13 Νοε. 2021

H EE μετά τη Μέρκελ (1)

Κομισιόν-ευρωπαίοι πολίτες:

Μια απειλητική πολιτική δυσαρμονία

(Μέρος Α΄: Πότε και πως τέθηκαν τα θεμέλια

της σημερινής αποσταθεροποίησης της ΕΕ)

Η αποχώρηση της Άγγελα Μέρκελ από την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, δεν επηρεάζει απλά τα κέντρα και τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων των Βρυξελλών, αλλά κινδυνεύει να καταστήσει ακόμη προφανέστερη την απόκλιση των πολιτικών επιλογών της ευρωπαϊκής ελίτ από τις επιθυμίες των ίδιων των πολιτών της ηπείρου.

Οι τελευταίες ευρωεκλογές διεξήχθησαν μέσα σ ένα περιβάλλον καθαρής πολιτικής ηγεμονίας της ευρωπαϊκής συντηρητικής παράταξης και φυσικά τα αποτέλεσματά τους, ως προς το ποιοί στη συνέχεια αναδείχτηκαν στην ηγεσία της ΕΕ και ποιές πολιτικές υπηρετούν, ανταποκρίνονται σ’ αυτό το δεδομένο. Έκτοτε, όμως, έχει γίνει περισσότερο από προφανής και σ’ ολόκληρη την Ευρώπη μια διάθεση της κοινής γνώμης να αλλάξουν οι παγιωμένες εδώ και περίπου 20 χρόνια βασικές κατευθύνσεις πολιτικής των Βρυξελλών. Πρόκειται για μια ορατή τάση, που αναδύεται τόσο από ευκρινή καταγραφή στο τρέχον πολιτικό επίπεδο του τί ζητουν οι ευρωπαίοι πολίτες από την ΕΕ για τις ερχόμενες δεκαετίες, όσο και πιο εντυπωσιακά από τα αποτελέσματα στις κάλπες ορισμένων χωρών-μελών.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται αυτό το πρόβλημα δυσαρμονίας ανάμεσα στις εφαρμοζόμενες πολιτικές από την πολιτική ηγεσία των Βρυξελλών και τις ορατές επιθυμίες των ευρωπαίων πολιτών, που κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση. Το ζήτημα αυτό αναπόφευκτα θα κλιμακωθεί την επόμενη περίοδο και η συνεπεία τούτου περαιτέρω κλιμάκωση της ως άνω πολιτικής δυσαρμονίας μεταξύ εκπροσώπων-εκπροσωπούμενων στην Ευρώπη είναι ένα επικίνδυνο στοιχείο, που απειλεί να κλονίσει ακόμη περισσότερο τη συνοχή της ΕΕ, που μετά την αποχώρηση της Βρετανίας όχι μόνο έχει επί της πολιτικής ουσίας ανακόψει τη διευρυντική διαδικασία (όπως απέδειξε η φάρσα ένταξης της Βόρειας Μακεδονίας, που αναβάλλεται), αλλά ταυτόχρονα έχει ανοίξει νέες ατζέντες ρευστοποίησης του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος, όπως για παράδειγμα με την περίπτωση της Πολωνίας.

Είναι ανάγκη να επισημανθεί εδώ ότι η μετακίνηση της διάθεσης των ευρωπαίων πολιτών από τη στάση μακράς ανοχής σε λανθασμένες επιλογές των Βρυξελλών σε μια οιονεί διεκδίκηση αλλαγής πολιτικής, δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Το «βόλεμα» της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης σε μια σειρά πολιτικών που εδώ και πολύ καιρό ευνοούν πρωτίστως την ελίτ της γηραιάς ηπείρου (ελίτ, πολιτική, οικονομική επιχειρηματική, μιντιακή, πολιτισμική με την ευρύτερη έννοια του όρου), δεν είναι πολιτικά ανεξήγητη. Στηρίζεται στο δεδομένο ότι από τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό του 20ου αιώνα προέκυψε η εντύπωση (με ιστορικούς όρους ως συλλογική ψευδαίσθηση) ότι από τον παραγόμενο πλούτο θα απέμενε εσαεί ένα πλεόνασμα για να διατεθεί στα μεσο-κατώτερα κοινωνικά και εισοδηματικά στρώματα, που θα εξασφάλιζε -αν όχι την υλική ενίσχυση των νοικοκυριών- μια σταθερότητα, μακριά από τις αναταράξεις που παράγει η αέναη κοινωνική «μηχανική» της ταξικής διαπάλης, με τη φτώχεια και την ανέχεια να πιέζουν ακόμη και σε επίπεδο υπαρξιακής αγωνίας τους ασθενέστερους. Το ευρωπαϊκό «πείραμα» της δεκαετίας του 1990, που σε πολιτικό επίπεδο καταγράφτηκε ως σύγκληση συντηρητικής χριστιανοδημοκρατίας-προοδευτικών σοσιαλδημοκρατών σε μια ενιαία πολιτική «σούπα», φαινόταν μάλιστα να πετυχαίνει, όσο ο παγκόσμιος καπιταλισμός και οι ανακατανομές χρήματος (και όχι παραγωγικών κεφαλαίων), διαδικασία που κορυφώθηκε την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, επέτρεπε τη συσσώρευση πλούτου και προνομίων υπέρ της ευρωπαϊκής ελίτ, χωρίς να φαίνεται ότι αυτό απειλεί τα πλεονάσματα που εξασφάλιζαν εισοδηματική σταθερότητα ή και ενίσχυση των μεσο-κατώτερων στρωμάτων.

