15 Ιουν. 2021

Παγιώνεται ως περιθωριακός ο ρόλος της χώρας στην ανατολική Μεσόγειο

Η αδύναμη Ελλάδα

και πως φτάσαμε ως εδώ

σε 2 χρόνια

Με την ολοκλήρωση των εργασιών της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ επιβεβαιώθηκε πέραν πάσης πλέον αμφιβολίας ότι ο γεωπολιτικός ρόλος της Ελλάδας έχει συρρικνωθεί δραματικά τελευταία, έχοντάς μας καταστήσει τον ασήμαντο παράγοντα των ιστορικών εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα στην ευρύτερη ανατολική Μεσόγειο. Παρ’ ό,τι θα φαινόταν ότι αυτή δεν είναι μια αρνητική εξέλιξη συνδεδεμένη απολύτως με μια συγκεκριμένη διακυβέρνηση, τα στοιχεία περί άλλων μαρτυρούν, αποκαλύπτοντας ότι τα τελευταία δύο χρόνια είναι που έχει προκύψει η ραγδαία επιδείνωση του ειδικού βάρους μας στην περιοχή, ως απόρροια μιας εξωτερικής πολιτικής που αναδύεται από την ιδεολογικοπολιτική κατανόηση των πραγμάτων την οποία πρεσβεύει η κυβερνητική παράταξη υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η Ελλάδα αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη για τις εκάστοτε επόμενες γενιές δυσκολία την έχει ξαναζήσει. Παλιότερα ζήσαμε τις βαριές συνέπειες της εξαρτημένης Ελλάδας και χρειάστηκε να επικυρωθεί η πολιτική ηγεμονία παρατάξεων με ξεκάθαρο  αντιεξαρτησιακό προσανατολισμό, ως μέρος μιας γενικότερης πολιτικής αντίληψης των πραγμάτων, για να ενισχυθεί η Ελλάδα και να φτάσει με όρους ισοτιμίας με τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Την εποχή μιας νέας εξάρτησης της χώρας μας, δηλαδή, βιώνουμε σήμερα. Μιας εξάρτησης προσαρμοσμένης στα δεδομένα των καιρών μας, αλλά ανάτυπο μιας επαρχιώτικης συντηρητικής θέασης στα γεγονότα του κόσμου που αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς, η οποία επιφυλάσσει στη χώρα μας και στους κατιόντες της γενιάς μας, τη μοιρολατρική υποταγή στην αναπότρεπτη ηγεμονία των ισχυόντων συσχετισμών δυνάμεων, με εθελούσια πλήρη υποβάθμιση της προστιθέμενης αξίας των ειδικών χαρακτηριστικών χωρών με μεγάλο πρακτικό και συμβολικό βάρος για τη διαμόρφωση της τελικής γεωπολιτικής εικόνας σε μια περιοχή, όπως εν προκειμένω η Ελλάδα για την ανατολική Μεσόγειο.

Είναι πολύ αρνητικό σημείο για την Ελλάδα ότι αυτή η ραγδαία γεωστρατηγική υποβάθμισή μας (και όχι μόνο ως χώρας του δυτικού μέρους του παγκόσμιου σκηνικού, αλλά ευρύτερα) την τελευταία διετία, παγιώνεται σε μια περίοδο που οι θαλάσσιες επικράτειες ως τμήμα κατανόησης του όρου «γεωπολιτική ισχύς» για κυρίαρχες χώρες «μετράνε» πολύ. Για να το πω με αμεσότερο τρόπο: Ακριβώς σ’ ένα πεδίο διαμόρφωσης των διεθνών συχετισμών δύναμης (δηλαδή τις ΑΟΖ και την ενδυνάμωση του ρυθμιστικού βάρους του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, που οι ΗΠΑ προτίθενται πια να προσυπογράψουν μετά από δεκαετίες που το αρνούνταν), δηλαδή σ’ ένα πεδίο όπου η Ελλάδα φέρει σημαντικό πλεονέκτημα σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής μας, κάνουμε βήματα προς τα πίσω, αντί να ενισχύουμε τη θέση μας!

