3 Απρ. 2021

Σοβαρή ευρωπαϊκή ήττα για την Ελλάδα

Ευρωτουρκικά: 4 σημαντικά πράγματα

που κέρδισε η Τουρκία

από την απόφαση της ΕΕ

Η μελέτη των κειμένων δείχνει την αλήθεια! Η Τουρκία από την πρόσφατη σύνοδο κορυφής της ΕΕ με θέμα τις ευρωτουρκικές σχέσεις αποχώρησε έχοντας αποκομίσει ουσιαστικά οφέλη, σε αντίθεση με την Ελλάδα, που παρ’ ό,τι δέχτηκε αλλεπάλληλες προκλήσεις από μεριάς της Άγκυρας, κατέγραψε σοβαρότατη διπλωματική ήττα.

Σε τέτοιες συνθήκες προκαλεί αλγεινή εντύπωση η κυβερνητική δήλωση περί ικανοποίησης της Αθήνας για την απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ! Ιδίως επειδή με πολύ κόπο και μεγάλη διπλωματική ενέργεια που προηγήθηκε, είχε αφεθεί ανοιχτό το ενδεχόμενο ταχείας αντίδρασης της ΕΕ με την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία (ναι, έστω κι αυτών των αστείων κυρώσεων), στην περίπτωση κατά την οποία η γειτονική χώρα θα συνέχιζε τις αλλεπάλληλες και επανειλημμένες επιθέσεις κατά μη επιδεχόμενων αμφισβήτηση κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της χώρας μας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

Το μεσοπρόθεσμο αποτέλεσμα της απόφασης στην τελευταία σύνοδο κορυφής της ΕΕ για τα ελληνοτουρκικά, είναι η διαμόρφωση μιας νέας πλατφόρμας νομικών και διπλωματικών δεδομένων (ευτυχώς ακόμη αντιστρέψιμων, αλλά πάντως με πολύ μεγαλύτερη δυσκολία απ’ όσο έως σήμερα), επί των οποίων από ‘δω και πέρα θα κινούνται οι εξελίξεις στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο Θάλασσα. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η σημασία του γεγονότος ότι το αυτό το νέο νομικο-διπλωματικό status στην περιοχή μας, είναι απόρροια δύο νέων στοιχείων που μέχρι τώρα υπήρχαν αλλά μόνο στο φόντο των πραγμάτων μίας από τις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές του πλανήτη, όπου σε μεγάλο βαθμό θα κριθεί και η συνέχεια για τις παγκόσμιες γεωπολιτικές και οικονομικές ισορροπίες τον αιώνα που τρέχει.

Τα δύο νέα στοιχεία είναι:

α. Η εθελούσια παράδοση των «κλειδιών» αμυντικής θωράκισης της Ελλάδας στα χέρια της ΕΕ, μια κίνηση εν πολλοίς θετικών προθέσεων, που εκφράστηκε κυρίως μέσα από την άποψη ότι «τα ελληνικά σύνορα είναι και ευρωπαϊκά». Και καίριο αιτιολογικό σημείο τεκμηρίωσης αυτής της θέσης ότι το ισχύον διεθνές δίκαιο δεσμεύει ισοβαρώς την ελληνική και τη συνολική ευρωπαϊκή εξωτερική και αμυντική πολιτική.