Από μια οπτική η απόδειξη του πόσο σοβαρό λάθος διέπραξε ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός είναι ακριβώς ότι προσπαθώντας να διατηρήσει τους υψηλούς ρυθμούς συσσώρευσης πλούτου προς όφελος των ισχυρών χωρίς την ίδια ώρα να απειλείται μείωση του εισοδήματος των μικρομεσαίων, αναγκάστηκε χωρίς να βασίζεται αυτό σε πραγματικά παραγωγικά δεδομένα να χρηματοδοτήσει τεχνηέντως τους αδύναμους με «εικονικό χρήμα». Η απογείωση νομισματοπιστωτικών τεχνικών σε κεντρικό όπλο του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και με τις τράπεζες να αναδεικνύονται στο βασικό μέσο άσκησης οικονομικής πολιτικής (και όχι νομισματοπιστωτικής, που είναι η δουλειά τους), κατ’ αρχάς εκδηλώθηκε με σκοπό τη χρηματοδότηση της μεσαίας κατανάλωσης και όχι για την εξασφάλιση κεφαλαίων για παραγωγικές επενδύσεις από τις επιχειρήσεις. Και τούτο, ισχύει ανεξαρτήτως του ότι στη συνέχεια η βουλιμία πλουτισμού των ισχυρών οδήγησε σε τροφοδότηση των επιχειρήσεων με χρήμα νομισματοπιστωτικής «καταγωγής», καταλήγοντας να αιμοδοτεί και την (υπερ)συσσώρευση πλούτου υπέρ των ίδιων και όχι σε νέες επενδύσεις.

Δεν χρειάζεται να υπομνησθεί εδώ ότι η υπέρβαση ενός όριου στη συσσώρευση πλούτου από τους πλουσίους, είναι καταστροφική για τον ίδιο τον καπιταλισμό, στο βαθμό που προκαλεί ασφυξία κεφαλαίων επενδυτικής κίνησης, που κατ’ ανάγκη θα υποκατασταθούν είτε από αφαίρεση εισοδήματος από τα χαμηλότερα στρώματα με κίνδυνο κοινωνικής αποσταθεροποίησης, είτε από «εικονικό χρήμα» (κόψιμο τραπεζογραμματίων και πληθωριστικές πιέσεις ή παρακινδυνευμένος δανεισμός και ραγδαία αύξηση του χρέους). Αν κοιτάξει κανένας τα γενικά στοιχεία θα διαπιστώσει ότι η ΕΕ διέπραξε και τα δύο σφάλματα ταυτόχρονα, με την ανοχή αν όχι την καθοδήγηση της κομισιόν, και μάλιστα σε κλίμακα που κατέστησε την επέλευση της κρίσης που ακολούθησε νομοτελειακή και αναπόφευκτη.

Επειδή, όμως, εδώ μιλάμε για πολιτική και όχι για οικονομία, το ενδιαφέρον είναι να δούμε  πως αντέδρασαν οι χειριστές της πολιτικής «σούπας» σύμπραξης συντηρητικής χριστιανοδημοκρατίας-προοδευτικών σοσιαλδημοκρατών στην ΕΕ, όπως την περιέγραψα προηγουμένως. Θα μπορούσε να είναι σφάλμα εξ αβλεψίας των ευρωπαϊκής πολιτικής ελίτ; Αν ναι, θα τους καταλογιζόταν πολιτική ανικανότητα. Αν όχι, όπως και στην πραγματικότητα αποδείχτηκε πως είναι, πρόκειται για πολιτικό «έγκλημα» εκ προμελέτης, με συνέπεια την αποσταθεροποίηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και τον πολιτικό κλονισμό της ίδιας της ΕΕ, όπως βιώνεται σήμερα και ήδη επί περισσότερο από μία δεκαετία.

