελοιοποιείται ήδη η Ελλάδα στο εξώφυλλο διεθνούς περιοδικού!

Κυρίως, όμως, το κακό που συνεχίζει η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη είναι το πολιτικό! Και η χειρότερη εκδοχή αυτού του κακού είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός προ ημερών στη Βουλή να κατηγορεί όποιον ασκεί κριτική και εκφράζει ανησυχία για τις εξελίξεις στο υγειονομικό πεδίο της πανδημίας καθώς και στο μέτωπο της οικονομίας (δηλαδή να κατηγορεί το σύνολο της αντιπολίτευσης), ως εχθρό της χώρας, μόνο και μόνο επειδή δεν συμπράττει κάποιος στην εγκληματική ψευδολογία του, οι συνέπειες της οποίας έχουν ήδη αποκαλυφθεί και είναι ήδη τραγικές.        

Στάση που αποτελεί τον ορισμό του διχασμού, ενώ οι συνθήκες απαιτούν περίσσευμα πολιτικής ευψυχίας.