(Σημ.: Έχει μεγάλη σημασία να κατανοηθεί ότι η ανάθεση μεγάλου μέρους της ευθύνης αμυντικής θωράκισης της Ελλάδας σ’ έναν υπερεθνικό οργανισμό -εν προκειμένω την ΕΕ- είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της νεο-προτεκτορατοποίησης που επιζητούν οι Βρυξέλλες ως μέθοδο διαχείρισης των συμφερόντων τους για τις χώρες της βόρειας Αφρικής καθώς και για τις χώρες της ρωσο-ευρωπαϊκής μεθορίου. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το γεγονός ότι αυτός ο «εξευρωπαϊσμός» της αμυντικής μας πολιτικής καθώς και του εν γένει  τρόπου με τον οποίο η Ελλάδα αντιλαμβάνεται τον διεθνή ρόλο και τη γεωπολιτική θεση της στον σημερινό κόσμο, έρχεται μετά την προτεκτορατοποίηση της ελληνικής οικονομίας διά των μνημονίων, επικυρώνει τη βάση επί της οποίας λαμβάνονται στην ΕΕ σήμερα οι αποφάσεις που αφορούν στην Ελλάδα. Κι αυτό είναι δίδαγμα για την αφελή πρόσληψη της εντύπωσης ότι τα μνημόνια ήταν προσωρινή ρύθμιση που δεν θα είχε συνέπειες για την ευρύτερη οντότητα της Ελλάδας ως ανεξάρτητης χώρας. Όπως, στο σημείο αυτό, υποδηλώνεται με μεγάλη ευκρίνεια η σημασία της μάχης που δόθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κατά των μνημονίων αλλά και οι συνέπειες της ήττας του στις εκλογές του 2019, ακριβώς τη στιγμή που θα εξελισσόταν  ο επόμενος και ίσως κρισιμότερος γύρος της προσπάθειας μνημονιακής απεξάρτησης, διαδικασίας που με την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη προφανώς έχει ανακοπεί. Κάτι τελευταίο στο σημείο αυτό: Το γεγονός ότι το μοντέλο νεο-προτεκτορατοποίησης εφαρμόστηκε με σχετική επιτυχία στην Κύπρο από την είσοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ και μετά, καθόλου δεν οδηγεί στο λογικό αποτέλεσμα ότι το ίδιο μοντέλο θα ήταν εφαρμοστέο με θετικά αποτελέσματα και στην περίπτωση της Ελλάδας. Για δύο λόγους: 1. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ούτως ή αλλως στο ιδρυτικό DNA της ως χώρα με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, φέρει όρους ένταξής της στη διεθνή κοινότητα ως ένα ιδιότυπο προτεκτοράτο των εγγυητριών δυνάμεων, ενώ η Ελλάδα όχι! 2. Η Κυπριακή Δημοκρατία, υπό το άκαμπτο δεδομένο του ισχύοντος συσχετισμού δυνάμεων έναντι της Τουρκίας, είναι λογικό να εναποθέτει την αμυντική πολιτική της στην ΕΕ, ενώ η Ελλάδα όχι! Γι’ αυτό και το ζητούμενο για την Κυπριακή Δημοκρατία σήμερα είναι η ωρίμανσή της ως ανεξάρτητη χώρα αποτινάσσοντας το καθεστώς των εγγυητριών δυνάμεων, όπως τέθηκε στο Κραν-Μοντανά. Αντίθετα, για την Ελλάδα κάθε απόπειρα «κυπροποίησης» των ελληνο-ευρωπαϊκών σχέσεων θα ήταν ολέθρια οπισθοχώρηση).

β. Το δεύτερο νέο στοιχείο στα γεωπολιτικά δεδομένα της περιοχής μας είναι η είσοδος στην εποχή άντλησης των αποθεμάτων υδρογονανθράκων στην περιοχή μας, που φυσικά προσελκύει το ενδιαφέρον των μεγάλων διεθνών παραγόντων της εποχής μας. (Σημ.: Αν μέχρι τις μέρες μας η τουρκική επιθετικότητα κατά της Ελλάδας (και όχι μόνο, αλλά πάντως κατά κύριο λόγο κατά της χώρας μας) καθησυχαζόταν από τις δυτικές υποσχέσεις ότι θα έλαμβανε η Τουρκία μέρισμα απ’ αυτόν τον πλούτο οψέποτε αυτός θα μοιραζόταν, σήμερα που βρισκόμαστε στην ώρα της κατανομής, οι υποσχέσεις δεν αρκούν. Και στο σημείο τούτο πρέπει επίσης να κατανοηθεί ότι η μακρά προσπάθεια του δυτικού παράγοντα να επιβάλλει τη λεγόμενη «συνεκμετάλλευση» στο Αιγαίο, προσπάθεια που απέτυχε λόγω του ότι ως σήμερα η Ελλάδα δεν είχε εκχωρήσει  την ευθύνη αμυντικής θωράκισής της σε άλλον παράγοντα πέραν της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας της χώρας, ήταν ο λόγος που ως σήμερα δεν έχει μπορέσει η Τουρκία να «βάλει χέρι» σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους της Ελλάδας και της Κύπρου, πόρους που η Τουρκία απλά δεν δικαιούται!)

Τί αποκόμισε, όμως, συγκεκριμένα, η Τουρκία από την τελευταία απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ;

Αποκόμισε τα εξής (τα οποία είναι σοβαρά πλήγματα κατά των ελληνικών συμφερόντων):

