12 Σεπ. 2021

Η μεγάλη χαμένη ευκαιρία της Ευρώπης

Tι αφήνει πίσω της η Άγγελα Μέρκελ 

Όποιος κι αν εκλεγεί καγκελάριος στη Γερμανία, παραλαμβάνει μια μεγάλη χώρα σε κρίσιμη στιγμή, τόσο λόγω των συνεπειών της πανδημίας, όσο και λόγω της ολοφάνερης κρίσης στρατηγικής που διαπερνάει το σύνολο των πολιτικών οργανισμών της ευρωπαϊκής χώρας.

Φυσικά το φαινόμενο ισχυρών χωρών και κοινωνιών σε στρατηγικό αδιέξοδο, δεν είναι μοναδικό στον πλανήτη. Σχεδόν το σύνολο των χωρών της G7 (δηλαδή της οικονομικής ηγεσίας του πλανήτη και με πεδίο αναφοράς τη λεγόμενη «Δύση» και τις αξίες της, βρίσκεται σε περιδίνηση. Και όχι μόνο οικονομική, αλλά θεσμικά πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική. (Μόνη ίσως εξαίρεση η Βρετανία, αλλά περισσότεριο για λόγους αφηγηματικής παρουσίασης της συγκυρίας του Brexit από τη σημερινή ηγεσία της, δείχνει να έχει σχετικά συγκεκριμένο σχέδιο για το μέλλον της: την αναπροσαρμογή της σε πορεία αυτονόμησης από την ΕΕ, δηλαδή ένα ζήτημα μικρής θέασης προς το μέλλον).  

Στον αντίποδα, χώρες εκτός του γενικού πλαισίου αποδοχής του δυτικού μοντέλου, όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Ινδία, είτε λόγω της ασφυκτικής κοινωνικής ανάγκης στο εσωτερικό τους και για να «ανακαλύψουν» λύσεις στήριξης των πολιτών τους (δόκιμες ή καινοφανείς, δημοκρατικές ή υπό περιορισμούς, αυτή δεν είναι μια κουβέντα της αρμοδιότητας και των προθέσεων του παρόντος κειμένου -και άλλωστε η ίδια η εξέλιξη θα δείξει τα τελικά αποτελέσματα σε μερικές δεκαετίες) φαίνονται πιο σίγουρες για τις μεσοπρόθεσμες επιδιώξεις τους.                 

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινάει και ολοκληρώνεται η συζήτηση σχετικά με την ιστορικού βάθους προσπάθεια αξιολόγησης της απερχόμενης καγκελαρίου. Συνέβαλε στην προσπάθεια για την αναγκαία ανανέωση των αρχών και των αξιών του δυτικού μοντέλου, ή όχι; Εκεί νομίζω πως θα κριθεί από τους ιστορικούς η Άγγελα Μέρκελ! Και όχι, βέβαια, από το εάν αύξησε υπέρ της χώρας της το πλεόνασμα στο πλαίσιο της ευρωζώνης, ιδίως εάν για να το πετύχει αυτό, διεύρυνε -όπως αποδεκικνυεται εκ του αποτελέσματος- το χάσμα με τις άλλες χώρες της ΕΕ. Τέτοια θεώρηση, δυστυχώς κυρίαρχη όλη την περίοδο της κρίσης του 2010-‘20 και παρ’ ημίν, συνιστά αυταπαραίτηση από την ίδια την συζήτηση σχετικά με την αξιολόγηση της κυρίας Μέρκελ, σε ό,τι αφορά του ευρύτερους πλανητικούς ρόλους που φαντασιώνονται οι γερμανοί και οι ηγεσίες τους.

Η Άγγελα Μέρκελ ήρθε σε μια στιγμή που η νεοφιλελεύθερη απάτη άρχισε να δείχνει πόσο προβληματική είναι, ως νέο μοντέλο για τις δυτικές κοινωνίες, όπως αρχικά και εκ προσθέσεως και πριν από δεκαετίες σερβιρίστηκε στους πολίτες του δυτικού ημισφαιρίου. Έχει ιδιαίτερη θαρρώ σημασία ότι η Άγγελα Μέρκελ ήρθε εκτοπίζοντας και την πολιτική απάτη της λεγόμενης «σοσιαλδημοκρατίας» των Μπλερ, Σρέντερ, Πρόντι, Σημίτη και των άλλων παιδιών, που στην Ευρώπη έκαναν τη «βρώμικη δουλειά» να προσφέρουν προκάλυψη στην πολιτική συντήρηση να επιτείνει τα θεσμικά, ταξικά και πολιτισμικά αδιάξοδα του δυτικού μοντέλου, με δήθεν πολιτικά προοδευτικό μανδύα. Η Μέρκελ, λοιπόν, ήρθε ως η ορίτζιναλ εκπρόσωπος της ευρωπαϊκής δεξιάς, με τον ολοφάνερο στόχο να αποτρέψει την κρίση που από τότε έστελνε τα σημάδια της. Και απέτυχε παταγωδώς στον σκοπό της!

