29 Οκτ. 2021

Μετα-ΠΑΣΟΚ...

ΚΙΝΑΛ: Τέλος ή αρχή; 

Η Φώφη Γεννηματά πρόσφερε μια ύστατη αναγνώριση και σεβασμό σε μια παραταξιακή πορεία με βασικό πρόσημο τον καθοδικό οιωνό. Ωστόσο, τίποτα δεν έχει ακόμη κριθεί σχετικά με τη συνέχεια του πολύπαθου χώρου των επιγόνων του ΠΑΣΟΚ και του μεγάλου ιδρυτή του. Όλα είναι ανοιχτά και κατά έναν περίεργο -αλλά πολιτικά καθόλου ανεξήγητο- τρόπο, το τέλος του ΚΙΝΑΛ συμπίπτει με την εντονότερη παρά ποτέ άλλοτε υπογράμμιση της σημασίας και του ρόλου που θα μπορούσε να έχει για τη συνέχεια ένα «ενδιάμεσο» κόμμα, μεταξύ των δύο βασικών πόλων του ελληνικού κομματικού σχηματισμού:  της δεξιάς συντήρησης και της προοδευτικής παράταξης.  

Σε τέτοιο πλαίσιο παρέλκει κάθε πρόβλεψη του μετα-ΠΑΣΟΚ κομματικού σχηματισμού για όσα θα ακολουθήσουν!  Άλλωστε τα ενδοπαραταξιακά «νεύρα» είναι ιδιαίτερα τεταμένα και τίποτα δεν φαίνεται ικανό να αποτρέψει τους υψηλούς τόνους στις αντιπαραθέσεις μεταξύ υποψήφιων προέδρων, ως τις αρχές Δεκεμβρίου, οπότε και ανοίγουν οι κάλπες εκλογής νέας ηγεσίας. Σε κάθε περίπτωση, ένα από τα σημεία από τα οποία θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό η συνέχεια για τους μετα-ΠΑΣΟΚ χειριστές του χώρου αυτού, είναι η αποδειξη της ικανότητάς τους να συνυπάρξουν, ενώ οι μέχρις αυτή την ώρα θέσεις τους στο πλαίσιο της υποψηφιότητάς τους είναι πρακτικά απολύτως ασύμβατες.  

Ένα παράδειγμα: Η πλευρά Λοβέρδου θέτει ως απαράβατο όρο την αποφυγή συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ενώ οι άλλες υποψηφιότητες όχι! Είναι φανερό ότι η βολική και προσχηματική υπεκφυγή κάποιων υποψηφίων προέδρων, σύμφωνα με την οποία αυτό που τους ενώνει είναι η διαφύλαξη της αυτονομίας του σχήματος, δεν αρκεί για να καταστήσει βιώσιμη τη συνύπαρξη στον ίδιο κομματικό χώρο όσων υπερψηφίσουν τον Ανδρέα Λοβέρδο με εκείνους που θα προτιμήσουν υποψηφιότητες που αφήνουν ορθάνοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μάλιστα, το ίδιο ισχύει και αντιστρόφως με επίδικο το ζήτημα συνεργασίας με τη ΝΔ (δεξιά), ή όχι.  

Η αυτονομία του ΚΙΝΑΛ μετά τη Φώφη Γεννηματά είναι αυτονόητο στοιχείο εδώ, και δεν μπορεί να υποκαθιστά την πολιτική τακτική αλλά και τη μεσοπρόθεσμη πολιτική στρατηγική του, που οφείλει να ξεκαθαρίσει το κόμμα ενώπιον των πολιτών. Μάλιστα, υπό μία οπτική, η υπεκφυγή να αρκούνται υποψήφιοι πρόεδροι στο αυτονόητο της αυτονομίας του κόμματος, αντί της υποχρέωσης εκκαθάρισης των αρχών τοποθετησής του (positioning) στον πολιτικό χάρτη και της από ‘δω και πέρα κίνησής του στο διάγραμμα δυνητικών συνεργασιών  και εν όψει απλής αναλογικής, συμβάλλει καίρια στην αποδόμηση της «ρυθμιστικής επιρροής» που θα μπορούσε να έχει στις πολιτικές εξελίξεις. Μ’ άλλα λόγια, αρέσει δεν αρέσει σε πολλούς που ενστερνίστηκαν τον αντι-συριζισμό ως δήθεν επαρκώς επεξηγηματική αφήγηση της καθοδικής πορείας του υπό συζήτηση κομματικού χώρου από το 2010 ως σήμερα, αυτό δεν μπορεί να συνιστά βιώσιμη πολιτική για τη συνέχεια. 

