28 Μαρ. 2021

Θα γίνει η Γερμανία «βαρίδι» της ΕΕ;

Η «άγονη» Ευρώπη

Η είδηση πριν λίγες μέρες πέρασε σχεδόν απαρατήρητη: Το ανώτατο δικαστικό όργανο της Γερμανίας έδωσε εντολή στην πολιτική τάξη της χώρας να μην υπογράψει καμιά διοικητική πράξη μεταβίβασης των πιστώσεων που αναλογούν στη Γερμανία από το Ταμείο Ανάκαμψης που ενέκρινε το περασμένο καλοκαίρι (με μεγάλη καθυστέρηση και σε συνθήκες προφανούς δυστοκίας) η σύνοδος των ηγετών της ΕΕ.

Φυσικά, διατηρείται η -σοβαρά τραυματισμένη, πλέον- αισιοδοξία ότι το ταμείο ανάκαμψης θα προχωρήσει και τελικά θα βρεθεί κάποιος τρόπος να παρακαμφθεί αυτό το αδιέξοδο, οι γερμανικές εκταμιεύσεις να καταβληθούν έγκαιρα, ώστε να μην «σκοτωθεί» άδοξα η ύστατη (αν και εξ αρχής «μισή») ελπίδα της ευρωπαϊκής οικονομίας, εν μέσω πανδημίας. Μια χώρα που εκπροσωπεί περισσότερο από το 30%  της οικονομίας της ευρωζώνης, αν τυχόν προχωρούσε σε αποποίηση της υποχρέωσής της να συμβάλλει στον συλλογικό τρόπο προαγωγής του ενοποιητικού ευρωπαϊκού προτάγματος, αρνούμενη να καταβάλλει το μέρισμα των βαρών που της αναλογεί, θα ήταν σαν υπέγραφε την θανατική καταδίκη του θετικά ομογενοποιητικού αυτοσκοπού στην ήπειρό μας. Και δεν θα το κάνει! Άλλωστε, η Γερμανία δεν διαθέτει άλλον τρόπο θέασης των πραγμάτων και κατανόησης του ρόλου της στον κόσμο κατά τον 21ο αιώνα, από την ΕΕ και το ευρώ. Μόνη και χωρίς τους δορυφόρους που έχει προσελκύσει, μετατρέποντας συν τω χρόνω την πολιτική απόπειρα ευρωπαϊκής ενοποίησης σε οικονομική δοκιμασία των πιεζόμενων δυσαρεστημένων οφειλετών της, θα την καθιστούσε αδύναμο παγκόσμιο «παίκτη».

Όμως,  από τα γερμανικά «γινάτια» σχετικά με το Ταμείο Ανάκαμψης της ευρωζώνης, ως συνέπεια της μεγάλης οικονομικής καταστροφής λόγω της πανδημίας, αναδύονται και άλλες πτυχές, αποκαλυπτικές, θαρρώ, του «μικρού» μέλλοντος που έχει η ΕΕ υπό γερμανική οικονομική ηγεμονία. Για παράδειγμα, κανένας δεν μπορεί να παραβλέψει ότι η απόφαση του δικαστηρίου της Καλσρούης σχετικά με το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ έρχεται σε προεκλογική περίοδο για τη Γερμανία. Και μάλιστα σε προεκλογική περίοδο, κατά την οποία γύρω από το πρόσωπο της Άγγελα Μέρκελ που αποχωρεί, τίθενται υπό κρίση όλες οι (οικονομικές, κατά κύριο λόγο, αλλ’ όχι μόνο)  πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια και εξετάζεται ενδελεχώς το τί συνέπειες είχαν οι πολιτικές αυτές, ώστε ταυτόχρονα να τίθεται επί τάπητος πιεστικά το ερώτημα εάν οι (πάντα οικονομικές, κατά κύριο λόγο) πολιτικές αυτές θα συνεχιστούν ή θα αντικατασταθούν από άλλες.

