22 Οκτ. 2021

Η Ελλάδα υπό στρατιωτικο-πολιτική διεθνή κηδεμονία

Η μεγάλη εθνική ήττα

που έφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Με δύο σοβαρές πολιτικές εξελίξεις στο προσκήνιο, δηλαδή την ενεργοποίηση των διαδικασιών εκκαθάρισης του ενημερωτικού ζόφου που έχουν προκαλέσει οι «λίστες Πέτσα» και την παρουσία του Γ. Παπανδρέου στη μάχη για την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, πέρασε σε δεύτερο φόντο το κρισιμότερο ζήτημα για την Ελλάδα: Η εκδήλωση από πολύ νωρίς των δυσμενέστατων μακροπρόθεσμων συνεπειών που συνεπάγονται για τη χώρα μας οι κυβερνητικοί χειρισμοί, αμφοτέρων Κυριάκου Μητσοτάκη και Νίκου Δένδια, στην ελληνο-γαλλική και την ελληνο-αμερικανική συμφωνία.

Το θέμα περνάει στα ψιλά της ειδησεογραφίας, παρ’ ό,τι ήδη με επίσημη διευκρίνιση της γαλλικής διπλωματίας έγινε πλέον ή σαφές ότι καμιά ουσιαστική υποστήριξη ως αποτέλεσμα των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να προσδοκά η Ελλάδα στο απόλυτης προτεραιότητας για τα γεωπολιτικά συμφέροντά μας ζήτημα της ΑΟΖ της χώρας στην ανατολική Μεσόγειο, με στόχο την ανάσχεση της αισθητά κλιμακούμενης εδώ και δύο έτη τουρκικής επιθετικότητας σε βάρος μας στην περιοχή αυτή. Ακόμη χειρότερα, οι διασαφηνίσεις της γαλλικής διπλωματίας προσφέρουν  πρόσφορο έδαφος στα γεράκια του ερντογανικού εσμού να διατείνονται ότι υπάρχει δήθεν ασάφεια στο διεθνές δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες και τα πάσης φύσης δικαιώματα των χωρών  επ’ αυτών.

Και το απόλυτο εκ του αποτελέσματος αρνητικό στοιχείο αυτής της εξέλιξης επισσωρεύεται ως «σχολή σκέψης» για τη λογική που διέπει τις υφιστάμενες διεθνείς διαφορές στην εποχή μας, διμερείς και πολυμερείς, και σε άλλα πεδία γεωπολιτικής και στρατηγικού χαρακτήρα γενικότερα προτεραιότητας για την Ελλάδα: όπως για παράδειγμα το δήθεν ασαφές των προβλέψεων του διεθνούς δικαίου που διέπει τα δικαιώματα μιας χώρας επί του αναφαίρετου δυνητικού προνομίου της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα ως τα 12 ναυτικά μίλια. Διότι αν τα κυριαρχικά και εκμεταλλευτικά δικαιώματα μιας χώρας σε θαλάσσιες ζώνες θεωρείται κατά τη γαλλική προσέγγιση ότι είναι σεβαστά μόνον εφ’ όσον αυτά έχουν ασκηθεί  στο σύνολό τους και ότι η για τον οποιονδήποτε λόγο μη ενάσκησή τους αίρει τον δυνητικό χαρακτήρα των δικαιωμάτων αυτών και μάλιστα προς όφελος άλλων χωρών (της Τουρκίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας ενδιαφέρεται να έχει διεθνή ρόλο στην περιοχή μας -της Γαλλίας συμπεριλαμβανομένης), τότε πραγματικά -για να το πούμε λαϊκά- «χάνεται η μπάλα» για το διεθνές δίκαιο και τα όσα οφέλη έλκει απ’ αυτό η Ελλάδα.       

Την ώρα αυτή, και σε απόλυτη εφαρμογή των συνεπειών της εξωτερικής πολιτικής Κυριάκου Μητσοτάκη-Νίκου Δένδια την τελευταία διετία, η Τουρκία με επίσημη επιστολή της προς τον ΟΗΕ και σε ευθυγράμμιση με την οπτική που εγκαθιδρύει το διευκρινιστικό πλαίσιο της γαλλικής διπλωματίας με αφορμή την ελληνο-γαλλική συμφωνία, έκανε φανερό ότι όχι μόνο θα συνεχίσει τις προκλήσεις σε βάρος ελληνικών εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων σε ελληνική ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο, αλλ’ ότι επί πλέον ότι η Ελλάδα είναι που τελεί εν αδίκω, όταν και όποτε επιχειρεί να προασπίσει τα δικαιώματα της επί της δικής ΑΟΖ!

