16 Απρ. 2021

Εν θερμώ...

Ένα μάθημα προς την ελληνική

και την ευρωπαϊκή πολιτική τάξη

H επίσκεψη Δένδια στην Τουρκία (κατέληξε να) είναι ένα σοβαρό μάθημα για την ελληνική και την ευρωπαϊκή πολιτική τάξη. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο όφελος για την Ελλάδα και είναι εξ ίσου σημαντικό με το άλλο όφελος για μας που παρήχθη από την επίσκεψη αυτή: ότι το μάθημα παρέδωσε Έλληνας πολιτικός.

Σε τί έγκειται ο διαπαιδαγωγητικός χαρακτήρας των όσων έπραξε ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών; Σε 3 πράγματα:

1. Απέδειξε ότι τα παραδοσιακά τουρκικά «κόλπα» -όπως το πρόσφατο sofa gate- επιδέχονται απάντηση που εξαερώνει επί της ουσίας τον ιστορικά αποσταθεροποιητικό ρόλο της γειτονικής χώρας στην περιοχή.

2. Ανέδειξε (και ταυτόχρονα καίρια αποδόμησε) τον πυρήνα του εν πολλοίς κατασκευασμένου διμερούς πλαισίου διαπραγμάτευσης, που αφορά στο σκηνικό που αγωνιωδώς προσπάθησε να στήσει η γραφειοκρατία των Βρυξελλών εμφορουμένη από τη μόνη «αξία» που αντιλαμβάνεται η υπό ασφυκτικό γερμανικό έλεγχο «ομάδα του ανεπαρκέστατου Μπορέλ» (και με την ανοχή μεσογειακών χωρών-μελών): τη νομισματική και οικονομική ισχύ και ό,τι την εδραιώνει και τη δυναμώνει, υπό την άγονη θεώρηση ότι το τουρκικό ζήτημα για την Ευρώπη έχει ως βάση του τις οικονομικές σχέσεις και συγκυριακά το προσφυγικό, ενώ είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για βαθύτατη και με μεγάλο παρελθόν -αλλά όπως φαίνεται και μέλλον- σύγκρουση γεωπολιτικών συμφερόντων. Υπ’ αυτή την οπτική το ευρωπαϊκό μύθευμα-κατασκεύασμα ότι τα ελληνοτουρκικά είναι ινάτια δύο καθυστερημένων χωρών, που η ευρωπαϊκή διπλωματική μανιέρα μεσολαβεί για να τις χωρίσει από τον καυγά τους, κατέπεσε πλήρως! Είναι πια πλέον ή σαφές ότι  υπάρχουν τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος ελληνικών δικαιωμάτων και αυτό είναι που παράγει την αποσταθεροποίηση στην ανατολική Μεσόγειο. ...Φανερό εξ αρχής ήταν αυτό αλλά η υπεθνύμισή του υπό τις παρούσες συθνήκες έχει μεγάλη σημασία.  

(Μια δευτερεύουσα αλλά επίσης κρίσιμη συνέπεια του «μαθήματος» -στο ίδιο αντικείμενο- είναι η διασαφήνιση ότι οι ευρωτουρκικές διαφορές δεν εχουν ως βαση τους τον ρατσιστικού προτάγματος αντιτουρκισμό των ευρωπαίων ακροδεξιών (Κουρτς, Βέμπερ κ.λπ.), αλλά οφείλονται σε άνομες και κατά πλήρη παραβίαση του γράμματος και του πνεύματος του διεθνούς δικαίου τουρκικές διεκδικήσεις κατά χωρών-μελών της ΕΕ. Ο υπαρκτός αντιτουρκισμός από μεριάς του ελληνικού στοιχείου, με όσα είπε ο Έλληνας ΥΠΕΞ, απομυθοποιήθηκε ως δήθεν μέρος μιας αποκλειστικά εθνικιστικών κινήτρων ελληνικής στάσης (εσφαλμένη κατανόηση των πραγμάτων, στην οποία έχει προσχωρήσει και η παραδοσιακή αριστερά στην Ελλάδα, ως δήθεν επαρκούς ερμηνείας των αιτίων της ελληνοτουρκικής διένεξης). Εδώ υπάρχει επιτιθέμενος (Τουρκία) και προασπιζόμενος τα δικαιώματά του πόλος (η Ελλάδα και η Κύπρος), και αυτή η βάση του ζητήματος δεν αναιρείται από παλιότερες  παρεμβάσεις εθνικιστικών και πρακτορευμένων ελληνικών παραγόντων, των οποίων άλλωστε η δραστηριότητα  ιστορικά έχει αποδειχτεί ότι έπληξε τα ελληνικά συμφέροντα αντί να τα προάγει).                    

3. Αποκάλυψε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η σημερινή ευρωπαϊκή διαμεσολάβηση στη βάση της προτροπής για παραπομπή των διμερών διαφορών (κατά την Ελλάδα μίας και μόνης διαφοράς) σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο έχει απορριφτεί από τουρκικής πλευράς ως μέθοδος λύσης (κι αυτή είναι παλαιόθεν στρατηγική επιλογή της τουρκικής διπλωματίας), κι αν σήμερα η Τουρκία προσποιείται ότι δήθεν αποδέχεται τέτοια βάση για τον διμερή διάλογο το κάνει μόνο και μόνο τακτικά για να διαφύγει της μεγάλης απομόνωσης, στην οποία την έχουν παγιδεύσει οι εσωτερικών σκοπιμοτήτων ερντογανικές εξαλλότητες. (Ας κάνουν τον κόπο οι ενδιαφερόμενοι να ακούσουν με προσοχή το μέρος εκείνο των δηλώσεων Τσαβούσογλου, όπου ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας εξηγεί αναλυτικά ότι δεν πρέπει να βάλουμε ανάμεσά μας κανένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο και να καθίσουμε οι δύο σ’ ένα τραπέζι «να τα βρούμε». Η δήλωση αυτή του Τσαβούσογλου καθιστά εκ των πραγμάτων ήδη την τελευταία απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ για τις εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο ξεπερασμένη και οιονεί απορριφθείσα από την τουρκική πλευρά και επομένως η γερμανο-ευρωπαϊκή διαμεσολάβηση είναι πλέον άνευ αντικειμένου).     

Κάτι τελευταίο πέραν των 3 ανωτέρω σημείων: Η αντίδραση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στις απαιτήσεις της Τουρκικής πλευράς, «τελειώνει» επί της ουσίας και την προσπάθεια Σημίτη να προστρέξει στην υποστήριξη των αναθεωρητικών της πάγιας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θέσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη να ανοίξει όλη τη βεντάλια των τουρκικών απατήσεων σε βάρος της Ελλάδας ως δυνάμει ατζέντα διαλόγου των ελληνοτουρικών διαφορών σήμερα. Ο κίνδυνος αυτός απετράπη οριστικά! Από ‘δω και πέρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποχρεούται πλέον να κατανοήσει και να εφαρμόσει απαρέγκλιτα τη γραμμή της μίας και μόνης διαφοράς προς επίλυση με την Τουρκία, και με μόνο μέσο την προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.