1 Αυγ. 2021

Οι κυβερνήσεις κινδυνεύουν να χάσουν τη μάχη υπέρ των εμβολίων

Ακραία πολιτική εκμετάλλευση της υγείας

από τις κυβερνήσεις

Καθε μέρα που περνάει ολοένα και περισσότερο το αντιεμβολιαστικό κίνημα κερδίζει πόντους στη μεγάλη επικοινωνιακή μάχη να πειστούν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι να εμβολιαστούν. Οι μικρές ομάδες γραφικών και περιθωριακών που στην αρχή είχαν μικρή διείσδυση στους πολίτες, τώρα καταφέρνουν και κινητοποιούν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε οργισμένες (καθαρά μειοψηφικές, ευτυχώς) διαδηλώσεις κατά των κυβερνήσεων. Ανάμεσα στους διαδηλωτές -και πιθανότατα η πλειοψηφία τους- άνθρωποι που η αντίδρασή τους στις κυβερνητικές αποφάσεις για τις οποίες διαμαρτύρονται, δεν οφείλεται σε δομική αντίθεση στην πρακτική του εμβολιασμού  ως κεντρικής επιλογής στην παγκόσμια υγειονομική μάχη κατά της πανδημίας, αλλά σε ανησυχίες για τα συγκεκριμένα εμβόλια. Και, μάλιστα, ανησυχίες, πολλές από τις οποίες προέρχονται από διασπορά πληροφόρησης από επίσημα κρατικά όργανα, μέσα στο όργιο επικοινωνιακού ανταγωνισμού μεταξύ των εταιριών-παραγωγών των εμβολίων, που σημειώθηκε στον πρώτο γύρο διακίνησης των εμβολίων.    

Μια δεύτερη μεγάλη ομάδα ανθρώπων που αποφασίζουν να κατέβουν στο πεζοδρόμιο, όσοι αντιδρούν στη λεγόμενη υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού, ξανά όχι επειδή αισθάνονται αντιπαλότητα για τον εμβολιασμό ως δοκιμασμένης ιατρικής παρέμβασης στο θέμα, όπως έχει παγκοσμίως αναφυεί με τον κορονοϊό, αλλά διότι ο εξαναγκασμός, άμεσος ή έμμεσος, από μεριάς ενός σύγχρονου κράτους σε εξατομικευμένες επιλογές αυτής της κατηγορίας, δεν είναι κάτι τόσο απλό να επιβάλλεται. Αντίθετα, στον αιώνα μας η υποχρεωτικότητα σε τέτοια ζητήματα οφείλει να επιστρατεύεται με πολύ μεγάλη προσοχή και με μεγάλες μέριμνες αναλογικής εφαρμογής της μέσα στις κοινωνίες.

Μια προσεκτικότερη ματιά στα γεγονότα σε διάφορες χώρες άγει με αρκετά μεγάλη βεβαιότητα στη διαπίστωση ότι η επιστράτευση της υποχρεωτικότητας από κράτη σχετικά με τους εμβολιασμούς, λειτούργησε στις κοινωνίες σαν να πετάει κανένας στο καζάνι με τη φωτιά φτυαριές με κάρβουνα. Αντίθετα, σε χώρες όπου η υποχρεωτικότητα ως μέσο απορρίφτηκε, στο αντιεμβολιαστικό μετώπο απέμειναν ακροδεξιοί και θρησκόληπτοι ως η κύρια εικόνα.

