7 Απρ. 2021

Είναι το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ αν θα πάει κέντρο ή αριστερά;

Οι πολιτικοί γάιδαροι

και ο αχυρώνας

Εδώ και μερικούς μήνες εξελίσσεται μια ενδιαφέρουσα δημόσια συζήτηση σχετικά με το θέμα  τοποθέτησης του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στον πολιτικό χάρτη. Αυτή η δημόσια συζήτηση σε κάθε περίπτωση είναι θετική, αφού αφορά σε μια ανοιχτή πολιτική διαδικασία. Και το μεγάλο ενδιαφέρον για τη συζήτηση αυτή, αποδεικνύει το αυξημένο πολιτικό βάρος του ΣΥΡΙΖΑ στον δημόσιο βίο μας. Όχι μόνο γιατί περί του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης -δηλαδή μιας ισχυρής παράταξης- ο λόγος, αλλά κυρίως διότι με δεδομένο ότι η χώρα βρίσκεται σε δεινή θέση από τη διακυβέρνηση ενός εγκληματικά ανίκανου και νεποτικού μπλοκ εξουσίας όλο και περισσότεροι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι διευρύνονται οι πιθανότητες ο διάλογος αυτός να αφορά στην επόμενη κυβέρνηση.

Τον τελευταίο καιρό η συζήτηση, με ευθύνη κυρίως κομματικών παραγόντων του ΣΥΡΙΖΑ, έχει επικεντρωθεί στο πολιτικό positioning, που κατά τη γνώμη των ίδιων εκατέρωθεν κομματικών παραγόντων θα έπρεπε να επιλέξει το κόμμα για να πάει καλύτερα. Οι δύο εναλλακτικές προτάσεις που αντιπαρατίθενται στο σημείο αυτό είναι, από τη μία, η εισήγηση ο ΣΥΡΙΖΑ να απευθυνθεί στα αριστερά κοινά (των οποίων η πέραν του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης επιρροή στις τελευταίες εκλογές ήταν της τάξης του 10%), και από την άλλη, η πρόταση ο ΣΥΡΙΖΑ να  προτιμήσει να προσανατολιστεί προς το κέντρο και τη σοσιαλδημοκρατία (ό,τι εν πάση περιπτώσει εννοείται στην πολιτική αγορά πως σημαίνουν αυτοί οι όροι), όπου φαίνεται να υπάρχει το ΚΙΝΑΛ, με ποσοστό στις τελευταίες εκλογές της τάξης του 8%.   

Για την υποστήριξη της άποψής τους οι εδώ αντικρουόμενες απόψεις μεσα στον ΣΥΡΙΖΑ, επιστρατεύουν τελευταία επιχειρήματα σχετικά με το δυνάμει πολιτικό κοινό απεύθυνσης, που θα είχε ο ΣΥΡΙΖΑ αν στρεφόταν προς τη μία ή την  άλλη πλευρά. Η συζήτηση με τέτοια «ποσοτική»  επιχειρηματολογία έχει αποδυναμώσει την ατζέντα σχετικά με το «περιεχόμενο πολιτικής» που ασκεί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ατζέντα που είχε προηγηθεί στο πλαίσιο ενός συνεδρίου το οποίο η πανδημία δεν επιτρέπει να διεξαχθεί. Έτσι, καταγράφεται και «απώλεια ενδιαφέροντος» (ποσοτική και ποιοτική) σχετικά με την πορεία ανασύνθεσης του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή τη διαδρομή από ένα μικρό κόμμα κατά κύριο λόγο «φόρτου ιδεολογίας», σε μια μαζική και ανοιχτή πολιτική παράταξη, με ευρείες κοινωνικές και ιδεολογικές αναφορές. Δηλαδή, μια παράταξη με καίριο δικαίωμα λόγου και πρωτεύοντα ρόλο στη διαμόρφωση της επόμενης φάσης της Ελλάδας, υπό την παγκόσμια συγκυρία μιας πρωτοφανούς γενικευμένης ρευστότητας (ιδεολογικο-πολιτικής, γεωπολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής και βιοπολιτικής), που υποχρεώνει τις χώρες με δικαιώματα και υποχρεώσεις αναφορών στο μέλλον του κόσμου, να επιζητούν νέα μοντέλα συγκρότησης των κοινωνιών και των λειτουργιών τους.        