Αποκλείεται να έχει διαφύγει της προσοχής όσων παρακολουθούν τις ευρωπαϊκές εξελίξεις ότι η αποχώρηση Μέρκελ και η αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής Σόιμπλε έχει αναχθεί στο μεγάλο διακύβευμα για τις επερχόμενες γερμανικές πολιτικές εξελίξεις. Μια ενδογερμανική και στο εσωτερικό της γερμανικής δεξιάς χριστιανοδημοκρατίας υπόθεση, που εξελίσσεται  εδώ και καμιά διετία τώρα (περίπου από την εξοδο της Ελλάδας από το τελευταίο μνημόνιο και εντεύθεν). Η ολοκλήρωση ενός υπερδεκαετούς άτεγκτου κύκλου περιοριστικών πολιτικών στις οικονομίες της ευρωζώνης, ως προτιμητέου μέσου αντιμετώπισης των συνεπειών της παγκόσμιας νομισματοπιστωτικής κρίσης 2008-2010, έχει αφήσει πίσω του γενικευμένη αμφισβήτηση (ακόμη και από παράγοντες στυλοβάτες του παγκόσμιου καπιταλισμού) σχετικά με την ορθότητα αυτής της οικονομικής πολιτικής.

Οι επιλογές Σόιμπλε (που η καγκελάριος μπορεί να μην έλαβε ως «δικές» της αποφάσεις τηρώντας κάποιες αποστάσεις, αλλά εν τοις πράγμασι, είτε ανέχτηκε είτε απέτυχε να ελέγξει) επικρίνονται σήμερα υψηλότονα για δύο μείζονες αποτυχίες:

- η πρώτη είναι ότι οι πολιτικές αυτές απέτυχαν να συγκρατήσουν τη νομισματοπιστωτική κρίση από το να «περάσει» στην πραγματική οικονομία και στη συνέχεια να μεταλλαγεί σε κοινωνική, πολιτική και στρατηγική αποσταθεροποίηση της ευρύτερης ζώνης γεωπολιτικής αναφοράς της Ευρώπης (συνεπικουρούντων και των καταφανών σφαλμάτων στην όποια «εξωτερική πολιτική» της ΕΕ, με την «αραβική άνοιξη» κ.λπ.), και

- η δεύτερη είναι ότι τα αποτελέσματα που άφησε πίσω του αυτός ο υπερδεκαετής οικονομικός κύκλος των άτεγκτων περιοριστικών δημοσιονομικών επιλογών, δεν αφήνει πίσω την εικόνα μιας «βιώσιμης διάσωσης» (ώστε να δικαιολογούνταν και οι κοινωνικές βαρβαρότητες των τρεχουσών επιπτώσεών της), επί της οποίας θα μπορούσε να δομηθεί μια υγιής πορεία την επόμενη περίοδο. Αντίθετα, ακόμη και σήμερα το εισπραττόμενο αποτύπωμα των συνεπειών για τις πολιτικές Σόιμπλε είναι μια εικόνα αποτελέσματος παρατεινόμενης υποβόσκουσας κρίσης. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αν η κεντρική επιδίωξη εκείνης της οικονομικής πολιτικής, που σήμερα επικρίνεται πανταχόθεν, ποτέ δεν αφορούσε στην ουσιαστική πτυχή των όρων μιας διάσωσης (με αυτονόητο μέρος της οπωσδήποτε νοούμενης έννοιας «διασωση», να εξασφαλίζεται πρόσβαση του διασωζώμενου σε κάποια ελπίδα για το μέλλον), αλλά σε απαρέγκλιτη τήρηση των όρων του συμφώνου σταθερότητας;

Για να γίνει ακόμη σαφέστερο τί εννοώ: Πώς μπορεί ακόμη και σήμερα να χρησιμοποιείται από ορισμένες πλευρές ο όρος «διάσωση» ως πολιτικός  χαρακτηρισμός για τη μνημονιακή περίοδο, όταν παραμένει ενεργός ο όρος 100ετούς υποθήκευσης των παγίων της ελληνικής οικονομίας, εν είδει εγγυήσεων για την αποπληρωμή της δαπάνης για τη «διάσωση»;  Με τέτοιες επιλογές, η αποπληρωμή της δαπάνης «διάσωσης», ναι, είναι διασφαλισμένη! Οικονομία, όμως, με υποθηκευμένα τα πάγια στοιχεία του συλλογικού πλούτου των ελλήνων για 100 έτη, όχι, δεν μπορεί να θεωρείται ότι παρέχει ευκαιρία θέασης στο μέλλον. Όταν παρέλθουν τα 100 χρόνια, ή αν νωρίτερα αποσυρθεί ο παραλογισμός, τότε το ξανασυζητάμε. Ως τότε...