1. Εξασφάλισε τη δημιουργία της εντύπωσης στη διεθνή κοινότητα ότι δήθεν συμβάλλει στην αποκατάσταση μιας γεωπολιτικής «κανονικότητας» στην περιοχή μας, χωρίς να έχει αποσύρει ούτε μία από τις άνομες διεκδικήσεις της κατά κυριαρχικών και εκμεταλλευτικων δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. (Το σημείο αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι καθιστά  τις τουρκικές διεκδικήσεις  ανεκτή για την ΕΕ αξίωση της Τουρκίας, στο ευρύτερο πλαίσιο των ευρω-τουρκικών σχέσεων. Ενώ με βάση το διεθνές δίκαιο -που δηλώνει η ΕΕ ότι ασπάζεται- δεν μπορεί να είναι ανεκτές αυτές οι αξιώσεις. Η επικύρωση αποδοχής αυτού του απαράδεκτου για τα ελληνικά συμφέροντα πλαισίου επιβεβαιώνεται τις επόμενες μέρες με την επίσημη επίσκεψη φον ντερ Λάιεν και Σαρλ Μισέλ στην Τουρκία. Πρόκειται μάλιστα  για καίρια και στρατηγικής σημασίας αλλαγή στην στάση της ΕΕ, αφού ως σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένα επίσημο κείμενο αποφάσεων της ΕΕ, στο οποίο τέτοιες αξιώσεις να αντιμετωπίζονται ως ανεκτές. Μπορεί ως σήμερα παγίως οι ευρωπαίοι να συνιστούσαν στην Ελλάδα να επιλύσει τις διαφορές της με την Τουρκία μέσω διαπραγματεύσεων, το περιεχόμενο της αντιλαμβανόμενης από τις Βρυξέλλες ελληνο-τουρκικής διαπραγμάτευσης, όμως, πότε δεν είχε τεθεί σε τόσο ευνοϊκό για την Τουρκία πλαίσιο και σε τόσο δυσμενές για τα ελληνικά συμφέροντα).

2. Η Τουρκία πέτυχε να μην υπάρχει στην απόφαση της ΕΕ καμιά ουσιαστική αναφορά σαφούς ανακήρυξης του τουρκο-λιβυκού μνημονίου για την ΑΟΖ, ως παράνομου και μη αποδεκτού από τις Βρυξέλλες. (Σημείο τεράστιας σημασίας για τα ελληνικά συμφέροντα, αφού με βάση τις ολοκάθαρες και μη επιδεχόμενες αμφισβήτηση ρυθμίσεις του διεθνούς δικαίου κατά κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να υφίσταται τουρκο-λιβυκή θαλάσσια επαφή. Και έχει μεγάλη σημασία εδώ να εξηγηθεί ότι τα δικαιώματα μιας χώρας επί της ΑΟΖ της, όπως αυτά ρητά ορίζονται από το γενικώς ισχύον διεθνές δίκαιο, ακόμη κι αν τα δικαιώματα αυτά ποτέ δεν ασκηθούν από την χώρα που τα φέρει, δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο διεκδίκησης από οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα! Δηλαδή, η ΕΕ με την τελευταία απόφασή της για τις ευρωτουρκικές σχέσεις, ανέχεται την ευθεία και απροσχημάτιστη ιδιοποίηση από την Τουρκία ελληνικών δικαιωμάτων, που κατά καμιά νομική ή άλλη τεκμηρίωση δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Φυσικά ούτε τέτοια θεση των Βρυξελλών υπήρχε ως σήμερα στις επίσημες αποφάσεις της ΕΕ σχετικά με τα ελληνο-τουρκικά. Παράλληλα, πρέπει εδώ να εξηγηθεί ότι με την ανοχή της ΕΕ απέναντι στις παράνομες τουρκικές αξιώσεις, συμπαρασύρεται και μια σειρά άλλων συνεπειών καίρια  βλαπτικών για τα ελληνικά συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο.  Για παράδειγμα, με το ενδεχόμενο να υφίσταται θαλάσσια επαφή μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης (κάτι που όπως είπα δεν είναι δυνατό να υπάρξει χωρίς κατάληψη ελληνικής θαλάσσιας επικράτειας από την Τουρκία) παύει να υπάρχει οποιαδήποτε δυνατότητα θαλάσσιας μεθορίου μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου (η οποία κατά το γενικώς ισχύον διεθνές δίκαιο που αποδίδει στα κατοικημένα  νησιά δικαίωμα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, ορίζεται ρητά). Αυτό, όμως, είναι ένα ζήτημα που η ίδια η ΕΕ προτρέπει να επιλυθεί από διεθνές δικαιοδοτικό όργανο (π.χ. το διεθνές δικαστήριο της Χάγης και κατόπιν υπογραφής συνυποσχετικού Ελλάδας-Τουρκίας), με την ΕΕ όμως να ανέχεται την ίδια ώρα το τουρκολιβυκό μνημόνιο για την ΑΟΖ, θέση που εν τοις πράγμασι είναι σαν να προκαταλαμβάνει την απόφαση του διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου υπέρ της Τουρκίας. Σημειωτέον, εδώ ακριβώς, ότι η Λιβύη για την διεθνοπολιτική σταση της ΕΕ στην περιοχή, συνιστά το μοντέλο της ευρωπαϊκής επιλογής νεο-προτεκτορατοποίησης ορισμένων χωρών της βόρειας Αφρικής, όπως εξήγησα προηγουμένως).