Έχω τη γνώμη ότι η αντιπαράθεση σχετικά με το εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα απευθυνθεί στα πολιτικά κοινά που βρίσκονται στα αριστερά ή στα δεξιά του, είναι μια εξέλιξη άσχημη που παγιδεύει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην άγονη πολιτική έρημο των ιδεολογικών αβεβαιοτήτων και των εκλογικών σκοπιμοτήτων. Κι αυτό αποστεώνει την ουσία του διαλόγου σχετικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και την διαδικασία ανασύνθεσής του.

Κατανοώ, βεβαίως, ότι η «μηχανίστικη» συζήτηση περί εντοπισμού του «πολιτικού κοινού-target group του κόμματος», διευκολύνει την «ευκολία» των φατριαστικών πρακτικών που φύσει αναδύονται σε κόμματα εξουσίας και με επίδικο ποιά ομάδα (ιδεών, ταξικών αναφορών και στελεχών) θα ελέγξει τον χώρο. Και αυτό ακριβώς είναι που κάμπτει την μέχρι πρότινος πασίδηλη καθαρότητα και την ειλικρινή αγωνία που εξέπεμπε ο ενδο-ΣΥΡΙΖΑ διάλογος,  και την μετατρέπει σε αντιπαράθεση εσωκομματικών ομάδων. Εν όψει συνεδριακής διαδικασίας (οψέποτε συγκληθεί το συνέδριο, αλλά με  δεδομένη ημερήσια διάταξη την εκλογή της κομματικής ηγεσίας) και (κατά ένα σενάριο) εν όψει εκλογών, οι υφισταμένες ομάδες και ανεξαρτήτως προέλευσης μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, με τις τελευταίες αντιπαραθέσεις αναμεσά τους σχετικά με το σε ποιά πλευρά θα πρέπει να στραφεί το κόμμα, επί της ουσίας ερείζουν για τον έλεγχό του και όχι για την ιδεολογία και τα ταξικά και κοινωνικά παραταξιακά προτάγματα της επόμενης περιόδου. Παρ’ ό,τι οι αντιπαρατειθέμενες μεταξύ τους κομματικές ομάδες υποτονθορύζουν και ιδεολογικές δογματικές ατάκες ως το πρόσχημα του «καυγά».   

Πρόκειται για έναν εσωκομματικό διάλογο, που όχι μόνο δεν ενδιαφέρει τη δοκιμαζόμενη από την πανδημία και τις συνέπειες της κυβερνητικής πολιτικής Κυριάκου Μητσοτάκη κοινωνία, αφού καθόλου δεν αφορά σε πραγματικά προβλήματά της, αλλά απωθεί και ενοχλεί τους πολίτες. Και τούτο το τελευταίο, επειδή έτσι παράγεται η εντύπωση ότι δεν είναι άλλο από καυγάς κομματικών παραγόντων με σκοπό να ευνοηθούν ενδοπαραταξιακοί σκοποί διαμόρφωσης επιθυμητών συσχετισμών δυνάμεων και όχι να δομηθεί πολιτικός λόγος προαγωγής των συμφερόντων της χώρας και προάσπισης δικαιωμάτων των πληττόμενων πολιτών.