Οι τουρκικοί αυτοί ισχυρισμοί δεν είναι η πρώτη φορά που ακούγονται και γι’ αυτό το ανησυχητικό στοιχείο εδώ δεν είναι η επανάληψή τους στη ρητορική της Άγκυρας. Το ανησυχητικό εδώ είναι ότι κατόπιν της ελληνο-γαλλικής συμφωνίας και της διασαφήνισης της γαλλικής διπλωματίας, τρίτη χώρα (και μάλιστα σύμμαχος και φίλη, χώρα-μέλος της ΕΕ και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με την οποία συνάψαμε αμυντική συμφωνία) δηλώνει ότι αμυντικές κινήσεις της Ελλάδας για την προάσπιση των όποιων δικαιωμάτων της επί της ΑΟΖ της σε απάντηση επιθετικών κινήσεων της Τουρκίας, δεν θεωρούνται και τελικά δεν είναι νομιμοποιημένες από τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου και ως σύμμαχος, αυτή η τρίτη χώρα, αυτοεξαιρείται της υποχρέωσης υποστηρικτικής αμοιβαιότητας προς την Ελλάδα –η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεσμεύεται στο πλαίσιο (ποιάς άραγε;) αμοιβαιότητας να παράσχει υποστηρικτική στήριξη στη Γαλλία ...στην αφρικανική ζώνη του Σαχέλ! Πρόκειται για τεράστια «επιτυχία» του Κυριάκου Μητσοτάκη!         

Για να γίνει απολύτως ευκρινές το μέγεθος της ήττας που προκαλεί στα ελληνικά γεωπολιτικά συμφέροντα ο σημερινός πρωθυπουργός ας κάνουμε έναν παραλληλισμό με τις κυπρο-τουρκικές σχέσεις.  Προ ημερών  η Λευκωσία απέστειλε στην Άγκυρα για πολλοστή φορά επιστολή, με την οποία επίσημα ζητεί την έναρξη διμερών διαβουλεύσεων για τον ορισμό της ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Μιλάμε για δύο χώρες, μέλη του ΟΗΕ και αναγνωρισμένες από το σύνολο της παγκόσμιας κοινότητας. Η Τουρκία για λόγους σχετιζόμενους με το παράνομο (σύμφωνα με αποφάσεις του ΟΗΕ) και μη αναγνωρισμένο από τη διεθνή κοινότητα τουρκο-κυπριακό κρατικό μόρφωμα, αρνείται κάθε συζήτηση με την Κυπριακή Δημοκρατία, επειδή η ίδια δεν την αναγνωρίζει ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος. Την ίδια ώρα η Κυπριακή Δημοκρατία προχωρεί σε θαλάσσιες έρευνες σε περιοχές που καθ’ οιανδήποτε ανάγνωση και ερμηνεία των όρων του ισχύοντος διεθνούς δικαίου βρίσκονται εντός της ΑΟΖ της. Αν, λοιπόν, η γαλλική λογική προσέγγισης στις κυπρο-τουρκικές σχέσεις εφαρμοστεί κατ’ αναλογία με τα προβλεπόμενα στην ελληνο-γαλλική συμφωνία, τότε η Κύπρος δεν νομιμοποιείται να διεξάγει έρευνες στην ΑΟΖ της, επειδή η άρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει ως τώρα επιτρέψει (και ούτε και μελλοντικά θα το κάνει) την ανακήρυξη της κυπριακής ΑΟΖ! Αλήθεια, ο έλληνας πρωθυπουργός έχει συναίσθηση σε τί ήττα έχει οδηγήσει την Ελλάδα, ή απλά αδυνατεί να καταγράψει τις επιπτώσεις της διακυβέρνησής του για τη χώρα μας, τους πολίτες της και τις επόμενες γενιές;  