Εκείνο, όμως, επίσης, στο οποίο μας οδηγεί μια προσεκτικότερη ματιά, εξετάζοντας τα μέτρα που λαμβάνουν για τους εμβολιασμούς οι κυβερνήσεις και τον βαθμό υποχρεωτικότητας σχετικά μ’ αυτούς είναι ότι η συζήτηση αυτή έχει  καταστεί «όχημα πολιτικής». Κι επειδή στον δυτικό κόσμο δεν υπάρχει κόμμα και πολιτική παράταξη -με την εξαίρεση της θρησκόληπτης ακροδεξιάς- που να δηλώνει εναντίον των εμβολιασμών, αποδεικνύεται ότι η υποχρεωτικότητα έτσι όπως τίθεται και όπως τη διαχειρίζονται οι κυβερνήσεις, ολοένα και περισσότερο απομακρύνεται από την ιατρική τεκμηρίωση της αναγκαιότητάς της και μεταβάλλεται σε «σύνθημα». Με ακραία συντηρητικό, ως αποστεωμένο, πρόσημο πολιτικής σχετικά με την προέλευσή της.

Ένα από τα μείζονα σφάλματα επικοινωνίας και ουσίας που κάνουν οι κυβερνήσεις στο σημείο αυτό, είναι ότι για να πλήξουν και με τρέχοντα μικροκομματικά κίνητρα πολιτικές παρατάξεις του προοδευτικού χώρου, τις «χρεώνουν» χύδην στο αντιεμβολιαστικό μέτωπο, παρ’ όλο που οι παρατάξεις αυτές με σαφήνεια έχουν τοποθετηθεί υπέρ των εμβολιασμών. Έτσι, το αντιεμβολιαστικό μέτωπο αποκτά πλασματική πολιτική ευρύτητα, αντί να εμφανίζεται απομονωμένο και στον ακροδεξιό χώρο, στον οποίο αναμφίβολα ανήκει.

Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι οι αντιδράσεις των προοδευτικών πολιτικών οργανισμών στην υποχρεωτικότητα των εμβολιασμών παρουσιάζεται σχεδιασμένα ως δήθεν μέρος του αντιεμβολιαστικού μετώπου, ενώ δεν είναι, διευρύνει και την εισπραττόμενη διείσδυση των αποστεωμένων ακροδεξιών ιδεοληψιών και διευρύνει πλασματικά την εισπραττόμενη νομιμοποίησή του, αντί να συμβάλλει στην αποδόμησή του.

Τέλος, η επίμονη άρνηση πολλών κυβερνήσεων (αλλά και η ανάλογη ανεξήγητη εξατομικευμένη αντίστοιχη στάση πολλών στα κοινωνικά δίκτυα) να εμμένουν σε δαιμονοποίηση οποιουδήποτε θέτει λογικά ερωτήματα για τα εμβόλια ή διατύπωνει αντιρρήσεις για την υποχρεωτικότητα των εμβολίων, διαμορφώνει μια άτυπη -ακροδεξιάς κοπής σε τελευταία ανάλυση- συμπεριφορική λειτουργία των κρατικών μηχανισμών αλλά και σε μεμονωμένη βάση, όπου ο αυταρχισμός κατισχύει της πλήρους διαφάνειας και της εκτεταμένης πληροφόρησης, που είναι από τα σημαντικότερα όπλα κατά της πανδημίας, ίσως ίσης σημασίας με τα ίδια τα εμβόλια. Σχετικά μ’ αυτό το τελευταίο, νομίζω δεν χρειάζεται να εξηγήσω αναλυτικά γιατί οι φωτογραφίες πρωθυπουργών και πολιτικών στελεχών δεν μπορούν να υποκαθιστούν ολοκληρωμένες, αλλεπάλληλες και επίμονες καμπάνιες υπέρ του εμβολιασμού! Ιδίως, μάλιστα, αν καταγράφτηκαν κάποια στιγμή και προτεραιότητες υπέρ κομματικών παραγόντων κυβερνητικών κομμάτων εκτός σειράς για να εμβολιαστούν.