Η ουσία εν προκειμένω βρίσκεται στο ότι έχοντας επίγνωση η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ ήδη από το έτος 2.000 του ότι το αδιέξοδο και μια επερχόμενη οικονομική κρίση ήταν από τότε κιόλας αναπόφευκτα, αντί να αλλάξει πολιτική και να εγκαταλείψει το σφάλμα, βυθίστηκε ακόμη περισσότερο σ’ αυτό, επιδεινώνοντάς το και με αποτέλεσμα την παγίωσή των συνεπειών του με όρους οικονομικών πραγματικοτήτων, που διαρκούν ήδη μια δεκαετία και χωρίς ουσιαστική θέα σε κάποιο διέξοδο μέχρι σήμερα.  Και το μεγάλο αυτό σφάλμα στο πολιτικό επίπεδο συγκεκριμένα είναι πως όλα έγιναν για να μην απειληθούν οι αυξανόμενοι ρυθμοί συσσώρευσης  πλούτου υπέρ των ισχυρότερων την Ευρώπη και συνοψίζεται σε δύο σημεία-φάσεις:

- αρχικά επιλέγεται το «μάρμαρο» να πληρώσουν τα μεσο-κατώτερα στρώματα με αφαίρεση εισοδήματός τους ώστε να κατευθυνθεί ό,τι εξοικονομείται απ’ αυτό στη διατήρηση των υψηλών ρυθμών συσσωρευόμενου πλούτου υπέρ των πλουσίων, και

- στη συνέχεια (και μετά την εμφάνιση τάσεων πολιτικής αποσταθεροποίησης λόγω της αντίδρασης των μεσο-κατώτερων στρωμάτων) η πλήρης προσχώρηση της ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας στον «τυχοδιωκτικό» καπιταλισμό του νομισματοπιστωτικού συβαριτισμού και της δανειακής «αρπαχτής», που κλιμάκωσαν την κρίση και κατέληξαν σε καταστροφή. 

Παράλληλα, η εξ ίσου τυχοδωκτική λεηλασία κρατικών επιχειρήσεων την ίδια περίοδο, στο πλαίσιο μιας μιμητικής αμερικανιάς «μανίας νεοφιλελευθερισμού», που διαπερνά την Ευρώπη, οδηγεί σε επιχειρηματικό εξανδραποδισμό μεγάλων και απολύτως βιώσιμων εταιρειών δημόσιου χαρακτήρα (υποδομές και υπηρεσίες), μόνο και μόνο για να ωφεληθούν και πάλι οι ήδη  εύποροι ιδιώτες. Και το σημείο αυτό σήμερα αποδεικνύεται ιδιαίτερα καταστροφικό, αφού οι ιδιωτικοποιήσεις-αυτοσκοπός έχουν αποστερήσει στις μέρες μας την Ευρώπη από μεγάλα και ισχυρά εταιρικά σχήματα, προτιμητέα από κοινωνικές πλειοψηφίες, που θα μπορούσαν να ηγηθούν μιας ουσιαστικής και βιώσιμης παραγωγικής ανάκαμψης.           

Μια "βουτιά" στο ελληνικό παράδειγμα του περισταστικού με το ασφαλιστικό επί πρωθυπουργίας Σημίτη (επιφανούς εκπροσώπου της πολιτικής «σούπας» σύμπραξης συντηρητικής χριστιανοδημοκρατίας-προοδευτικών σοσιαλδημοκρατών στην ΕΕ), δείχνει την αλήθεια: Μετά τις εκλογές του 2.000 ο Κώστας Σημίτης, όπως και άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, έχοντας πλήρη επίγνωση του επικείμενου αδιεξόδου, επιχειρεί να παρέμβει πυροσβεστικά αφαιρώντας εισοδήματα από τα μεσο-κατώτερα στρώματα για να στηριχτεί ο απειλουμένος πλούτος των πλουσίων. Τα προειδοποιητικά πυρά της κοινωνικής αντίδρασης στο ασφαλιστικό Γιαννίτση και η ένταση καθώς και το βάθος της πολιτικής κρίσης που προοιωνιζόταν αυτή η πολιτική Σημίτη (και οι αντίστοιχες αντιδράσεις σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες για τις ίδιες πολιτικές) προκαλούν τρόμο στις κυβερνήσεις σ’ ολόκληρη την ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ και τους εκπροσώπους της, δηλαδή την ηγεσία των Βρυξελλών.