Αν κανένας διαγνώσει τα πραγματικά όρια των παραπάνω δεδομένων δεν θα καθυστερήσει να αντιληφθεί ότι η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο η οποία εθελουσίως (και όχι π.χ. υπό την πίεση μιας στρατιωτικής ήττας, που μόνο τέτοιας φύσης εξέλιξη θα αιτιολογούσε αυτούς τους χειρισμούς)  έχει παραχωρήσει δικαιώματά της σε θαλάσσιες ζώνες στον διεθνή παράγοντα, για τα διαχειριστεί ανθ’ αυτής -προς όφελος τίνος, άραγε, πάντως όχι υπέρ της χώρας μας; Για να είμαστε και απολύτως συγκεκριμένοι, όλ’ αυτά άγουν μετά βεβαιότητος στο συμπέρασμα ότι ένα ιδιότυπο γεωπολιτικό status διεθνούς κηδεμονίας διαμορφώνεται σε θαλάσσιες ζώνες ελληνικών κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων στην ανατολική  Μεσόγειο, κάτι που είναι μοναδικό παγκοσμίως. Όλες οι κυρίαρχες χώρες του πλανήτη προστατεύουν εξ ιδίων και χωρίς να οφείλουν να ρωτήσουν κανέναν άλλον τα κυριαρχικά και όποια άλλα δικαιώματά τους που ορίζονται από το ισχύον διεθνές δίκαιο. Η Ελλάδα, όχι!     

Θα μπορούσε η Ελλάδα εθελουσίως και ένεκα εξαιρετικών περιστάσεων να προχωρήσει σε παραχώρηση μέρους της κυριαρχίας της σε κάποια υπερκρατική οντότητα (και όχι βεβαίως σε κάποια άλλη χώρα), για λόγους προαγωγής των εν γένει συμφερόντων της. Υπό δύο όρους:

-          τον όρο της περιορισμένης χρονικής διάρκειας τέτοιας παραχώρησης, με τον χρόνο ισχύος της ρητά προβλεπόμενο, και

-          τον όρο ότι θα συνέτρεχε έγκριση προς τούτο από τις εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες στη χώρα μας. Αυτά δεν είναι αρμοδιότητες ενός πρωθυπουργού, και απαιτείται ευρύτερη και ισχυρή συναίνεση των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων, για να ανατραπούν γραμμές της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, τις οποίες ακολούθησαν απαρέγκλιτα όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις της Ελλάδας τα τουλάχιστον τελευταία 47 χρόνια, από την πτώση της χούντας ως σήμερα. 

Στην περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη όχι μόνο δεν ισχύει κανένας εκ των πιο πάνω απαράβατων όρων, αλλά ο ίδιος ο πρωθυπουργός ανερυθρίαστα υποστηρίζει την εν λόγω σοβαρή την ήττα της Ελλάδας και τολμά να εμπαίζει ευθέως τους έλληνες πολίτες μπροστά στα μάτια τους, με το ανεκδιήγητο αφήγημα ότι «προάγονται τα ελληνικά συμφέροντα»! Διερωτώμαι  -και μιλώ μετά λόγου γνώσεως- στο στενό περιβάλλον του ελληνα πρωθυπουργού, ακόμη και το οικογενειακό, όπου συγκαταλέγονται πρόσωπα που κατανοούν πλήρως τις συνέπειες της ήττας που έχει φέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τα πρόσωπα αυτά γιατί σιωπούν; Δεν αντιλαμβάνονται ότι και οι δικές τους ευθύνες είναι τεράστιες; Αλλά και στη ΝΔ ως κόμμα, υπάρχουν πρόσωπα που έχουν πλήρη συναίσθηση της βλάβης που έχει προκληθεί σε βάρος των συμφερόντων της Ελλάδας από τις κινήσεις του σημερινού πρωθυοργού. Ως πότε αυτά τα πρόσωπα θα σιωπούν;      

Η «ιστορικότητα» των παραχωρήσεων αυτών, που δυστυχώς όπως ανέφερα πριν ήδη καταγράφεται ως επίπτωση μοιραία σε βάρος της Ελλάδας και των συμφερόντων της, θα γίνει ευκρινέστερη -φοβάμαι πολύ- σε μακροπρόθεσμη βάση, όταν για παράδειγμα σε τυχόν έρευνες στον βυθό (συμβαίνει ήδη) ή και όταν εκδηλωθούν αλιευτικές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων, τουρκικών πλοίων σε ελληνική ΑΟΖ, η Ελλάδα δεν θα δικαιούται να αντιδράσει κινητοποιώντας τον πολεμικό στόλο της για να προασπίσει τα δικαιώματά της, από ευθείες και άμεσες παραβιάσεις. Τυχόν τέτοια αντίδραση της Ελλάδας, μετά τη γαλλική διευκρινιστική παρέμβαση, θα θεωρείται καταχρηστική αντίδραση της Ελλάδας στις σε βάρος της απειλές και τις παραβιάσεις δικαιωμάτων της, που κατά τα άλλα σαφώς προβλέπονται από τη διεθνή έννομη τάξη.