Σήμερα, εκτός από τις άνευρες (εξ ορισμού τέτοιο χαρακτήρα έχουν αυτές) ανακοινώσεις κυβερνήσεων και κρατικών φορέων δημόσιας υγείας υπέρ του εμβολιασμού, απουσιάζουν σχεδόν πλήρως οι κρατικές καμπάνιες για το ζήτημα αυτό. Για παράδειγμα, όπως έχω αναφέρει και παλιότερα, στην Ελλάδα η δαπάνη για κρατικές καμπάνιες υπέρ των εμβολίων περιορίζεται σε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, ενώ η καμπάνια για τον ελληνικό τουρισμό (και ορθώς) είναι μερικά εκατομμύρια ευρώ! Και η εικόνα αυτή δεν είναι πολύ διαφορετική σ’ όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ.

...Αλλά στην χώρα μας έχουμε μια ενδεικτική μοναδικότητα: Την ίδια ώρα, στην Ελλάδα οι άμεσες επιδοτήσεις προς μέσα ενημέρωσης, με σχεδόν προφανές αντάλλαγμα να τηρούν ευνοϊκή στάση απέναντι στην κυβέρνηση και να αποδομούν την αντιπολίτευση, ανέρχονται σε μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, δήθεν ως μέρος μιας εκστρατείας προτροπής των πολιτών προς τον εμβολιασμό. Κίνηση απολύτως αντιπαραγωγική για την προαγωγή του εμβολιασμού, ιδίως ένεκα της υψηλής αναξιοπιστίας των εγχώριων μέσων ενημέρωσης ενώπιον της ελληνικής κοινής γνώμης, όπως επιβεβαιώνουν επίσημα στοιχεία διεθνών οργανισμών για τα ελληνικά «μίντια». Αν η δαπάνη αυτή των δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ είχε καταλήξει ξανά στα μέσα ενημέρωσης, αλλά ως δαπάνη μιας διαρκούς καμπάνιας του κράτους υπερ των εμβολίων είναι ευκόλως εννοούμενο ότι η απόδοσή της θα ήταν συντριπτικά βελτιωμένη.

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να υπογραμμίσουμε και τον αρνητικό ρόλο ιατρικών παραγόντων. Όχι επειδή η μεγάλη πλειοψηφία του ιατρικού κόσμου δηλώνει κατά των εμβολιασμών. Αλλίμονο! Αλλά διότι την προηγούμενη δεκαετία οι γιατροί κατέστησαν σχεδιασμένα μέρος ενός ασφυκτικού επικοινωνιακού μηχανισμού στην υπηρεσία των πολυεθνικών φαρμακευτικών γιγάντων, με σκοπό το πλασάρισμα συγκεκριμένων φαρμακευτικών παρασκευσμάτων στο πόπολο. Τα γεγονότα είναι γνωστά και στην Ελλάδα, και δεν χρειάζεται να τα υπενθυμίσω... Όμως, αν ο ιατρικός κόσμος πίστευε ότι αυτή η με το αζημίωτο εμπλοκή του στο εμπορικό κομμάτι του φαρμάκου (που συνεχίζεται και σήμερα) δεν θα συνεπαγόταν κόστος αξιοπιστίας του προς τους πολίτες, τότε έσφαλε διπλά.

Στις μέρες της πανδημίας, η στράτευση των γιατρών τα προηγούμενα δέκα τουλάχιστον χρόνια στη μάχη πλασαρίσματος συγκεκριμένων σκευασμάτων και σε βάρος άλλων, ανάλογα με το ποιά εταιρεία συνεργαζόταν κάθε γιατρός, απέδειξε την αξία του ιατρικού κόσμου ως επικοινωνιακό μέσο στον ευαίσθητο χώρο της υγείας. Συν τω χρόνω, όμως, αποκάλυψε και ιατρικά κίνητρα, πέραν των αμιγώς επιστημονικών. Έτσι, με την επέλευση του κορονοϊού, οι γιατροί σχεδόν αυτοματοποιημένα  επιστρατεύτηκαν από τις κυβερνήσεις σε μια νέα επικονωνιακή εκστρατεία. Κι αυτό είναι (και θα ήταν και με απόλυτο τρόπο, ξεπλένοντας κατά κάποιο τρόπο την αήθεια σκόπιμης προώθησης συγκεκριμένων σκευασμάτων προς τους ασθενείς επ’ ανταλλάγματι και δαπάναις των μεγάλων φαρμακευτικών κολοσσών) πολύ θετικό στοιχείο! Αν δεν συνέτρεχαν δύο παράγοντες:

- αν οι γιατροί-σύμβουλοι κυβερνήσεων δεν προσχωρούσαν με τόση ευκολία στην πολιτική επικοινωνία της πανδημίας, (π.χ. πόσο καλά τα πήγε μια κυβέρνηση ή πόσο ανεκτή είναι η άρση περιοριστικών μέτρων για να ανανήψει η οικονομία, ανεξαρτήτως των υγειονομικών συνεπειών της υπόθεσης). Η εμπλοκή των γιατρών σ’ αυτό το καθαρά πολιτικό ζήτημα, προκαλεί το δεύτερο μεγάλο αίτιο παραγωγής κόστους αναξιοπιστίας τους ενώπιον των πολιτών. Και, φυσικά, σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας πολίτης που να μη διακρίνει, δικαίως ή αδίκως κατά περίπωση, πολιτικά κίνητρα στις όποιες «ιατρικές συμβουλές» κατά της πανδημίας.      

- αν η επιστημονική πολυπλοκότητα και η (εξ ανάγκης και αγαθής προαίρεσης) επισφάλεια των στατιστικών και άλλων δεδομένων για μια ανεξερεύνητη ακόμη νόσο, την covid-19, που καμιά αντίστοιχη εμβάθυνση δεν έχει με άλλες περιπτώσεις νόσων και εμβολίων  που έχουν προηγηθεί, δεν έθετε τους γιατρούς στον άχαρο ρόλο και την ευθύνη να υπερασπιστούν (και ορθότατα) βεβαιότητες χωρίς την αναλογούσα σιγουριά.

Κάπως έτσι, όμως, κερδίζει πλασματική αξιοπιστία η αγυρτεία του ακροδεξιού αντιεμβολιαστικού συφερτού.

Εν κατακλείδι, στο τέλος της ημέρας, αυτό που απομένει είναι η ευκολία με την οποία οι πολιτικές ελίτ μετέτρεψαν μια μεγάλη υπόθεση δημόσιας υγείας σε πολιτικό επικοινωνιακό αφήγημα. Γιατί, βεβαίως, εκεί βρίσκεται η ρίζα του κακού και από ‘κει αναδύονται οι δυσκολίες καλύτερης αντίστασης των κοινωνιών στην επέλαση του πανδημικού κακού.

1. Το πρώτο αίτιο γι’ αυτή την αστοχία (ή ίσως τη σκοπιμότητα) είναι ότι οι πολιτικές ελίτ ποτέ δεν παύουν να έχουν ανάγκες πειστικής «αμφίεσής» τους μπροστά στους εκλογείς. Χειρίστηκαν, λοιπόν, την πανδημία ως ευκαιρία να αποδείξουν πόσο καλές κυβερνήσεις είναι. Κι επειδή στην πολιτική στην εποχή μας όλα τα μέσα επιτρέπονται (καθιστώντας την αναξιόπιστη κατ’ αρχάς), άρχισαν και οι επικοινωνιακές λοβιτούρες. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, το αφήγημα πόσο καλά τα πήγε η κυβέρνηση στον πρώτο κύμα της πανδημίας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες χτίστηκε πάνω στο σχεδιασμένο «κόλπο» να γίνονται λίγα τεστ για να «γράφονται» λιγότερα κρούσματα. (Το κόλπο ξεγυμνώνεται σήμερα αποκαλυπτικότατα, επειδή οι ευρωπαίοι απαίτησαν από την ελληνική κυβέρνηση περισσότερα τεστ εν όψει τουριστικής περιόδου και αφίξεων ευρωπαίων στη χώρα μας για τις θερινές διακοπές, με αποτέλεσμα μεγάλη άνοδο των κρουσμάτων τις τελευταίες εβδομάδες). ...Και να προλάβω εξυπνακισμούς καλοθελητών για την αποδόμηση της τελευταίας παρατήρησής μου, υπογραμμίζοντας ότι στο πρώτο κύμα ελλείψει στατιστικών δεδομένων βάθους, η λαθροχειρία «λιγότερα τεστ-για να έχω λιγότερα κρούσματα» ήταν εφικτή πολύ λιγότερο απ’ όσο είναι σήμερα, μετά από ενάμισι χρόνο υγειονομικών καταγραφών...    