3. Το τρίτο που αποκόμισε η Τουρκία από την απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ για τις ευρωτουρκικές σχέσεις, είναι η «ποινικοποίηση» της επιλογής των κυρώσεων, ως μέσου άσκησης πιέσεων προς το καθεστώς Ερντογάν να αποδεχτεί η διεθνή νομιμότητα. Πολλαπλώς προκλητική για την Ελλάδα ευρωπαϊκή απόφαση, αφού η μέθοδος των κυρώσεων με ευκολία υιοθετείται από την ΕΕ στις πολύ μικρότερης σημασίας περιπτώσεις του Ναβάλνι και της Λευκορωσίας.         

4. Το τέταρτο όφελος για την Τουρκία (και ίσως σημαντικότερο, επειδή η ανατροπή του ίσως αποδειχτεί δυσκολότερη απ’ όλα τα άλλα) είναι ότι με την τελευταία αποφασή της η ΕΕ επισήμως ορίζει τη θέση  της για τα ελληνο-τουρκικά, ανάγοντάς την στο ευρύτερο πλαίσιο των ευρω-τουρκικών σχέσεων και αφήνοντας την ως σήμερα στάση της ότι οι διαφορές Ελλάδας-Τουρκίας είναι διμερής διαφορά χώρας-μέλους της με τρίτη χώρα. (Κι εδώ υπάρχει μια ακόμη επιβεβαίωση της ευρωπαϊκής απόπειρας νεο-προτεκτορατοποίησης της Ελλάδας). Μ’ άλλα λόγια, από σήμερα η ΕΕ για να λάβει θέση στα ελληνο-τουρκικά δεν θα στηρίζεται στο διεθνές δίκαιο και μόνο, αλλά θα λαμβάνει υπόψη και άλλα στοιχεία (π.χ. προσφυγικό κ.λπ.) Βεβαίως, πάντα η ΕΕ λάμβανε υπόψη της τα ευρύτερα συμφέροντά της. Ποτέ, όμως, δεν είχε αφήσει ανοιχτή την υπόνοια, ότι εκτός από μια γενική συνεκτίμηση αυτού του στοιχείου για τη διαμόρφωση της εκάστοτε θέσης της, θα δεχόταν παραμερισμό της δέσμευσης  για απαρέγκλιτη αποδοχή και εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου υπέρ των χωρών -μελών της και έναντι οιασδήποτε τρίτης χώρας, όπως κάνει σήμερα. Άλλωστε, αυτή η τελευταία απόφαση της ΕΕ  για τις ευρω-τουρκικές σχέσεις, παραβιάζει το πνεύμα και το γράμμα των ευρωπαϊκών συνθηκών, που σαφώς ορίζουν την υποχρέωση του ευρωπαϊκού πολυεθνικού οργανισμού να προσπίζεται κατα προτεραιότητα τα συμφέροντα των χωρών-μελών του. Ένα σημείο, που θα μπορούσε να καταστεί -ο μη γένοιτο- κεντρικό σ’ έναν ενδεχόμενο νέο γύρο απομείωσης της αποδοχής και αποσταθεροποίησης της ΕΕ από τις χώρες-μέλη της, φτάνοντας στον πυρήνα της αντίθεσης που έτσι θα αναδεικνυόταν ανάμεσα στα συμφέροντα των συστατικών μερών-χωρων της και μιας αόριστης πρόσληψης της εννοιας «ευρωπαϊκά συμφέροντα». 

Εν κατακλείδι μια διευκρίνιση:  Δεν είμαι κατά του «εξευρωπαϊσμού» (όπως το όρισα προηγουμένως) της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της Ελλάδας για λόγους αρχής. Όμως, είμαι για λόγους αρχής απαράβατους κατά  οποιασδήποτε επιλογής που θα έπληττε τα συμφέροντα της χώρας μου. Και σαφώς οποτεδήποτε τέτοιες επιλογές σε βάρος της Ελλάδας  και από οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση προκύπτουν, όπως συμβαίνει σήμερα με την απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ για τις ευρω-τουρκικές σχέσεις, για την οποία η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη με θράσος χαρακτήρισε ως «ικανοποιητική» για τη χώρα μας, θα τάσσομαι εναντίον τους.