11 Νοε. 2021

Ένα πρωθυπουργικό λάθος με σοβαρές συνέπειες

Pushbacks: Σοβαρεύουνε τα πράγματα

κατά της Ελλάδας

Η  αντιπαράθεση του πρωθυπουργού με την ολλανδέζα δημοσιογράφο μπορεί να κουβεντιάστηκε από μεγάλο μέρος σχολιαστών των κοινωνικών δικτύων και μέσων ενημέρωσης με ανακλαστικά «λίστας Πέτσα», η συνέχεια όμως για την Ελλάδα είναι πολύ σοβαρότερη από τα διαδικτυακά ξεκατινιάσματα.

Ήδη στις Βρυξέλλες αλλά  και σ’ άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες καταγράφεται σοβαρή δυσαρέσκεια δημοσιογραφικών οργανώσεων και μεμονωμένων ανταποκριτών στις Βρυξέλλες και την Ελλάδα, σχετικά με τη μεταχείριση της δημοσιογραφίας από το επιτελείο του έλληνα πρωθυπουργού. Μάλιστα, σύμφωνα με σοβαρές ενδείξεις υπάρχει κίνηση για οργανωμένη επίσημη διατύπωση της δυσαρέσκειας αυτής προς την Κομισιόν, με αίτημα να υποδειχθεί στην κυβέρνηση της Αθήνας να είναι προσεκτικότερη στο θέμα αυτό, σε μια περίοδο που στην ατζέντα των Βρυξελλών έχει τεθεί εμφατικά θέμα συμπεριφοράς κυβερνήσεων από χώρες-μέλη προς τους δημοσιογράφους.

Κυρίως, όμως, η βλάβη για τα ελληνικά συμφέροντα που έχει προκληθεί από το επεισόδιο με την ολλανδέζα δημοσιογράφο έγκειται στο ότι το ζήτημα των pushbacks, που ως σήμερα ήταν θέμα για μια μερίδα μόνο του ευρωπαϊκού Τύπου, απέκτησε μεγάλη δημοσιότητα και από ‘δω και πέρα θα περάσει στην ευρύτερη ειδησεογραφία.

Υπενθμίζεται ότι το θέμα ενοχής της Ελλάδας σε οργανωμένες πρακτικές επαναπροωθήσεων στο Αιγαίο, έχει τεθεί εδώ και καιρό από μερίδα του ευρωπαϊκού Τύπου, με πρωτοβουλία και μεγάλων μέσων ενημέρωσης, όπως για παράδειγμα το περιοδικό Der Spiegel, που είναι μάλιστα πολύ επίμονο και επανέρχεται συχνά. Ταυτόχρονα, όμως, έχει τεθεί και επίσημα στην ΕΕ, με την επίτροπο Ίλβα Γιόχανσον να έχει προαναγγείλει έρευνα για τις συγκεκριμένες καταγγελίες που έχουν γίνει, και με την ίδια τη Frontex να κατηγορείται στο υψηλότερο επίπεδο του διοικητή της Φαμπρίς Λεζερί, ότι ανέχεται τα ελληνικά pushbacks, αν δεν συμμετέχει κιόλας σ’ αυτά.

Η κλιμάκωση της ανησυχίας των Βρυξελλών για αναβίωση σε επίπεδα 2015-’16 του προσφυγικού/μεταναστευτικού λόγω των εξελίξεων στο Αφγανιστάν, έχει δημιουργήσει αυξημένη ανησυχία στην ΕΕ. Ο βασικός προβληματισμός της ευρωπαϊκής ηγεσίας αφορά στα σύνορα χωρών-μελών με τη Λευκορωσία, όπου εμφανίζεται ιδιαίτερα αυξημένο ρεύμα, με τα γνωστά περιστατικά των τελευταίων ημερών. Ταυτόχρονα, οι Βρυξέλλες φοβούνται άτυπη ανάμιξη της Ρωσίας και υποκίνηση του Μινσκ να προκαλέσει ένα «δεύτερο 2015-‘16», για λόγους γενικής πολιτικής στις σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας. Επίσης, η ΕΕ φοβάται ότι τυχόν προσφυγικά/μεταναστευτικά ρεύματα από τη Λευκορωσία προς την Ουκρανία θα προκαλούσαν ευρύτερη αναστάτωση στην περιοχή, μια εξέλιξη που οι Βρυξέλλες  είναι ανέτοιμες να αντιμετωπίσουν στις σημερινές συνθήκες, παρ’ ό,τι πιέζονται ασφυκτικά από τον αμερικανο-βρετανικό άξονα να το επιχειρήσουν άμεσα.