Ο συντριπτικός βαθμός αποτυχίας αυτών των επιλογών πολιτικά συνοψίζεται σε μια διαπίστωση, που θίγει και τον υπαρξιακό για την ΕΕ κίνδυνο που έχει παραχθεί ως αποτέλεσμα των ίδιων επιλογών. Πόσο άφρονες ήταν οι ευρωπαίοι  ηγέτες που ανέχτηκαν τη μετατροπή του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος, από πολιτική προτίμηση των συστατικών χωρών-μερών της ΕΕ, σε αναγκαστική κοινότητα οφειλετών;           

Έχει σήμερα μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε ότι αυτά που αναφέρω εδώ και ακούγονται ως κατά βάση λογικές απόψεις -νομίζω- για την συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, κατά την περίοδο εφαρμογής των μνημονίων οι ίδιες απόψεις ήταν περίπου απαγορευμένες ή -στην καλύτερη περίπτωση- εμφανιζόμενες ως θέσεις  αριστερών φανατικών. Κι ίσως εδώ βρίσκεται και το πρωτογενές πολιτικό αίτιο αυτής της παταγώδους ευρωπαϊκής αποτυχίας: Η κάμψη της πολιτικής ισοτιμίας των χωρών-μελών της ΕΕ, με δούρειο ίππο του αντιδημοκρατικού αυτού εγχειρήματος το ευρώ και τις εκτροπές του eurogroup, που δεν ήταν επιλογή οικονομικής πολιτικής αλλά βαθύτατα πολιτική επιλογή του Βερολίνου, μπορεί σήμερα να αιτιολογεί γιατί καταλήξαμε σε τόσο μεγάλη αποτυχία.         

Όπως αρκεί σήμερα να δούμε ποιοί επιμένουν να υπερασπίζονται το αποδεδειγμένο σφάλμα, για να απαντηθούν και πολλά άλλα ερωτήματα, συνοδά αυτού του προβληματισμού που εκθέτω. Στην Ελλάδα σήμερα συνεχίζουν να το υπερασπίζονται υπουργοί του παρόντος σχήματος, υπό την υπενθύμιση εν μέσω παραγωγικής, καταναλωτικής και δημοσιονομικής κατάρρευσης ελέω πανδημίας ότι η κρατική στήριξη που εξ ανάγκης παρέχεται σήμερα σε κλάδους της οικονομίας, συνιστά «χρέος», αποπληρωτέο μελλοντικά! Το υπερασπίζεται επίσης ο έλληνας κεντρικός τραπεζίτης, εκ των πρώτων που έσπευσε να διαφωνήσει στη συζήτηση, που μόλις ανοίγει για (μερική, έστω) διαγραφή των χρεών που προέκυψαν στην Ευρώπη επί πανδημίας, με το επιχείρημα ότι οι ευρωπαϊκοί  κανόνες δεν επιτρέπουν διαγραφή ανειλλημμένων χρεών. Αυτή είναι η οικονομική πολιτική Σόιμπλε, όπως εκπροσωπείται σήμερα με την πανδημία και εις τα καθ’ ημάς! Πόσο μάλλον λογικό είναι να επιβιώνουν υπερασπιστές της λάθος πολιτικής στο γερμανικό πολιτικό σκηνικό!           

Μια μειοψηφική και πολιτικά ξεπερασμένη ομάδα απόψεων, η οποία ακόμη και στις μέρες μας και με την πανδημία να συγκλονίζει την παραγωγική και δημοσιονομική βάση της ευρωπαϊκής οικονομίας, αδυνατεί να κατανοήσει ότι τα χρέη δεν είναι αίτιο της οικονομικής κρίσης αλλά συνέπειά της.                         