Πολύ περισσότερο και πολύ χειρότερα, όταν τα ελληνικά μαχητικά θα απογειώνονται για να αναχαιτίσουν τουρκικές παραβιάσεις της ζώνης των 10 μιλίων ανακηρυγμένου εναέριου ελληνικού χώρου, τα ελληνικά μαχητικά καταχρηστικά θα θεωρειται ότι ασκούν το απολύτως κατοχυρωμένο δικαίωμα της χώρας μας να αμύνεται απέναντι σε οποιαδήποτε επιβουλή, διότι υπάρχει (πάντα κατα τη γαλλική λογική) αμφιβήτηση της νομιμότητας του ελληνικού δικαιώματος να επεκτείνει τον εναέριο χώρο της στα 10 μίλια, επειδή, λέει, δεν συμπίπτουν τα 10 μίλια με τα 6 μίλια ανακηρυγμένων ελληνικών χωρικών υδάτων. Και την ίδια στιγμή θα βρίσκεται σε ισχύ το casus belli που έχει κηρύξει η Τουρκία κατά της Ελλάδας, εάν η χώρα μας ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά μας ύδατα στα 12 μίλια. Πρόκειται, δηλαδή, για ερμηνεία «σουρωτήρι» των προβλέψεων του διεθνούς δικαίου, όπου το μόνο που παραβλέπεται είναι τα ελληνικά συφέροντα.                                                          

Για την είμαστε ακριβείς, η στάση ήττας στην οποία έχει οδηγηθεί η Ελλάδα από τη κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη-Νίκου Δένδια, είναι ευθεία και εκ του αποτελέσματος εφαρμογή της παρ’ ημίν άποψης περί «μαξιμαλιστικής» ελληνικής θέσης σε ό,τι αφορά τα κυριαρχικά και εκμεταλλευτικά δικαιώματα της χώρας μας στις θαλάσσιες ζώνες της στην ανατολική Μεσόγειο, και όχι μόνο. (Και, προσέξτε: δεν μιλάμε για τη θαλάσσια περιοχή του Καστελόριζου, όπου κάποια επιφύλαξη για το πλήρες δικαίωμα της Ελλάδας στη νησιωτική ΑΟΖ του συμπλέγματος της Μεγίστης θα ήταν ανεκτή, ούτε μιλάμε για την υφαλοκρηπίδα των νησιών του Αιγαίου, θέμα για το οποίο η Ελλάδα έχει σαφώς δηλώσει την πρόθεσή της κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο για την εκκαθάριση των όποιων ασαφειών. Μιλάμε για το δικαίωμα της Ελλάδας να κάνει θαλάσσιες και υποθαλάσσιες έρευνες πέραν της ζώνης των 6 μιλίων (ελληνικά χωρικά ύδατα) ανατολικά της Κρήτης! Αυτό θέτει σε αμφισβήτηση η διασαφήνιση της γαλλικής διπλωματίας!!!)       

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η φιλολογία περί «μαξιμαλιστικών» βλέψεων επί της ΑΟΖ της Ελλάδας στην ανατολική (με παντελώς ανεδαφικούς υπαινιγμούς περί δήθεν «εθνικιστικών» κινήτρων της Αθήνας), έχει υιοθετηθεί πλήρως και επαναλαμβάνεται σε κάθε ευκαιρία από την τουρκική εξωτερική πολιτική.