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι όλες οι υπόλοιπες χώρες της ίδιας περιοχής (η Ιταλία, η Λιβύη, η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Τουρκία, ακόμη και η Κυπρος) σε συνδυασμό με την πολιτική των υδρογονανθράκων και των αγωγών, που επηρεαζει τις ισορροπίες στην ανατολική Μεσόγειο, είτε έχουν διατηρήσει το γεωπολιτικό βάρος τους είτε το έχουν αυξήσει, και μόνο η Ελλάδα έχει οπισθοχωρήσει.

Η απόλυτη ταύτιση αυτών των για την Ελλάδα δυσμενέστατων εξελίξεων οριοθετείται χρονικά με απόλυτο τρόπο από το δεύτερο μισό του 2019, καθιστώντας αναντίρρητα για καθε λογικό παρατηρητή τον Κυριάκο Μητσοτάκη το μοιραίο πρόσωπο του κακού. Αντίθετα, η εικόνα μιας Ελλάδας που βελτίωνε με μεθοδευμένο τρόπο τη διεθνή ισχύ της, με την πολιτική των αγωγών και της εμπλοκής της σε μεγάλα πρότζεκτ φυσικού αερίου, την ρύθμιση των εκκρεμοτήτων της στα Βαλκάνια με τη συνθήκη των Πρεσπών, προς όφελος της σταθερότητας στην περιοχή της χερσονήσου του Αίμου, τη σχεδιασμένη  βήμα προς βήμα επέκταση των χωρικών υδάτων της, κι όλ’ αυτά χωρίς καμιά σοβαρή ενέργεια αμφισβήτησης των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων μας από άλλη χώρα, όπως συμβαίνει σήμερα, αυτή η εικόνα της Ελλάδας πριν το 2019, δείχνει το βάθος των διαφορών, δυστυχώς και των σε βάρος μας συνεπειών από την παρούσα διακυβέρνηση.                     

Ένα άλλο σημείο τραγικής απόδειξης της συρρίκνωσης σήμερα του ελληνικού γεωπολιτικού ειδικού βάρους στην ανατολική Μεσόγειο είναι το Κυπριακό. Διότι σήμερα και με την κυβέρνηση και την πρωθυπουργία του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι που δύναται να θέτει θρασύτατα η Τουρκία ζήτημα «λύσης δύο κρατών», που δεν μπορούσε να θέτει ως τώρα! (Και, φυσικά, έτσι απομυθοποιείται -δυστυχώς με συνέπειες για το Κυπριακό- και η ερμηνεία που μας έδιναν τόσο καιρό οι της ελληνικής εξάρτησης «ρήμασι πειθόμενοι» πολιτικοί κύκλοι στην Ελλάδα, που διατείνονταν ότι ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία που ευθυνόταν για την παράταση του αδιεξόδου στο Κυπριακό. Ότι δήθεν ευθυνόταν δηλαδή η Λευκωσία και η Αθήνα επειδή απέρριπταν λύσεις προτεκτορατοποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και ρυθμίσεις σε βάρος της ελληνοκυπριακής κοινότητας, στο πλαίσιο της παραδοσιακής φιλοτουρκικής στάσης του δυτικού παράγοντα, που σήμερα επεναξετάζεται. Και αντί η ελληνική πλευρά να ωφελείται απ’ αυτό, με την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η τουρκική που το κάνει! Διότι, βεβαίως, ποτέ το θέμα στο σημείο αυτό δεν θα μπορούσε να ήταν τί απέρριψε η ελληνική πλευρά, αλλά το πότε η τουρκική πλευρά κέκτηται την ισχύ να προτείνει «λύση δύο κρατών» κατά πλήρη παράβλεψη των αποφάσεων του ΟΗΕ: και αυτή η πολύ αρνητικη για την ελληνική πλευρά εξέλιξη προκύπτει -και αυτή με τη σημερινή κυβέρνηση).              