Σε τέτοιες συνθήκες είναι επιβεβαιωμένο ότι η κινητικότητα στο γερμανικό πολιτικό σκηνικό που δρομολογήθηκε μετά την απόφαση της Άγγελα Μέρκελ να αποσυρθεί από το προσκήνιο, επικεντρώθηκε στην διένεξη μεταξύ των επίδοξων διαδόχων της σχετικά με το εάν θα αλλάξει η οικονομική πολιτική Σόιμπλε παρούσης της πανδημίας, ή θα συνεχιστεί. Η διαμάχη ανάμεσα στα «παιδιά του Σόιμπλε» υπό τον Μέρτς, που ηττήθηκε στην κούρσα διαδοχής της Μέρκελ στη δεξιά χριστιανοδημοκρατία, και τον υπό την παρασκηνιακή στήριξη της καγκελαρίου, Λάσετ, αφορούσε καθαρά σε διαφορά απόψεων των δύο κομματικών στρατοπέδων του CDU σχετικά με την ακολουθητέα οικονομική πολιτική από ‘δω και πέρα και υπό τις επιτώσεις της πανδημίας.

Σ’ αυτή την αντιπαράθεση, στην οποία ηττήθηκε η πλευρά Σόιμπλε, προσέρχεται σήμερα οψίμως το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο (που πάντα στήριξε με αμετακίνητη προσήλωση τις επιλογές Σόιμπλε), για να δώσει μια μάχη οπισθοφυλακών. καθυστερώντας την ενεργοποίηηση του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ κατά της πανδημίας, το οποίο περιλαμβάνει ένα μέρος έμμεσης αμοιβαιοποίησης του ευρωπαϊκού χρέους, σπάζοντας το αμετακίνητο ταμπού της εποχής ηγεμονίας Σόιμπλε και εξοργίζοντας τους αυτουργούς των αστοχιών της μνημονιακής επιλογής 2010-2019 στην ευρωζώνη.

Η απόφαση του ομοσπονδιακού γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου στην Καρλσρούη στα τυπικά στοιχεία της απαγόρευσε με προσωρινή διάταξη στον πρόεδρο του γερμανικού ομόσπονδου κράτους, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ να υπογράψει το νόμο για τη συμμετοχή της Γερμανίας στο Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ των 750 δισ. ευρώ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας του κορονοϊού. Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του ανώτατου γερμανικού δικαστηρίου, ο κ. Σταϊνμάιερ θα πρέπει να περιμένει πρώτα την απόφαση προτού υπογράψει τον νόμο συμμετοχής της Γερμανίας στο Ταμείο Ανάκαμψης, δηλαδή τουλάχιστον για ένα τρίμηνο. Όπως έγραψε η έγκυρη Frankfurter Allgemeine Zeitung το δικαστήριο υιοθετεί τους φόβους ότι με τη γερμανική συμμετοχή στο Ταμείο Ανάκαμψης (μέρος των πιστώσεων του οποίου, θυμίζω, θα κατευθυνθεί σε αμοιβαιοπημένο εξωτερικο δανεισμό) θα μπορέσουν να δανειστούν τα οικονομικά αδύναμα κράτη-μέλη της ΕΕ, αλλά στη συνέχεια αυτά τα αδύναμα κράτη-μέλη δεν θα είναι σε θέση να επιστρέψουν τα δάνειά τους στο Ταμείο με συνέπεια να πρέπει να αναλάβουν τις οφειλές τους τους τα οικονομικά ισχυρότερα κράτη-μέλη. (Τυπικά πρόκειται για αμφισβήτηση ακριβώς του σημείου αμοιβαιοποίησης του αναληφθησόμενου από το Ταμείο Ανάκαμψης και για λογαρισμό της ΕΕ εξωτερικού δανειακού χρέους για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες τη πανδημίας).   

«Ταμπουρώνονται» δηλαδή οι γερμανοί ανώτατοι δικαστές πίσω από το σύμφωνο σταθερότητας, το οποίο άλλωστε με το Μάαστριχτ και τη συνθηκη της Λισαβόνας ακριβώς αυτό επιχείρησε η Γερμανία επί μία 20ετία να αποτρέψει καταλήγοντας στη μεγαλη αστοχία των «διασώσεων» στην ευρωζώνη 2010-2019. Αυτή είναι η οικονομική πολιτική Σόιμπλε που υπερασπίζεται πειθήνια το ομοσπονδιακό γερμανικό συνταγματικό δικαστηρίου της Καρλσρούης. Το ίδιο δικαιοδοτικό νομικό σώμα, που κατ’ επανάληψη και όσο διαρκούσαν οι «διασώσεις» με αποφάσεις του νομιμοποίησε τα μνημόνια, παρ’ όλον τον οικονομικό παραλογισμό της όλης υπόθεσης, ανάλογο παραλογισμό με το γνωστό μότο «η εγχείρηση επέτυχε, ο ασθενής απέθανε»!