Για να γίνει κατανοητό πόσο η πανδημία εθελουσίως μετασκευάζεται σε πολιτική επικοινωνία, αρκεί να αναλογιστούμε ότι στις ΗΠΑ ήδη έγιναν εκλογές, στην Ελλάδα και τη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες  προετοιμάζονται εκλογές (ή έγιναν κιόλας), παντού με επίδικο ζήτημα της πολιτικής αντιπαράθεσης την πανδημία. Κι ακόμη χειρότερο είναι ότι οι πολίτες δείχνουν να ανέχονται αυτή την τελικά χυδαία πολιτικοποίηση ενός καθαρά υγειονομικού ζητήματος, ως δήθεν «δικαίωμα» των πολιτικών ελίτ. (Στην Ελλάδα  καθε καλόπιστος παρατηρητής των εξελίξεων θα αναγνωρίσει ότι η αντιπολίτευση απέφυγε ως τώρα να καταστήσει την πανδημία βασικό όχημα αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση. Κι έτσι το κακό πολιτικοποίησης του υγειονομικού ζητήματος, βαρύνει ιδιαίτερα την κυβέρνηση).                  

2. Το δεύτερο και σημαντικότερο, όμως, αίτιο για το ότι η πανδημία από θέμα επιστημονικού προσήμου κατέληξε να είναι επικοινωνιακός σχεδιασμός πολιτικών σκοπών, είναι ότι οι πολιτικές ελίτ αντιμετώπισαν την πανδημία με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο χειρίζονται προβλήματα που γεννούν οι κοινωνίες και οι αντιθέσεις στο εσωτερικό τους. Μοιάζει σαν ποτέ να μην κατενόησαν οι πολιτικές ηγεσίες, ότι ο κορονοϊός είναι γέννημα της φύσης και όχι έργο του  ανθρώπου. Δεν μπορεί, δηλαδή, η απροσδιοριστία των φυσικών πραγμάτων να αντιμετωπίζεται λόγω της ανθρώπινης ματαιοδοξίας (κατά κύριο λόγο κληρονομιάς των νεοφιλελεύθερων βεβαιοτήτων), ως δήθεν επιδεχόμενη χειρισμούς ανάλογους με μια κρίση π.χ. στην οικονομία! Ήδη η -κατά τα λοιπά, επιστημονικά αναμενόμενη- επέλαση των μεταλλάξεων του κορονοϊού, διαψεύδει τραγικά τις τελικά γελοίες ανθρώπινες βεβαιότητες ότι τελειώσαμε με το κακό, όπως ανεύθυνα διαβεβαίωσε πέρσι η κυβέρνηση στην Ελλάδα (αλλά και αλλού) από τη Σαντορίνη, διαπράττοντας μάλιστα την ίδια ανευθυνότητα και φέτος για δεύτερη φορά.

Η έντονη προτροπή προς όλους να εμβολιαστούν είναι αυτονόητη και θα επαναλαμβάνεται με μονοτονία. Καιρός, όμως, είναι οι κυβερνήσεις να γίνουν περισσότερο ειλικρινείς απέναντι στους πολίτες, σχετικά με τα πραγματικά στοιχεία της πανδημικής λαίλαπας, που ακόμη εξελίσσεται. Αυτό θα είναι το μεγαλύτερο όπλο μας για να κερδηθεί η μεγάλη μάχη υπέρ των εμβολίων.