Τέλος, υπάρχει και ένα ακόμη σημείο υπογράμμισης της συρρίκνωσης της ελληνικής γεωπολιτικής ισχύος στην περιοχή μας: Οι διμερείς συμφωνίες με άλλες χώρες για την οριοθέτηση των ΑΟΖ!  

Διότι εδώ -πάντα με τη σημερινή κυβέρνηση- με όσες χώρες η Ελλάδα σύναψε διμερείς συμφωνίες (Ιταλία και Αίγυπτος), στις συμφωνίες αυτές η χώρα μας συναίνεσε σε παραχωρήσεις προς την άλλη πλευρά, πέραν του γενικού κανόνα περί «μέσης γραμμής», δηλαδή έδωσε ελληνικό «χώρο» στην Ιταλία και στην Αίγυπτο. Στην Ιταλία επιπροσθέτως η Ελλάδα παραχώρησε και διευρυμένα δικαιώματα αλιείας.

Την ίδια ώρα οι δυσκολίες για ανάλογη συμφωνία με την αδύναμη Αλβανία διατηρούνται (αν και αυτές προέρχονται από παλιότερα, δεδομένο που, η Ελλάδα όμως με την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και ανεξάρτητα τούτου όφειλε να έχει δρομολογήσει βελτίωση της θέσης της).

Επίσης, την ίδια ώρα συμφωνίες της Ελλάδας με την Τουρκία και τη Λιβύη για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών είναι πρακτικά αδύνατες, με τη χώρα μας αδύναμη να επιβάλλει την ακύρωση συμφωνιών τρίτων χωρών μεταξύ τους επί ελληνικών ζωνών, συμφωνιών σαφώς εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου.

Ακόμη χειρότερα: Στο σημείο αυτό η Ελλάδα άγεται σε τροχιά άτυπης ανάθεσης της ρύθμισης των διαφορών μας με την Τουρκία και τη Λιβύη για τις ΑΟΖ, στον διεθνή παράγοντα, εν είδει ενός σύγχρονου ιδιότυπου προτεκτοράτου!

Δηλαδή, η συνολική διεθνής εικόνα της Ελλάδας στο θέμα των ΑΟΖ τη διετία  που κυβερνάει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι εκόνα αδύναμης χώρας να προστατεύσει στοιχειωδώς τα συμφέροντά της. Αυτή είναι η αλήθεια! Και δυστυχώς η εικόνα αυτή αναδύεται επικυρωτικά τόσο από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, όσο και από τη διεθνή διάσκεψη για τη Λιβύη, όπου η χώρα μας απαξιώθηκε δραματικά -παρ’ ό,τι αμέσως και κρίσιμα εμπλεκόμενη με τη διεθνή πτυχή του λιβυκού ζητήματος- με τη μη πρόσκλησή της στη διάσκεψη!    

Τα αποδίδω λοιπόν στον Κυριάκο Μητσοτάκη ολ’ αυτά! Όχι γιατί είμαι εμμονικός, όπως συστηματικά με κατηγορούν οι άσπονδοι φίλοι του «ΚΙΝΑΛ υπηρεσίας», που όποτε θίγω τα κακώς κείμενα του σημερινού πρωθυπουργού σπεύδουν αναρμοδίως ως τύποις υποστηρικτές άλλης παράταξης από τη Ν.Δ. να υποστηρίξουν τον σημερινό πρωθυπουργό. Αρκεί να ξαναδιαβαστούν όσα ανέφερα ως εδώ στο παρόν κείμενο, για να διαπιστωθεί αν τα ανωτέρω αναφερόμενα είναι αυθαίρετες παρατηρήσεις ενός εμμονικού ή γεγονότα!   