ια την οικονομία του χρόνου αντιπαρέρχομαι στη σημείο αυτό το άλλο σημαντικό εντός της ΕΕ και υπέρ της γερμανικής οικονομίας σκοπό του συμφώνου σταθερότητας από τη διάλυση του στρατοπέδου του λεγόμενου «υπαρκτού σοοσιαλισμού» και εντεύθεν: Δηλαδή αντιπαρέρχομαι την άρνηση του Βερολίνου να εφαρμόσει τη Συνθήκη 2+4 του 1990, που κεντρικός λόγος υπογραφής της -και από τη Γερμανία- ήταν η κατανομή μερίσματος από τους πόρους του καταρρεύσαντος σοσιαλιστικού στρατοπέδου, σ’ όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ -και όχι μόνο στη Γερμανία- υπό τη ρήτρα ότι οι πόροι που θα διοχετεύονταν στις άλλες χώρες-μέλη θα θεωρούνταν συμψηφισμός έναντι γερμανικών οφειλών από πολεμικές επανορθώσεις. Η Συνθήκη 2+4, που η Γερμανία παρ’ ό,τι την συνυπέγραψε αρνείται έκτοτε να εφαρμόσει, απορρίπτονας κάθε αίτημα χωρών-μελών με εδραίο δικαίωμα σε πολεμικές επανορθώσεις και κρατώντας το σύνολο των πόρων που η Γερμανία κληρονόμησε από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (Ανατολική Γερμανία).

...Και για να επανέλθουμε στο θέμα μας, το σύμφωνο σταθερότητας συνέβαλε ακριβώς στη νομιμοποίηση της άρνησης διάθεσης οφειλόμενων από τη Γερμανία πόρων προς τις άλλες χώρες-μέλη -και όχι μόνο για πολεμικές επανορθώσεις, αλλά και από το γερμανικό υπερπλεόνασμα που οι ευρωπαϊκές συνθήκες επιβάλλουν να αναδιανέμεται μεταξύ των χωρών-μελών, πράγμα που το Βερολίνο επίσης αρνείται να πράξει. ...αλλά την ίδια ώρα επιβάλλει «διάσωση» με αντάλλαγμα δέσμευση των παγίων της ελληνικής οικονομίας για 100 χρόνια, μπας και η Ελλάδα δεν καταβάλλει τα οφειλόμενα!)                 

Τα γράφω όλ’ αυτά, για να υποστηρίξω ότι πίσω από την ενδογερμανική διαμάχη για την δικαστική απαγόρευση συμμετοχής της Γερμανίας στο πανδημίας ένεκεν ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης, ανιχνεύεται η γερμανική γεωπολιτική αντίληψη για τα πράγματα! Δηλαδή, δεν είναι η οικονομική πολιτική Σόιμπλε το πεδίο όπου εξαντλείται το θέμα αυτό. Υπάρχει, παράλληλα, μια αντίληψη του τρόπου διαχείρισης και της γερμανικής πολιτικής ηγεμονίας στην ΕΕ, η οποία αναδύεται απ’ όλ’ αυτά. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα -ίσως το πιο ενδεικτικό- τούτου, η γερμανοκεντρική στάση της ΕΕ στις εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο. Πόθεν προκύπτει αυτό; Μα, φυσικά, από το βερολινέζικης έμπνευσης σχέδιο διεύρυνσης της ΕΕ, που επίσης υιοθετήθηκε κατόπιν γερμανικών πιέσεων αμέσως μετά την κατάρρευση του λεγόμενου "υπαρκτού σοσιαλισμού". Σχέδιο διεύρυνσης, του οποίου κεντρικό στοιχείο είναι η (πέραν και της ανατολικής Ευρώπης) δορυφοροποίηση της Τουρκίας σε σχέση με τη γερμανοκεντρική Ευρώπη, είτε με το καθεστώς της «υπό ένταξη» σχέσης που δέσποσε από το 1990 ως την έκρηξη του προσφυγικού, είτε με την προσπάθεια προτεκτορατοποίησης των όρων διαχείρισης των εκκρεμοτήτων της ανατολικής Μεσογείου, κατά παράβλεψη των ισχυουσών συνοριακών διευθετήσεων από την εποχή του Ανατολικού ζητήματος ως και τις μεταπολεμικές συμφωνίες. Δηλαδή, παραμερίζοντας τις πολυμερείς συνθήκες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το ισχύον σήμερα διεθνές δίκαιο όπως έχει διαμορφωθεί συν τω χρόνω. Των συμφωνιών δηλαδή γενικής αποδοχής, που εξασφάλισαν και (συνεχίζουν να) διαφυλάσσουν την σχεδόν αδιατάρακτη ειρήνευση στην Ευρώπη εδώ και 7 δεκαετίες.