Σε τέτοιες συνθήκες το άνοιγμα του προσφυγικού/μεταναστευτικού και στο Αιγαίο από τυχόν επέλευση των pushbacks στην ευρωπαϊκή επικαιρότητα και ως μέρος του γενικότερου προβλήματος μετακίνησης πληθυσμών προς την Ευρώπη, ιδίως υπό τη σημερινή συγκυρία, είναι σοβαρό λάθος τακτικής από μεριάς της Αθήνας. Αυτό το σοβαρό λάθος διέπραξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο περιστατικό με την ολλανδέζα δημοσιογράφο

Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο διότι από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι η αναμφισβήτητη προσπάθεια της Τουρκίας να προωθήσει ανθρώπους προς την Ελλάδα με τη γνωστή αποσταθεροποιητική τακτική της στα ελληνο-τουρκικά, δεν αφορά σε αφγανούς πρόσφυγες αλλά σε μετανάστες (κυρίως προερχόμενους από τη Συρία). Δηλαδή, οι επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο δεν σχετίζονται με το πρόβλημα των αυξημένων προσφυγικών ροών από το Αφγανιστάν, που είναι το βασικό πρόβλημα των Βρυξελλών τούτη την ώρα, αλλά αφορά στην παγιωμένη κατάσταση στο Αιγαίο, όπως έχει διαμορφωθεί μετά τη «λήξη» του εμφυλίου στη Συρία.

Η Ελλάδα, ορθότατα διαμαρτύρεται για τις προσπάθειες της Τουρκία να προωθήσει προς την Ελλάδα στο Αιγαίο μετανάστες και πρόσφυγες, οι οποίοι καλύπτονται από τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας και καμια σχέση δεν έχουν με το ρεύμα από το Αφγανιστάν. Με τα pushbacks, όμως, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να το αντιλαμβάνεται ως μέρος του ευρωπαϊκού προσφυγικού/μεταναστευτικού ζητήματος και όχι ως πρακτική της Άγκυρας να αποσταθεροποιήσει τα ελληνοτουρκικά (τόση προσληπτική ικανότητα δυστυχώς διαθέτει ο σημερινός πρωθυπουργός της χώρας μας), κινδυνεύει να χάσει το δίκιο της! 

Η Ελλάδα ήδη προκαλεί αρνητικά σχόλια στις Βρυξέλλες με τους χειρισμούς της στο θέμα των βίαιων επαναπροωθήσεων, όχι γιατί η ΕΕ δεν κάνει τα «στραβά μάτια» για τα pushbacks (τα κάνει και τα παρακάνει τα «στραβά μάτια» η ευρωπαϊκή ελίτ με την προτροπή του Βερολίνου, κατά πλήρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπιστικών αρχών). Οι Βρυξέλλες ενοχλούνται από τη στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη, διότι με τους χειρισμούς του έλληνα πρωθυπουργού και τα pushbacks εμφανίζεται το προσφυγικό/μεταναστευτικό σήμερα ως δήθεν γενικευμένο πρόβλημα σ’ όλο το μήκος των ανατολικών συνόρων της ΕΕ, ενώ δεν είναι, και περιορίζεται μόνο  στις χώρες της Βαλτικής (και ίσως επεκταθεί και στην Ουκρανία), ενώ αφορά κατά βασικό λόγο τις αφγανικές ροές. Άλλωστε και  η κεντρική λεκτική των Βρυξελλών πάνω στις τελευταίες εξελίξεις στη Βαλτική και τις εκεί προσφυγικές ροές, είναι απολύτως ενδεικτική του ότι βασικό σκοπό έχει να πλήξει τη (σύμμαχο της Μόσχας) Λευκορωσία, ενώ την ίδια ώρα η δυτική Ευρώπη εξαρτάται από τη Μόσχα στο καίριο θέμα της κρίσης προμηθειών φυσικού αερίου. Παράλληλα, αποδεδειγμένα και με βάση τα στοιχεία το ρεύμα από το Αφγανιστάν αποτιμάται ως ήσσονος εύρους από το αντίστοιχο συριακό, αλλά και με μεγάλη διάχυση ως προς τις χώρες πρώτης υποδοχής. Ένα παράδειγμα είναι ότι ήδη περίπου 300.000 πρόσφυγες από το Αφγανιστάν έχουν περάσει στο Ιράν.