Έτσι, αυτά τα πολιτικά σχέδια ανακατανομής του πλούτου υπέρ των πλουσίων εγκαταλείπονται άρον-άρον για να μην απειληθεί η virtual σταθερότητα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. «Λύση» που απομένει, ο «τυχοδιωκτικός» καπιταλισμός εξ ίσου virtual οικονομικής ασφάλειας για τα μεσο-κατώτερα στρώματα, που αντλείται από ραγδαία αύξηση του χρέους. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι, δηλαδή, της πολιτικής «σούπας» σύμπραξης συντηρητικής χριστιανοδημοκρατίας-προοδευτικών σοσιαλδημοκρατών στην ΕΕ, εγνώριζαν τί έκαναν και δεν διέπραξαν απλά μια αβλεψία. Και το έκαναν για να διαφύγουν από τον ιστορικό καταλογισμό των συνεπειών του ρόλου και των αποφασεών της πολιτικής γενιάς τους, μεταθέτοντάς το πρόβλημα για αργότερα, στην ουσία φορτώνοντάς το στους επόμενους, αλλ’ έχοντάς το ήδη και προκαταβολικά μετατρέψει από μια συνήθη κυκλική καπιταλιστική κρίση σε μια υπαρξιακού χαρακτήρα κρίση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, με ημιμόνιμα χαρακτηριστικά. Και οι ευθύνες αυτής της πολιτικής γενιάς είναι απαράγραπτες! Και καμιά σχέση δεν έχουν, ως προς το βάθος καταλογισμών και την έντασή τους, με τις ευθύνες της διαδοχής γενιάς (Μέρκελ, Καραμανλής, κ.λπ., με την ευρωπαϊκή δεξιά να έρχεται ως δύναμη γνήσιας πολιτικής εκπροσώπησης των περιοριστικών οικονομικών πολιτικών που ευνοούσε η κυρίαρχη πολιτική και οικονομική ελίτ ως ύστατη λύση στην επερχόμενη καταστροφή, που εκδηλώθηκε λίγο αργότερα).     

Ο ένοχος ρόλος της νομενκαλτούρας των Βρυξελλών σ’ αυτή τη αλληλουχία σοβαρών σφαλμάτων που ευθύνονται για τους σημερινούς τριγμούς στο ευρωπαϊκό ενοποιητικό πρόταγμα, είναι μεγάλος και είναι ανάγκη να αποκαλυφθεί και να διερευνηθεί σε βάθος, ως όρος για την «διόρθωση πορείας» που οφείλει η ΕΕ στους πληθυσμούς της.

Οι σημερινές πιέσεις για γενναίες αυξήσεις στη φορολόγηση των πλουσίων στην ΕΕ και η απροθυμία της κομισιόν να προτρέψει προς τούτο -αν όχι να καταστεί η ίδια επισπεύδων παράγων για τέτοιες φορολογικές αυξήσεις- είναι μία από τις ενδεικτικτότερες περιπτώσεις πολιτικής δυσαρμονίας μεταξύ της νομενκλατούρας των Βρυξελλών και των αιτημάτων της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης!

Σημειωτέον ότι ακόμη κι αν άμεσα επιβάλλονταν τέτοιες αυξήσεις φορολόγησης του μεγάλου πλούτου στην ΕΕ, αυτές θα έπρεπε να παραταθούν για πολύ καιρό, αν σκοπός θα ήταν ένα ουσιαστικό κλείσιμο της ψαλίδας εισοδηματικών διαφορών ανάμεσα σε πλουσίους και φτωχούς, που τα τελευταία χρόνια και με την κρίση σε πλήρη εξέλιξη έχει διευρυνθεί κατά πολύ. Κι όμως, αυτή η αρχική -συμβολικά και πρακτικά- κίνηση ουδέ καν βρίσκεται τούτη την ώρα στην πολιτική ατζέντα της κομισιόν, ως θεμελιώδης κίνηση αποκατάστασης των προϋποθέσεων κοινωνικής ειρήνης στην ΕΕ και αναδόμησης των όρων πολιτικής συνοχής της.

___________________________________________

(Στο Β΄ μέρος: Η προϊούσα απονομιμοποίηση της ηγεσίας των Βρυξελλών)