Υπογραμμίζω ότι η ανθρωπότητα προσέβλεπε -αν και ανομολόγητα- σε μια αναγέννηση των δυτικών αξιών με επίκεντρο την Ευρώπη και με άξονα ένα νέο γερμανικό ρόλο αποσυνδεδεμένο από τους περιορισμούς, τις μνήμες και τα βάρη του του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της μεταπολεμικής περιόδου. Μετά την αποκάλυψη της «σοσιαλδημοκρατικής» φαινάκης της δεκαετίας του 1990, η ελπίδα ότι στην Ευρώπη, πρώτη μητέρα του δυτικού μοντέλου, θα αναβαπτιζόταν βιώσιμα το σύστημα και με την ως τότε «υπό παρακολούθηση» Γερμανία να έχει τον πρώτο λόγο σ’ αυτή την προσπάθεια (και με τη Γαλλία, που ως τότε εκείνη προσέφερε νέα δυναμική στην ευρωπαϊκή προοπτική, να αποδεικνύεται αδύναμη να το επαναλάβει) έδωσε σημαντικό χρόνο και μεγάλες ευκαιρίεςστον διεθνή καπιταλισμό. Αλλά η σημερινή κατάληξη είναι γνωστή...         

Μιάμισι δεκαετία μετά την πρώτη εκλογή της η Άγγελα Μέρκελ παραδίδει τους ευρωπαϊκούς πολτικούς θεσμούς τραυματισμένους από τις επιρροές της ακροδεξιάς αντιδημοκρατικής οπτικής, καθώς και από την αντιμεταναστευτική και αντιπροσφυγική δυναμική, που έχει εμφυσηθεί από την ευρωπαϊκή συντήρηση στις κοινωνίες της ηπείρου. Αφήνει  μια Ευρώπη, που παρά τις «ευκαιρίες» της «αραβικής άνοιξης» και του τέλους του αμερικανόπνευστου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», βλέπει τον διεθνή λόγο της να συρρικνώνεται, αντί να ενισχύεται (συνεκτιμωμένου και του Brexit). Κληροδοτεί τις επόμενες γενιές με μια σχεδόν μόνιμη οικονομική κρίση, υπό το πρόσθετο βάρος της επιδεινούμενης ανασφάλειας και των πολιτικών κινδύνων που αναδύονται απ’ αυτή την ολοένα και δυσμενέστερη για τους αδύναμους ήδη ακραία άδικη κατανομή του πλούτου. Μας προικοδοτεί, τέλος μ’ ένα  χαίνον παραγωγικό αδιέξοδο για ολόκληρη την Ευρώπη, αφού όσο περνάει ο καιρός αποκλίνουν οι προτεραιότητες ανάμεσα στις χώρες-μέλη της ΕΕ, σχετικά με την ένταξη καθε μίας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Αυτή δεν είναι παρακαταθήκη μεγάλης ηγεσίας!

Οφείλω να της αναγνωρίσω τις δύο μεγάλες προσπάθειες που έκανε τα τελευταία χρόνια να αλλάξει την από νωρίτερα διαφαινόμενη ως εξαιρετικά πιθανή αποτυχία της.                    

1. Την προσπάθειά της να μεταβάλλει την αντιμεταναστευτική και αντιπροσφυγική πολιτική στην οποία τελικά έχει καταλήξει σήμερα η ΕΕ. Το έκανε με την υψηλής πολιτικής αναγνώρισης επίγνωση ότι η είσοδος νέων πληθυσμών στις γερασμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες θα ωφελούσε. Και τούτο, επειδή η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι ο οικονομικός ισολογισμός της μετανάστευσης διευρύνει σημαντικά την παραγωγικότητα μιας κοινωνίας, η οποία στο τέλος του λογαριασμού αντί να διανέμει ως εισόδημα το παραγόμενο ΑΕΠ σε περισσότερους (δηλαδή αντί να συνεπάγεται λίγοτερο εισόδημα για τους πολίτες) διευρύνει θεαματικά την παραγωγικότητα και τελικά το μέσο εισόδημα των πολιτών αυξάνεται.

2. Την απόπειρα να διακόψει -ή τουλάχιστον να περιορίσει- τις μνημονιακής έμπνευσης περιοριστικές οικονομικές πολιτικές την περίοδο της κρίσης του 2010, με επίκεντρο την περίπτωση του ελληνικού πτωχευτικού φαινομένου.  

Και στα δύο αυτά σημεία, όμως, η Μερκελ μετά από μια περίοδο σύντομης ταλάντευσης ως προς τις αποφάσεις της, τελικά επέλεξε να είναι μια γερμανίδα πολιτικός, και όχι μια ευρωπαϊκή ηγετική προσωπικότητα. Υπέκυψε μάλλον εύκολα στις εσωτερικών γερμανικών προτεραιοτήτων απαιτήσεις των Σόιμπλε και Ζεεχόφερ. Με μόνο σκοπό να κερδίσει ξανά τις προηγούμενες εκλογές το CDU-CSU.

Το αποτέλεσμα που έχει προκύψει από αυτές τις επιλογές της Άγγελα Μέρκελ δεν την δικαιώνει! «Πούλησε πολύ φθηνά το πολιτικό τομάρι της», για μια τελευταία περίοδο στην καγκελαρία, ιδιαίτερα αναποτελεσματική και άχαρη, παρά τη στήριξη του SPD στη δεξιά πολιτική της.

Η Μέρκελ θα μείνει στην ιστορία, εικάζω, ως η πολιτικός των μεγάλων χαμένων ευκαιριών και όχι των μεγάλων αποφάσεων.