18 Αυγ. 2021

Μια άλλη οπτική για το Αφγανιστάν

Δεν ήταν ήττα,

ήταν επιλογή των ΗΠΑ...

Η κατάληψη του Αφγανιστάν από το «άτακτο στράτευμα» των Ταλιμπάν, έχει κατακλύσει τη διεθνή ειδησεογραφία με πηχιαίους τίτλους περί «ήττας της Δύσης» και κρατούσα προσέγγιση των αναλυτών ότι η σύγκριση με την ήττα της δεκαετίας του 1960 στο Βιετνάμ είναι δόκιμη ματιά κατανόησης των σημερινών εξελίξεων στην κεντρική Ασία.  

Είναι, όμως, σωστή αυτή η άποψη; Η μήπως «βολεύει» την ούτως ή άλλως  ρηχή ανάγνωση της παγκόσμιας γεωπολιτικής ανατοποθέτησης των ισορροπιών υπό τους νέους συσχετισμούς δυνάμεων που διαμορφώνονται, που παρακολουθεί με αρκετά φανερή αμηχανία η δυτική διπλωματία; Και είναι τελικά οι Ταλιμπάν «άτακτο στράτευμα» φανατικών, ή μήπως η εν λόγω ομάδα οπαδών του «τυφλού ισλαμισμού», αποτελεί σε τελευταία ανάλυση την επιβεβαίωση των σεναρίων περί του χαρακτήρα τους ως «εργαλείο» έμμεσης παρέμβασης της Δύσης εδώ και 30 χρόνια, σε μια περιοχή του πλανήτη, όπου πάντα ήταν πολύ δύσκολο για τη δυτικότροπη ευρύτερη γεωπολιτική σκοπιμότητα να πλησιάσει τις εξελίξεις;

Έχω την εντύπωση ότι για να κατανοηθεί το σκηνικό στη χώρα της κεντρικής Ασίας, είναι αναγκαίο να βλέπουμε τις εξελίξεις μέσα από τις διόπτρες της εξωτερικής πολιτικής που δρομολόγησε η διοίκηση Μπους τζούνιορ στις ΗΠΑ, αμεσως μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Μ’ άλλα λόγια, το Αφγανιστάν δεν είναι ένα στεγανοποιημένο σε σχέση με τις γειτονικές του χώρες θέατρο γεωπολιτικής διαμάχης, αλλά μια ευρύτερη οντότητα, πολιτική, οικονομική, και πολιτισμική, με σχετική βαρύτητα σε ό,τι αφορά την κατάληξη προϊόντος του χρόνου σε ένα καινούριο παγκόσμιας εμβέλειας γεωπολιτικό πλαίσιο.

Γενικά, εκτίμησή μου είναι ότι από τη χρεοκοπία του «μπουσισμού» από την πολιτική ταυτότητα των ΗΠΑ, εσωτερική και διεθνή, σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο ουσιαστικής αναπροσαρμογής αυτής της εξωτερικής πολιτικής, σε μια φάση αμερικανικής «απόσυρσης» από διάφορα ανοιχτά μέτωπα στον κόσμο. Μια διαδικασία όχι και τόσο αργής (ως προς τους γεωπολιτικούς όρους της) «απόσυρσης», η οποία ανεκόπη προσωρινά κατά την περίοδο της «παράφρονος προεδρικής μεταβλητής Τραμπ» και σήμερα επαναδρομολογείται με ταχύτερους ρυθμούς. Οφείλω, μάλιστα, στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω ότι οι ΗΠΑ κατά την περίοδο προεδρίας του Μπάρακ Ομπάμα διακριτικά μείωσαν την επεμβατική τους ανάμιξη σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, παραχωρώντας πεδίο ανάμιξης σε άλλους δυτικούς παράγοντες-διεθνείς δυνάμεις, που καλώς εχόντων των πραγμάτων  θα εφρόντιζαν να υποκαταστήσουν τις ΗΠΑ, στον αποκλειστικό εποπτικό ρόλο που είχαν επί δεκαετίες. Το περισσότερο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας απόσυρσης ίσως είναι η αμερικανική στάση μετά τη λεγόμενη  «αραβική άνοιξη» στη Μεσόγειο και τη βορειοαφρικανική ζώνη.

Σπεύδω να εξηγήσω ότι αυτή η «απόσυρση» των ΗΠΑ έχει κίνητρα βαθμιαίας μεσοπρόθεσμης ανατοποθέτησης της υπερδύναμης στο παγκόσμιο σκηνικό, από άμεσο παράγοντα τοπικών επεμβάσεων προς διαφύλαξη των δυτικών συμφερόντων, σε αφ’ υψηλού ευρύτερης εμβέλειας επόπτη προαγωγής των ίδιων συμφερόντων. ‘Όπως, επίσης, σπεύδω να εξηγήσω ότι από την περιοχή της Μεσογείου οι ΗΠΑ διατηρούν πρωτογενές και άμεσο ενδιαφέρον στο μεσανατολικό και τις νέες πολυμερείς διακρατικές συσπειρώσεις στην ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένων της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων της περιοχής και των αγωγών  διαμετακόμισης καυσίμων προς τη Δύση. Τέλος, αναγκαίο είναι να εξηγήσω ακόμη ότι οι γεωπολιτικές πραγματικότητες στην αραβική χερσόνησο (μετά από μεγάλη και υπερδεκαετή αμερικανική ρυθμιστική παρέμβαση και με «μέγα όπλο» προς τούτο την νομισματοπιστωτική κρίση του 2008) έχουν ήδη αναπροσαρμοστεί με μέριμνες «στεγανοποίησης» των δυτικών συμφερόντων, με ουσιαστική αποστασιοποίηση των αραβικών χωρών της περιοχής από καθε λογής ισλαμιστικά πολιτικά, στρατιωτικά και θρησκευτικά μορφώματα, με την εξαίρεση του Κατάρ. Και για να συμπληρωθεί η εικόνα πρέπει να τονιστεί ότι οι ζώνες πρώτου ενδιαφέροντος των ΗΠΑ για τον 21ο αιώνα, περιορίζονται πια στον Ειρηνικό Ωκεανό και τη διένεξη με την Κίνα, καθώς και στις πολικές ζώνες, που δεδομένης της κλιματικής κρίσης θεωρούνται οι περιοχές, στις οποίες βρίσκονται τα κρίσιμα αποθέματα της ανθρωπότητας για τις επόμενες δεκαετίες.   