Όμως η τυχόν προσέγγιση στη σημερινή ανάλυσή μου με την καχυποψία της προκατάληψής μου, άρα της θόλωσης των συμπερασμάτων μου, δεν είναι δόκιμη και για έναν ακόμη λόγο: Ότι οι αναφορές μου στον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν γίνονται ως πρόσωπο, αλλά ως πολιτικό υποκείμενο φορέα μιας ιδεολογικής πολιτικής αντίληψης, που υιοθετεί θέσεις, τις οποίες στην αρχή του κειμένου ονομάτισα ως «εξάρτηση» της Ελλάδας απο εξωγενείς παράγοντες, ως βασικής και απαράβατης παραδοχής στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Δε χρειάζονται πολλά λόγια για τους στοιχειωδώς κατέχοντες τα γεγονότα της τελευταίας 20ετίας, για να κατανοηθεί ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι εδώ ως συνεχιστής της αντίληψης του Κώστα Σημίτη για την εξωτερική πολιτική της χώρας (και όχι μόνο, αλλα ας περιοριστούμε προσώρας εδώ). Ο σημερινός πρωθυπουργός είναι συνεχιστής της πολιτικής που οδήγησε στις συμφωνίες της Μαδρίτης και του Ελσίνκι, που ήδη ακόμη και από συντηρητικούς πολιτικούς (ανάμεσά τους και η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη) σήμερα θεωρούνται προβληματικές.

Έτσι εξηγείται και η επιλεκτική προτίμηση των σημιτικών εκσγχρονιστών στον Κυριάκο Μητσοτάκη (και όχι μόνο στην εξωτερική πολιτική, ξαναλέω). Έτσι εξηγείται, επίσης, γιατί οι ίδιοι σημιτικοί εκσυγχρονιστές έσπευδαν εκείνη την ημέρα στις εσωκομματικές κάλπες άλλου κόμματος από εκείνο που δήλωναν ότι υποστηρίζουν, ...για να ψηφίσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη να εκλεγεί πρόεδρος της ΝΔ! Όπως αντίστοιχη εξήγηση τεκμαίρεται και για την αντίστροφη πρόσκληση υποστηρικτών του Ανδρέα Λοβέρδου προς οπαδούς της ΝΔ να πάνε στις κάλπες του ΚΙΝΑΛ για να τον εκλέξουν πρόεδρο.

Η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης είναι ευθεία συνέχεια μιας πολιτικής που εγκαινιάστηκε τη δεκαετία του 1990, και η οποία ως 5η φάλαγγα στο εσωτερικό του τότε ΠΑΣΟΚ, ανέλαβε την ευθύνη να εκδιώξει τα πρόσωπα και  τις ιδεολογικοπολιτικές θέσεις των αντιεξαρτησιακών ελληνικών πολιτικών δυνάμεων από την ηγεσία της χώρας και του πολιτικού οργανισμού που δέσποζε τότε στην Ελλάδα,  και να τα υποκαταστήσουν από πρόσωπα και δυνάμεις που δρουν στο πλαίσιο της αντίληψης ότι η έννοια των συμφερόντων της χώρας, επικαθορίζεται από την κοσμοπολίτικης κοπής  συμπερίληψη των ενδιαφερόντων του οπωσδήποτε νοούμενου διεθνούς παράγοντα ως του κύριου συστατικού μέρους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αντί το μέρος αυτό να αφορά στην προαγωγή των αμιγώς ελληνικών συμφερόντων. Οι ίδιες δυνάμεις πρόσωπα και φορείς, κινήθηκαν συντεταγμένα και έλαβαν πρωτοβουλιακή θέση στις πολιτικές εξελίξεις, κατά το δημοψήφισμα του 2015, φυσικά στρατευόμενοι στο πλευρό των μνημονιακών.

Αυτή η μοιραία και με μεγάλο ήδη κόστος για μας -όπως εξήγησα- εξωτερική πολιτική της χώρας, όπως και η ευρύτερη πολιτική για τη χώρα και τους πολίτες, θα ηττηθεί και θα εγκαταταλειφθεί στο πλαίσιο της γενικότερης προοδευτικής στροφής, ως μέρος ενός κινήματος πολιτικής αλλαγής που χρειάζεται η χώρα και οι πολίτες περισσότερο παρά ποτέ.