Το φαινόμενο (και ως πρόβλημα) επιτείνεται από την άσκηση ενός καινοφανούς είδους «αντιπολίτευσης της πανδημίας», κατά το οποίο η παρούσα κομματική γραφειοκρατία των τομεαρχών, εξαντλεί τον ρόλο της σε ανακοινώσεις του τύπου «σκιώδους κυβέρνησης», που δεν ανταποκρίνεται στο πολιτικό στιλ του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πολύ περισσότερο ως στάση απάδει ενός κινηματικού πολιτικού σχηματισμού, που διατείνεται ότι διατηρεί άμεσες σχέσεις με ευρείες κοινωνικές ομάδες σε τροχιά ριζοσπαστικοποίησης. Η σημερινή ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, που με συμπεριφορές σαν αυτές που προανέφερα φαίνεται να ασχολείται προνομιακά με την αναπαραγωγή του ηγετικού ρόλου της μέσα στο κόμμα και κατά την επόμενη περίοδο και όχι με την υποχρέωση παραγωγής στις σημερινές συνθήκες αποτελεσματικής αντιπολίτευσης, διαπράττει πολύ σοβαρό σφάλμα πρόσληψης των αντιλήψεων που κυριαρχούν στους πολίτες, εάν νομίζει ότι αυτές οι συμπεριφορές της διαφεύγουν της καταγραφής τους στην κοινή γνώμη. Αντίθετα, οι πολίτες δυσαρεστούνται ολοφάνερα από τον εγκλωβισμό του αντικυβερνητικού στόχου σ’ έναν διαγκωνισμό με τη ΝΔ, που καταλήγει να αθροίζει όφελος για την πάρτη των κομματικών βαρόνων του ΣΥΡΙΖΑ αντί να προσθέτει δυνάμεις στο υπό διαμόρφωση κοινωνικό κίνημα που θα δεσπόσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κατά τη μεταπανδημική εποχή, ανατρέποντας σταθερές δεκαετιών.

αι μάλιστα έχει σημασία να υπογραμμιστεί εδώ ότι δεν πρόκειται για ανατροπές που θα έρθουν ως αποτέλεσμα μιας συντεταγμένης ιδεολογικο-πολιτικής αντιπαράθεσης παραδοσιακού τύπου με όχημα τον κλασσικό άξονα αυτοαναφοράς αριστερά-δεξιά, αλλά θα γεννηθούν από τη συνολική αποδόμηση μέχρις σοβαρών ενδείξεων κατάρρευσης του πανίσχυρου συστήματος που κυριάρχησε επί πολύ χρόνο ως σήμερα και τώρα αδυνατεί να συντηρήσει την παγκόσμια ηγεμονία του παράγοντας όφελος για τις κοινωνίες, προκαλώντας πλέον, αντιθέτως, ζημία και μόνο ζημία. Και έχει σημασία να το υπογραμμίσω εδώ αυτό, διότι έτσι αποδεικνύεται ότι καμία κομματική ηγεσία (του ΣΥΡΙΖΑ  ή οποιουδήποτε άλλου κόμματος, στην Ελλάδα ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Γης) δεν είναι ο γεννήτορας της ανατροπής που κυοφορείται, αλλά ότι εκείνος που κομίζει ως φορέας της την ίδια ανατροπή είναι οι κοινωνίες στα πρόθυρα της εξέγερσης. Και τούτου δοθέντος, οι ριζοσπαστικοποιούμενες μάζες είναι που θα ορίσουν την πολιτική ατζέντα της επαύριον και όχι οι παραταξιακές νομενκλατούρες που ακολουθούν τις μάζες αυτές. Θα μπορούσα μάλιστα να ισχυριστώ ότι και το ίδιο το «κομματικό φαινόμενο», ως ο παγιωμένος πολιτικός θεσμός κοινωνικής αντιπροσώπευσης έχει εν πολλοίς ξεπεραστεί και τα σύγχρονα κόμματα οφείλουν να διαμορφώσουν νέα μοντέλα σχέσης με τους πολίτες, αντιπαραρερχόμενα τις «σταθερές» του «κόμματος καθοδηγητή των μαζών», ή του «κόμματος υπηρέτη ταξικών συμφερόντων», που επικρατούν).                          

(Σημ.: Διευκρινίζω ότι περίπτωση Τσίπρα σχετικά με τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω  είναι διαφορετική, και θα αναφερθώ αλλού στη συνέχεια σ’ αυτήν...)