Πάλι από μια διαφορετική οπτική, η απόδραση ορισμένων υποψηφίων από την ευθύνη τους να προσδιορίσουν την στάση τους και να λάβουν θέση στο σημερινό πολιτικό σκηνικό με δεδομένη την πρωθυπουργία Κυριάκου Μητσοτάκη και τις συνέπειές της, αντί να λειτουργεί ελκτικά προς πολίτες, που υπό το οποιοδήποτε κίνητρο παρακολουθούν τις εξελίξεις στον χώρο του ΚΙΝΑΛ, παράγει απωθητικά αποτελέσματα. Και τούτο, διότι η εικόνα κόμματος που σπρώχνει για αργότερα τις αποφάσεις σχετικά με το πως θα κινηθεί επί του συγκεκριμένου πολιτικού σκηνικού, δεν δημιουργεί συνθήκες επαναπροσέγγισης πολιτικών κοινών που την προηγούμενη περίοδο για τον οποιονδήποτε λόγο αποστασιοποιήθηκαν από τον εν λόγω κομματικό χώρο, αλλ’ αντίθετα, μάλλον επιτείνει την αίσθηση δικαιολόγησης και επιβεβαίωσης της τάσης απορροών, ακριβώς λόγω της διαιώνισης να εκκαθαριστούν ακόμη και με -ουσιαστική και όχι προσχηματική- αυτοκριτική τα σημεία και οι κινήσεις πολιτικής που προκάλεσαν το φαινόμενο μαζικών αποχωρήσεων.  

Η ανάλυση αυτή θα ήταν ελλιπής, αν δεν συμπεριελάμβανε στις διαπιστώσεις της, την περίοδο έντονης προσεγγιστικής κίνησης των μετα-ΠΑΣΟΚ κομματικών σχημάτων προς την πολιτική συντήρηση, σχεδόν για την τελευταία δεκαετία (αλλά και παλιότερα). 

Όμως, ακόμη και σε υποστηρικτές υποψήφιων προέδρων που μιλούν πιο ανοιχτά για την ανάγκη προδευτικής πολιτικής κατεύθυνσης του κόμματος, παραμένει ορατή η δυσανεξία στην ουσιώδη προσχώρηση στις ανάγκες αυτής της καθαρής τοποθέτησης. Αιτία αυτής της δυσανεξίας από άλλη λογική και συναισθηματική διαδρομή και πάλι ο αντι-συριζισμός! Και εδώ προκύπτει μια πολύ  ενδιαφέρουσα -φυσικά, τελείως μηχανίστικη- ταύτιση με τη στάση άλλων υποψήφιων προέδρων που θέτουν τον αποκλεισμό κάθε διαλόγου με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ως όρο για οποιαδήποτε συνέχεια του κόμματός τους. 

Παρ’ ό,τι εδώ υπογραμμίζεται με αυταπόδεικτο αυτοματισμό ο πρακτικά συντηρητικός πολιτικά χαρακτήρας αυτής της στάσης, δηλαδή μια θέση που στρέφεται ακόμη και κατά των υποψηφίων προέδρων που υποδεικνύουν προοδευτική στροφή του κόμματος, η συμπεριφορά και η στάση αυτή σε ικανή μερίδα υποστηρικτών υποψήφιων προέδρων διατηρείται ακόμη και με αρνητικές συνέπειες σε βάρος της ίδιας της προτίμησής τους. Από μια αναλυτική προσέγγιση στο φαινόμενο αυτό, έτσι θα μπορούσε να απαντάται και να ερμηνεύεται ο εγκλωβισμός του εν λόγω κόμματος σε δευτερεύουσες και συμπληρωματικές θέσεις στον ισχύοντα κομματικό χάρτη. Διότι, φυσικά, με ανερμάτιστα και εκτός στοιχειώδους πολιτικής λογικής αφηγματικά τεχνάσματα του τύπου «ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε τη δεξιά του Κυριάκου  Μητσοτάκη» ή ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι συντηρητικό κόμμα», δεν συγκροτείται βιώσιμος και πειστικός πολιτικός λόγος για μια ανοδική κομματική πορεία. 