Τα γεγονότα -και πάλι δυστυχώς για την Ελλάδα και με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επιδεινώνει τη θέση της χώρας στο θέμα αυτό- συμπίπτουν με την αμηχανία στην οποία έχει εισέλθει  η ΕΕ σε ό,τι αφορά τη στάση της στο νέο πλαίσιο του προσφυγικού/μεταναστευτικού. Ο εκνευρισμός στις Βρυξέλλες είναι έκδηλος  στο σημείο αυτό και απολύτως ενδεικτικό είναι ότι πριν λίγες ώρες εκπρόσωπος της Κομισιόν αναγκάστηκε να «διορθώσει» αναφορά του προέδρου της ΕΕ, Σαρλ Μισέλ, σύμφωνα με την οποία η Κομισιόν θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την κατασκευή συνοριακών φρακτών από χώρες-μέλη. Μάλιστα η εκπρόσωπος της ΕΕ αναγκάστηκε να δηλώσει σαφώς (σε μια εξαιρετικά σπάνια τόσο σαφή επιτίμηση της ηγεσίας των Βρυξελλών ...από τις ίδιες τις Βρυξέλλες), ότι η Κομισιόν γενικά δεν προτρέπει τις χώρες-μέλη να κατασκευάζουν συνοριακούς φράχτες!      

Δεν είναι επίσης χωρίς σημασία ότι βρισκόμαστε σε περίοδο που η ευρωπαϊκή συντηρητική πολιτική παράταξη υποχωρεί και πολιτικές φιλικότερες προς τους πρόσφυγες/μετανάστες είναι πιθανό να εκδηλωθούν, ιδίως μετά την απομάκρυνση του CDU/CSU από τη γερμανική κυβέρνηση (εφ’ όσον αυτή επιβεβαιωθεί).

Εν κατακλείδι, το τραγικό του χειρισμού Κυριάκου Μητσοτάκη στην υπόθεση με την ολλανδέζα δημοσιογράφο είναι ότι αντιμετώπισε το ζήτημα με εσωτερικά ανακλαστικά απεύθυνσης στα ακροδεξιά κοινά, που τα χρειάζεται λόγω της καταγραφής γενικότερης τάσης απαξίωσης του ίδιου και της κυβέρνησής του. Δηλαδή μια εσωτερική πολιτική πτυχή μικροκομματικών σκοπιμοτήτων επικαθόρισε τη διεθνώς αντιλαμβανόμενη θέση της Ελλάδας επί του θέματος. Και οι συνέπειες αρχίζουν κιόλας να εμφανίζονται και κινδυνεύουν να προκαλέσουν σοβαρή ζημιά, στα συμφέροντα της Ελλάδας.

Όσο παραμένει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην κορυφαίο πολιτικό πόστο της Ελλάδας οι συνέπειες θα επισσωρεύονται. Μόνη ελπίδα να αποχωρήσει το ταχύτερο, εξέλιξη που πλέον τείνει να ταυτιστεί με την έννοια προαγωγής των εθνικών συμφερόντων μας!