Οι επιπτώσεις της «επιτυχίας» Δένδια με την παραχώρηση σε άλλη χώρα (στις ΗΠΑ) συνεκμετάλλευσης ελληνικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στους αμερικανούς εσαεί, δεν χρειάζεται να αναλυθούν πολύ και έχουν ήδη επισημανθεί από πολλούς. Δυό μόνο σχόλια επ’ αυτού:

1. Είναι όνειδος για την Ελλάδα το επιχείρημα Δένδια ότι δήθεν η στάθμευση αμερικανικών δυνάμεων σε ελληνικά στρατόπεδα θωρακίζει αμυντικά την Ελλάδα. Η ιστορία, αντιθέτως, έχει δείξει ότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από την ανάμιξη των ΗΠΑ  στις διμερείς ελληνοτουρκικές διαφορές. Τα Ίμια είναι πολύ πρόσφατα για  να τα λησμονεί ο Νίκος Δένδιας. Επίσης, βρετανικές βάσεις -και μάλιστα με πλήρη εδαφική κυριαχία των βρετανών σ’ αυτές- υπήρχαν στην Κύπρο το 1974 και δεν απετράπη η τουρκική στρατιωτική εισβολή του Αττίλα στο νησί. Ο Νίκος Δένδιας κουτοπόνηρα προσπαθεί να εμβρυουλκήσει συμπερασματικά από την ελληνο-αμερικανική συμφωνία ότι ο αμυντικός εξοπλισμός  των νησιών του ανατολικού Αιγαίου από την Ελλάδα δεν είναι παράτυπος και αντίκειται στις προβλέψεις της συνθήκης της Λοζάνης, όπως επίμονα υποστηρίζει η Τουρκία. Αυτά, όμως, δεν διακανονίζονται με κουτοπονηρίες και έμμεσες συναγωγές συμπερασμάτων από συμφωνίες που ρυθμίζουν άλλα θέματα, όπως η τελευταία ελληνο-αμερικανική συμφωνία. Αντίθετα, με τέτοιες κινήσεις εμπλέκεται και η χώρα μας στην ατζέντα που προωθεί η Άγκυρα και εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της διεθνούς κοινότητας ένα ζήτημα που η Ελλάδα δεν έχει κανένα συμφέρον να ανοίξει. Στο κάτω-κάτω η Τουρκία έχει δικαίωμα να προσφύγει σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα και να ζητήσει τη δικαίωση της θέσης της. Η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να εμπλακεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο σ’ αυτή τη συζήτηση.  

2. Η ελληνο-αμερικανική συμφωνία, για τη σύναψη της οποίας επισπεύδων παράγων ήταν ο Νίκος Δένδιας, επισημοποιεί τις «δύο γραμμές» εξωτερικής πολιτικής που συγκρούονται μέσα στη σημερινή ελληνική κυβέρνηση: από τη μια τη φιλο- ευρωπαϊκή, φιλο-γαλλο-γερμανική του Κυριάκου Μητσοτάκη, και από την άλλη τη φιλο-αμερικανική του Νίκου Δένδια. Είναι κατάντια για τη χώρα μας, γιορτάζοντας τη 200η επέτειο της ανεξαρτησίας μας να επιστρέφουμε σε πολιτικά μοντέλα αλά γαλλικό, γερμανικό, βρετανικό και ρωσικό κόμμα, που έζησε η Ελλάδα ως απολύτως αδύναμη χώρα αμέσως μετά την απελευθέρωσή μας.                  

Στο διά ταύτα: Στην εξωτερική πολιτική δεν αρκεί να συμπεραίνουμε και να αρκούμεθα στις διαπιστώσεις μας. Αντίθετα, εξωτερική πολιτική κυρίαρχου κράτους είναι νοητή ως διαρκής μέριμνα προάσπισης των δικαιωμάτων του. Η ελληνο-γαλλική συμφωνία είναι ανάγκη να ανατοποθετηθεί και να τροποποιηθούν τα σημεία της που πλήττουν τα ελληνικά συμφέροντα. Και η αρχή πρέπει αμέσως να γίνει με την ενεργοποίηση της απαράγραπτης υποχρέωσης της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης να ζητήσει από το Παρίσι σαφή αναθεώρηση της ερμηνευτικής διασαφήνισης, στην οποία προχώρησε η γαλλική διπλωματία σχετικά με την ελληνο-γαλλική αμυντική συμφωνία.

Η αντιπολίτευση από μεριάς της οφείλει -αν δεν το κάνει η σημερινή κυβέρνηση- να δεσμευτεί ότι θα επαναδιαπραγματευτεί εξ αρχής το σημείο αυτό με τη Γαλλία και μέχρι την οριστική ακύρωση ισχύος της γαλλικής διασαφήνισης, στην οποία προχώρησε η διπλωματία του Παρισιού.