Φυσικά, όλα τα παραπάνω εντάσσονται σ’ ένα σχέδιο παράτασης και διασφάλισης της διεθνούς ηγεμονίας του δυτικού παράγοντα κατά τον 21ο αιώνα (και πάντα υπό αμερικανική πρωτοκαθεδρία), με δύο βασικούς στόχους: α. Τη μείωση του οικονομικού κόστους των παρεμβατισμών των ΗΠΑ ανά την υφήλιο (τουλάχιστον όπως αυτοί ασκήθηκαν στο αιώνα που πέρασε), και β. την αποδυνάμωση του παραδοσιακού παγκόσμιου αντιαμερικανισμού, που δέσποσε στο διεθνές σκηνικό επί μισό αιώνα.

Υπ’ αυτή την οπτική η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν δεν είναι μία ήττα τους, αλλά μια μεθοδευμένη (και στην πραγματικότητα προαναγγελθείσα εδώ και καιρό τώρα) επιλογή, απεμπλοκής από μια πολύ ακριβή και ελάχιστης απόδοσης άμεση ανάμιξη στην κεντρική Ασία. Άλλωστε οι ΗΠΑ διατηρούν πλήρη εποπτική δυνατότητα στην περιοχή, με τις δυνατότητες που τους προσφέρει η στρατιωτική βάση Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό. (Σημ.: Τηρουμένων των αναλογιών, με τον ίδιο τρόπο θεωρούμενης ως ασύμφορης και υπέρμετρης δαπάνης για το προκύπτον όφελος μπορεί να εξηγηθεί και η προϊούσα απόσυρση των ΗΠΑ από τη δομική για την απερχόμενη αμερικανική εξωτερική πολιτική του «μπουσισμού» και παγιωμένη σχέση τους με την Τουρκία, μετά από 50 χρόνια συντεταγμένου φιλοτουρκισμού).

Κατόπιν αυτών, τί απομένει να λεχθεί;

Αυτό που απομένει και που αφορά άμεσα και εμάς ως έλληνες, είναι η διαπίστωση ότι οι δυτικές δυνάμεις που έχουν αναλάβει τον ρόλο υποκατάστασης των ΗΠΑ σε περιοχές από τις οποίες εκείνες αποσύρονται, αποδεικνύονται όχι μόνο απροετοίμαστες να πράξουν αυτό που τους αναλογεί (ιδίως υπό τη λεκτική μιας διακηρυγμένης από μέρους τους ως χειραφετικής διαδικασίας αποδέσμευσης από την αμερικανική ηγεμονία), αλλά και επικίνδυνες για την παγκόσμια ειρήνη. Γιατί, τελικά, αν υπάρχει κάποιος που ηττάται πανηγυρικά στο πεδίο γεωπολιτικής ισχύος του, ως απόρροια της απόσυρσης των ΗΠΑ από διάφορες περιοχές του πλανήτη μας, αυτός είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση!   

Μια ΕΕ, που όσο περνάει ο καιρός γίνεται όλο και πιο εσωστρεφής και διεθνώς «αυτιστική» δύναμη, εγκλωβισμένη στο ψευδοδίλημμα «γερμανική» ΕΕ ή οργανισμός ισοτίμων χωρών-μελών συγκλίνοντων στις μεταξύ τους διαφορές και τα επίπεδα ανάπτυξης και προόδου. Δηλαδή ένα ψευδοδίλημμα που ουδόλως αφορά στο μέλλον του πλανήτη και της ανθρωπότητας και εξαντλείται σε διαμάχη περί την εσωτερική ηγεμονία του δυτικού ευρωπαϊκού κλαμπ.   

Ποιά ΕΕ να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ; Εκείνη που καταδικάζει μεσα σε λίγες ώρες τη Λευκορωσία -και ορθώς- αλλά κάνει τα στραβά μάτια στα αντιδημοκρατικά καμώματα της ολοφάνερης χούντας Ερντογάν; Εκείνη που παραβλέπει κατάφωρες και αλλεπάλληλες παραβιάσεις κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων χώρας-μέλους της, της Ελλάδας εν προκειμένω, από τρίτη χώρα, την Τουρκία, αλλά αδυνατεί να εξαφαλίσει ασφαλή αποχώρηση συνεργατών της από την Καμπούλ; Ή  μήπως εκείνη, που όταν τα προσφυγικά ρεύματα φουσκώνουν, αντί για αλληλεγγύη χωρίς όρους, αρχίζει τους καυγάδες στο εσωτερικό της για το ποια χώρα θα πάρει τους λιγότερους; Είναι αυτά ευτυχείς συνθήκες για το μέλλον όλων των ευρωπαίων και φυσικά και της χώρας μας;