Απολύτως αποκαλυπτικό και τελικά αποδεικτικό του αδιεξόδου στο οποίο έχουν οδηγηθεί και βρίσκονται εδώ και χρόνια οι απόψεις αυτές (αδιέξοδο, όπου παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρίας Γεννηματά), το παράλογο αφήγημα όλων αυτών, κάτω από το οποίο συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν αποκλείεται, αλλά θα ήταν ανεκτή, μόνον εάν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης γινόταν ξανά μικρό! Ο έκδηλος παραλογισμός της θέσης αυτής, την οποία ανοιχτά υπερασπίστηκαν ως δήθεν ρεαλιστική και νοήμονες πολίτες υποστηρικτές του ΚΙΝΑΛ, απογυμνώνει από κάθε έρμα αυτές τις απόψεις. Ταυτόχρονα, όμως, αποσιωπά αυτοκαταστροφικά για τους ίδιους την ίδια την πραγματικότητα: που δεν είναι άλλη από το ότι φυσικά θα μπορούσε ο ΣΥΡΙΖΑ -όπως και οποιοδήποτε άλλωστε κόμμα- να απολέσει σημαντικές δυνάμεις μελλοντικά και να αλλάξουν οι σημερινοί συσχετισμοί δυνάμεων ανάμεσα στα κόμματα, ...αλλ’ αυτό είναι σενάριο μεσοπρόθεσμης εξέλιξης και όχι άμεσου αποτελέσματος. Και μου προκαλεί ακόμη και σήμερα προβληματισμό, πώς μπορούν νοήμονες όπως ήδη είπα συμπολίτες μου υποστηρικτές του ΚΙΝΑΛ, με τόση ευκολία να αυτοεξαιρούνται του να καταγράψουν το αυτονόητο: ότι θέτοντας ως προϋπόθεση για διάλογο μεταξύ προοδευτικών δυνάμεων να μικρύνει πρώτα ο ΣΥΡΙΖΑ και τον υπερκεράσει σε πολιτικη επιρροή ο χώρος του ως σήμερα ΚΙΝΑΛ, αντικειμενικά ευνοείται η παράταση παραμονής του νεο-μητσοτακισμού στην κυβέρνηση.  

Αυτό, το κατανοούν πρωτογενώς ακόμη και ανεκπαίδευτοι από πολιτικές διαδικασίες πολίτες. Πώς μπορεί αυτό το ίδιο να διαφεύγει της προσοχής κομματικά εντεταγμένων στο ως σήμερα ΚΙΝΑΛ  πολιτών (δηλαδή πολιτών με επαφή στις πολιτικές και κομματικές πραγματικότητες) και οι ίδιοι να παραβλέπουν ότι για ικανό αριθμό πολιτών που θα σκέφονταν είτε την επιστροφή  τους στον μετα-ΠΑΣΟΚ κομματικό σχηματισμό είτε την για πρώτη φορά προσέγγισή του, αυτή η στάση εισπράττεται ως εκ του αποτελέσματος φιλο-νεο-μητσοτακική και αφαιρεί επιρροή από το κόμμα τους, αντί να προσθέτει;     

Ένας ακόμη παράλογος αφηγηματικός μίτος των ίδιων είναι το γνωστό αφήγημα ότι δήθεν ο ΣΥΡΙΖΑ έριξε τον Γ. Παπανδρέου το 2011. Δηλαδή ένα κόμμα που τότε στη βουλή είχε μπει με  ποσοστό 4,6% και διέθετε 14 έδρες ανέτρεψε ένα κυβερνών κόμμα που είχε λάβει στις κάλπες  43,9% και διέθετε 160 έδρες! Πώς μπορούν οι ίδιοι να παραμερίζουν την εξόφθαλμη ανοησία του αφηγήματος αυτού; Ακόμη χειρότερα, πως μπορούν να καμώνονται ότι τους διαφεύγει πως την ανατροπή του Γ. Παπανδρέου επέβαλαν βουλευτές του ίδιου του κόμματός τους; Και στο απόγειο της πολιτικού μικρονοϊσμού: Πώς οι ίδιοι ακόμη και σήμερα συμβιώνουν μέσα στο ίδιο κόμμα, το ΚΙΝΑΛ, με εκείνους που ανέτρεψαν τον Γ. Παπανδρέου, δηλαδή τον υποψήφιο πρόεδρο που τούτη τη στιγμή υποστηρίζουν, υπερθεματίζοντας μάλιστα υπέρ της "ενότητας" του; Ποιάς ενότητας και με ποιούς;  

Κάπου εδώ η λογική της πολιτικής αλλά και η απλή λογική κάμπτονται απόλυτα, μπροστά σε μια στάση, που μόνο ως ινάτι μανιοκαταθλιπτικώς πασχόντων απερχομένων πολιτικών παραγόντων μπορεί να εξηγηθεί. Κι αυτό, ασφαλέστατα, δεν είναι στάση πολιτικής σοβαρότητας!