Πάντως με τον «ψευδο-διάλογο» περί αριστερού η δεξιού ΣΥΡΙΖΑ, το αποτέλεσμα είναι η παγίδευση του κόμματος σ’ ένα ιδεολογικό αδιέξοδο. Με προφανείς αρνητικές συνέπειες. Ακόμη χειρότερη είναι η παγίδευση του Αλέξη Τσίπρα στο ίδιο αδιεξοδο, με συνέπεια να αδυνατεί να ασκήσει τις κρίσιμες ηγετικές ευθύνες του και με βαρύνουσα σημασία για την τελική έκβαση του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικού μηχανισμού αντιπροσώπευσης ενός μαζικού κινήματος υπό ραγδαία ριζοσπαστικοποίηση, όπως ήδη ανέφερα.      

Απολύτως ενδεικτικό του κακού που κάνει στην αξιωματική αντιπολίτευση η παγίδευση σ’ αυτή τη συζήτηση άγρας εκλογικών κοινών, αντί του προτάγματος παραγωγής πολιτικής προοδευτικού προσήμου χρήσιμης για τον τόπο, είναι ότι οι ομάδες που ερείζουν στο εσωτερικό του κόμματος (καθώς και οι εξωκομματικοί  εκατέρωθεν υποστηρικτές τους, δημοσιογραφοι και άλλοι) έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα να επανεξεταστεί γιατί χάθηκαν οι εκλογές του 2019. Θέμα, που επί της πολιτικής ουσίας έχει εξαντληθεί και άλλωστε οι τελικές αποφάσεις σχετικά μ’ αυτό θα ενσωματωθούν στο σώμα των αποφάσεων του συνεδρίου όποτε η πανδημία επιτρέψει να συγκληθεί.  Κυρίως, όμως, θέμα που ελάχιστα πια απασχολεί το μαζικό πολιτικό κίνημα που σήμερα σχηματίζεται και τις κοινωνικές ομάδες που το συναπαρτίζουν.

Το ζήτημα του «περιεχομένου πολιτικής» περί του «μέλλοντος της χώρας» για τον νέο ΣΥΡΙΖΑ, με το κόμμα της αξωματικής αντιπολίτευσης εξοπλισμένο πλέον με την εμπειρία μιας διακυβέρνησης και με απαντημένο οριστικά από τους εκλογείς το ποιό κόμμα συνιστά ρεαλιστικά την εναλλακτική λύση φυγής από το αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί η χώρα, πρέπει να να επιστρέψει τάχιστα και κατά προτεραιότητα στον δημόσιο διάλογο σχετικά με το κόμμα της αξωματικής αντιπολίτευσης!

Αυτός είναι ο δρόμος για την πολιτική δικαίωση του ίδιου μαζικού κινήματος που συγκροτείται τούτη την ώρα! Και φυσικά δεν είναι η παγίδευση του Αλέξη Τσίπρα στην ανόητη συζήτηση σχετικά με το εάν ο Κωλοκοτρώνης ήταν συριζαίος, ή όχι, που γελοιοποιεί το εγχείρημα για μια καλύτερη τύχη της χώρας και τον πολιτών της μελλοντικά!  Ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να αφεθεί χωρίς πολιτικές δουλείες απέναντι σε κομματικές φατρίες, να ασκήσει τα ηγετικά καθήκοντά του. Πλάθοντας έναν φορέα γνήσιας αντιπροσώπευσης του αυθόρμητου και ακηδεμόνευτου ριζοσπαστισμού που γέννησαν οι αλλεπάλληλες συστημικές κρίσεις και η αδυναμία των ίδιων συστημάτων να αντιδράσουν προς το συμφέρον των κοινωνιών στη λαίλαπα της πανδημίας.

Κι αν προϋπόθεση για να ασκήσει ο Αλέξης Τσίπρας τον ηγετικό ρόλο του ως επικεφαλής και συμβολικό πρόσωπο εκπροσώπησης αυτού του μαζικού ανατρεπτικού κινήματος, είναι να ενεργοποιηθούν και οι δικές του προσωπικές υποχρεώσεις αποδέσμευσης από τέτοιες κομματικές δουλείες, επιτέλους ας το αποπειραθεί!