Αυτή την ειρήνευση θέτει υπό αμφισβήτηση η γεωπολιτική αντίληψη του Βερολίνου για τις εξελίξεις στην ευρασιατική μεθόριο κατά τον 21ο αιώνα. Κι αν προσέξει κανένας με επιμέλεια τα δεδομένα της εποχής θα διαπιστώσει μαρτυρικές ταυτίσεις γεωστρατηγικής ανάμεσα στη σημερινή Γερμανία και την εξωτερική πολιτική της περιόδου του ναζισμού. Φυσικά, μακριά από μένα κάθε σκέψη παρομοίωσης του μεγαλου σύγχρονου γερμανικού κράτους με τον δολοφονικό εσμό του Γ΄ Ράιχ! Γεωστρατηγικές ομοιότητες επισημαίνονται εδώ και όχι  ιδεολογικοπολιτικοί παραλληλισμοί!  

Όπως, επίσης, στη γεωπολιτική λογική της Γερμανίας συντρέχει η αποικιοκρατική νομικο-πολιτική κουλτούρα του 19ου αιώνα, κατά την οποία οι μεγάλες δυνάμεις και τα συμφέροντά τους κατισχύουν υπό την επιβολή του κανόνα της ηγεμονίας των ισχυρών έναντι κάθε ισχύουσας διεθνούς κανονιστικής ρύθμισης, ή των απαράγραπτων γενικών δικαιωμάτων αυτοδιάθεσης και αυτοπροσδιορισμού των λαών.

Παράλληλα, το Βερολίνο επιχειρεί στο πλαίσιο της ίδιας αντίληψης να υποκαταστήσει τις ΗΠΑ (που σήμερα και εφαρμόζοντας μια εν εξελίξει εδώ και μια 20ετία πολιτική απεγκλωβισμού από την ηγεμόνευσή τους στην περιοχή, δηλαδή από την ολοκλήρωση της αμερικανική εισβολή στο Ιράκ και μετά), στον ρόλο προνομιακού προστάτη της Τουρκίας στην περιοχή. Δεν θα μπω στην αξιολόγηση της σκοπιμότητας αυτών των επιλογών των Γερμανών για το δικό τους όφελος. Αρκεί προσώρας (γιατί θα το εξετάσουμε ξανά το ζήτημα αυτό) να δουμε ότι η νέα αμερικανική εξωτερική πολιτική στην ανατολική Μεσόγειο επενδύει στο τρίγωνο Ελλάδα-Ισραήλ-Αίγυπτος, αφήνοντας εκτός των προτεραιότήτων της τον τουρκικό παράγοντα. Κι αυτό το «κενό» φιλοδοξεί να καλύψει η γερμανική γεωπολιτική ματιά στην περιοχή μας, ως μεσοπρόθεσμη επιλογή της για τον 21ο αιώνα.        

Φυσικά, η συζήτηση για τη γερμανική γεωπολιτική στρατηγική είναι πολύ ευρεία και δεν επιθυμώ μια εδώ γρήγορη και εκ των πραγμάτων επιφανειακή ματιά στο θέμα. Δείτε, λοιπόν, τα λίγα που είπαμε, σήμερα, για την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας, ως εισαγωγή σε μια επόμενη ανάλυση.

...και ας μείνουμε σήμερα πρωτίστως στην οικονομοκεντρική θεώρηση των συνεπειών της γερμανικής δικαστικής απόφασης, που προσωρινά απαγορεύει στην κυβέρνηση της χώρας να καταβάλλει το μέρισμα που αναλογεί στο Βερολίνο, υπέρ του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης.