20 Νοε. 2021

H EE μετά τη Μέρκελ (2)

Κομισιόν-ευρωπαίοι πολίτες:

Μια απειλητική πολιτική δυσαρμονία

(Μέρος Β΄: Η προϊούσα απονομιμοποίηση

της ηγεσίας των Βρυξελλών)

Ξεκινώντας το Β΄ μέρος αυτών των αναλύσεων επιστρέφουμε στην εισαγωγή μας (Α΄ μέρος) και την αποχώρηση της Άγγελα Μέρκελ από την προσωπική «φυσική» ηγεσία της στην ΕΕ. Πρόκειται για μια αποχώρηση που, εκτός από τον αναμενόμενο κλονισμό που λογικά προκύπτει όποτε απέρχεται μια έμπειρη ηγεσία από το προσκήνιο, κληροδοτεί στην ΕΕ ένα επί πλέον αρνητικο στοιχείο:  μια μερκελική γενιά ηγεσίας των Βρυξελλών προφανώς χαμηλότερου επιπέδου από τις απαιτήσεις των κρίσιμων περιστάσεων. Η απερχόμενη καγκελάριος, επίσης, μπορεί να θεωρείται (και κατά μία πολιτική οπτική να ήταν) «καλή» ηγεσία για τη χώρα της και την ενωμένη Ευρώπη (προσαρμοσμένη φυσικά στις γραμμές της συντηρητικής πολιτικής προέλευσής της από τους γερμανούς χριστιανοδημοκράτες), η ίδια, όμως, ελέγχεται σοβαρά για το σε ποιό βαθμό πέτυχε να αντιμετωπίσει τις τάσεις ρευστοποίησης της ΕΕ και να αναχαιτίσει εντεινόμενες σκεπτικιστικές διαθέσεις κατά της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Επίσης, αναμφίβολα το εν πολλοίς «μικρού» πολιτικού σκοπού και εξυπηρέτησης παραταξιακών και μόνο στόχων φλερτ με ακροδεξιές πολιτικές (προσφυγικό, ρεβανσιστικές αναφορές αντικομμουνιστικής κοπής κ.λπ.), που η Άγγελα Μέρκελ επέτρεψε να ξεδιπλωθεί στην Ευρώπη και την ίδια τη Γερμανία, ένα φλερτ που οι  ευκαιριακές και οππορτουνιστικές ακροδεξιές δυνάμεις εκμεταλλεύτηκαν για να εδραιώσουν την πολιτική παρουσία τους στην ήπειρο και να αποκτήσουν πρόσβαση ακόμη και σε κυβερνητικούς θώκους, αμαυρώνει την περίοδο ηγεμονίας της στην Ευρώπη. Κοντά σ’ αυτό -και δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ- άνθισε το φαινόμενο ενίσχυσης των νεοφαστικών και νεοναζιστικών μορφωμάτων. 

Επί πλέον, η απερχόμενη καγκελάριος μπορεί από πολλούς να θεωρείται επιτυχημένη, αποδεικνύεται όμως αλλεπαλλήλως ατυχήσασα στις επιλογές της για τα πρόσωπα επιλογής της να την διαδεχτούν στη Γερμανία. Τα περιστατικά Κραμπ-Καρενμπάουερ και η εκλογική ήττα Λάσετ αποδεικνύουν του λόγου το ασφαλές. Και δυστυχώς αντιστοίχως ατυχές πρόωρα τείνει να καταστεί το δίδυμο των Βρυξελλών, Σαρλ Μισέλ-Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε περίοδο που η ΕΕ θα χρειαζόταν «ατσάλινη» ηγεσία για να αντιπαρέλθει τις δυσκολίες. Από κοντά, μια ομάδα στελεχών δεύτερου επιπέδου (Σχοινάς, Ρέγκλινγκ κ.λπ.) σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να καλύψει τα ήδη σοβαρά κενά.

Η απουσία εμπνευσμένης ευρωπαϊκής ηγεσίας στις παρούσες συνθήκες έντονης κινητικότητας και εγκάρσιων ανατροπών στους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων, αρχίζει να «φαίνεται» πολύ στη διεθνή σκηνή. Τούτο το στοιχείο είναι μία ακόμη «κληρονομιά» -ως μοντέλο διαχείρισης της πολυπλοκότητας της ΕΕ- που η Άγγελα Μέρκελ αφήνει στα «παιδιά» της στις Βρυξέλλες. Έτσι η σημερινή μερκελική ηγεσία της κομισιόν (αν και το CDU έχει ηττηθεί στη Γερμανία), δείχνει να ζει με την πολιτική φαντασίωση ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι συνθήκες που επέτρεπαν στην απερχόμενη καγκελάριο όταν μεσουρανούσε όλα να τα χειρίζεται με τους αργούς ρυθμούς της βεβαιότητας, που χάριζε η πεποίθηση του «πες-πες, όλο και κάπου θα καταλήξουμε». (Ένα μοντέλο διαχείρισης των αντιθέσεων εντός της ΕΕ, που επιχειρήθηκε να εμφανιστεί ως δήθεν «το πλεονέκτημα διαλόγου που κάνει τη διαφορά» σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και τη δύση, γενικότερα, ενώ είναι μία σοβαρή μειονεξία για τον διεθνή ρόλο που επιζητεί το απαράτους των Βρυξελλών).

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της μειονεξίας είναι το Ταμείο Ανάκαμψης λόγω πανδημίας. Δηλαδή, η έκτακτη οικονομική παρέμβαση στην ζώνη του ευρώ για να ανακοπούν και ει δυνατό να αναχαιτιστούν οι υφεσιακές συνέπειες των λοκντάουν, που επισημοποιήθηκε ως απόφαση γενικής απόδοχής της ΕΕ περίπου 6 μήνες πιο αργά από τις άλλες χώρες της δύσης και ενώ ακόμη και σήμερα οι εκταμιεύσεις προς τις χώρες-μέλη από το Ταμείο Ανάκαμψης γίνονται με το σταγονόμετρο. Αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης -ή, στην καλύτερη περίπτωση, καθυστερημένης- ρευστότητας, που στις συνθήκες των λοκντάουν είναι πραγματικό οξυγόνο για τις οικονομίες, είναι οι χώρες-μέλη να στραφούν σε αυξημένο εξωτερικό δανεισμό με δυσμενή επίπτωση τον νέο κύκλο διεύρυνσης του χρέους (αποφεύγοντας για μια αφορά ακόμη το κόψιμο πληθωριστικού ευρώ ως κύριο όπλο, δηλαδή παρκάμπτοντας την κλασσική κεϋνσιανή συνταγή για την αντιμετώπιση των υφέσεων, ανεξάρτητα από τον λόγο που οι υφέσεις αυτές εκδηλώνονται στον καπιταλισμό). Αν, όμως, για τις πλούσιες χώρες της ΕΕ τέτοια αύξηση του χρέους είναι διαχειρίσιμη σε βάθος χρόνου και δεν ανησυχεί, στις χώρες-μέλη του νότου είναι πολύ σοβαρή επιβάρυνση, που μεταθέτει περίπου 20 χρόνια πιο αργά την «επανόρθωση» από την άστοχη οικονομική πολιτική των σκληρών δημοσιονομικών περιορισμών και των μνημονίων, που ευθύνονται για τον βαθύτατο νοτιο-ευρωπαϊκό υφεσιακό κύκλο 2010-2019.

Με τα σημερινά δεδομένα και πρόσφατη τη μνημονιακή αφροσύνη μοιάζει κακόγουστη φάρσα για τις περισσότερες οικονομίες της ΕΕ του νότου, ότι η επίκληση του υπερβολικού χρέους υπήρξε ακριβώς τη δεκαετία του 2010 το βασικό επιχείρημα δικαιολόγησης των σκληρών δημοσιονομικών περιορισμών και των μνημονίων και με διακηρυγμένο σκοπό τη μείωση του χρέους εξάπαντος, ενώ σήμερα η επιζήτηση της απολύτως αναγκαίας αυξημένης ρευστότητας οδηγεί στην προσφυγή σε μέσα που αυξάνουν ραγδαία τη συσσώρευση χρέους! Η αντίφαση είναι κραυγαλέα και δεν «διασκεδάζεται» από την κοινότυπη δικαιολογία ότι «έχουν αλλάξει οι συνθήκες», αφού ο πυρήνας των προβλημάτων παραμένει απαράλλαχτος και δεν είναι άλλος από το ότι πρόκειται για τις συνέπειες μιας κυκλικής κρίσης, που το βάθος της, όμως, έχει εξελιχτεί πια σε μια δομική ανεπάρκεια του σύγχρονου καπιταλιστικού μοντέλου με ημιμόνιμο χαρακτήρα στην Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση, απολύτως αντικρουόμενες οικονομικές πολιτικές να αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη και μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, αποκαλύπτουν δύο πράγματα:

- την αδυναμία της ΕΕ να διαμορφώσει στιβαρή, σοβαρή (και όχι ανοήτων τιμωρητικών κινήτρων, κυρίως από μεριάς του γερμανικού πατερναλισμού), αλλά και αποτελεσματική οικονομική πολιτική για τον 21ο αιώνα (υπό το βάρος ιδίως των ιδιαιτεροτήτων της Κλιματικής Αλλαγής και άλλων ιδιαζόντων στοιχείων της «ιστορικότητας» που χαρακτηρίζει την περίοδο που διάγουμε), και

- το πόσο άστοχη και σε αντίθετη κατεύθυνση από την επιβεβλημένη πορεία ήταν η οικονομική πολιτική στην ευρωζώνη τη δεκαετία του 2010.       

Η «πολυτελής», με τα σημερινά παγκόσμια δεδομένα, αίσθηση στην ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ ότι προσφέρεται επάρκεια πολιτικού χρόνου για να διεξαχθεί η αργόσυρτη διαδικασία διαβούλευσης προς ομογενοποίηση απόψεων εντός της ΕΕ, στα χνάρια του μοντέλου ηγεσίας της Μέρκελ, όπως εκδηλώθηκε προφανώς στην περίπτωση του Ταμείου Ανάκαμψης, είναι απόδειξη της απόστασης που διατηρεί η σημερινή ευρωπαϊκή ελίτ από τις πραγματικότητες και τις ανάγκες των καιρών μας. 

Ας δούμε, όμως, με όρους οικονομικής πολιτικής, γιατί κατά τη δεκαετία του 2010 καταγράφτηκε τόση επιμονή στις λάθος πολιτικές εντός της ΕΕ.

α. Ο πρώτος λόγος γι’ αυτό είναι «πολιτικός» και αφορά στην προϊούσα μεγάλη κλιμάκωση του φαινομένου άνισης συσσώρευσης πόρων προς όφελος των χωρών του ευρωπαϊκού  βορρά, που σε επίπεδο πολιτικών  αποφάσεων -και επί ηγεμονίας της Άγγελας Μέρκελ- αντί να ενεργοποιήσει τα ανακλαστικά επανόρθωσης πορείας για να διατηρηθεί η συνοχή, οδήγησε στην επιλογή αποτύπωσης της οικονομικής υπεροχής των πλουσίων χωρών-μελών και στο επίπεδο ενίσχυσης του πολιτικού βάρους τους στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων στην ΕΕ. Τα θεμέλια των αιτίων του ευρωσκεπτικσμού, που εκδηλώθηκε στη συνέχεια, κατά μεγάλο μέρος οφείλονται στον κλονισμό πολιτικής συνοχής που προκάλεσε αυτή ακριβώς η άνιση συσωρευση πόρων προς όφελος των χωρών του ευρωπαϊκού  βορρά. (Και είναι εδώ το κατάλληλο σημείο να υπογραμμιστεί ότι η εξέλιξη αυτή δικαιώνει τις επιφυλάξεις όσων μετά την εγκατάλειψη της προσπάθειας για ένα ευρωπαϊκό σύνταγμα υπό τον συντονισμό του Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν προειδοποιούσαν ότι η προαγωγή του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού δεν μπορεί να ευδοκιμήσει με μόνο συνεκτικό στοιχείο την οικονομία και το ενιαίο νόμισμα, και ότι για να προχωρήσει αποτελεσματικά η ενοποίηση είναι εκ των ουν άνευ ανάγκη η προώθηση της σύγκλισης στο πολιτικό επίπεδο).           

β. Ο δεύτερος λόγος γι’ αυτό (και όπως εξηγήθηκε στο προηγούμενο Α΄ μέρος αυτών των αναλύσεων, με τη σύγκλιση ευρωπαϊκής συντήρησης και σοσιαλδημοκρατών σε μια ενιαία «σούπα» πολιτικής) είναι ότι από νωρίτερα η ευρωζώνη, στο πλαίσιο της ΟΝΕ και των περιορισμών της συνθήκης του Μάαστριχτ, είχε εισέλθει σε μια περίοδο περιοριστικών νεο-μονεταρισμών, με ταυτόχρονη όμως αυτοεξαίρεση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού από τα κλασσικά κεϋνσιανά μέτρα-λύσεις αναχαίτισης των κυκλικών κρίσεων (κυρίως το κόψιμο πληθωριστικού χρήματος για την ενίσχυση της ζήτησης).       

Σήμερα γνωρίζουμε ότι όταν η ΕΕ (δηλαδή περίπου κατά τη διετία 2008-2010) αποφασίζει να σταματήσει τον αφειδή δανεισμό κυρίως για πόρους που κατευθύνονται προς τα μεσο-κατώτερα στρώματα, εξαγοράζοντας ανοχή και πολιτικό χρόνο αποφυγής κλονισμού της συνοχής την οποία απειλεί η υποφώσκουσα κρίση (όρα στο προηγούμενο Α΄ μέρος), και το έκανε η ΕΕ αυτό ως τότε μέσω του ενιαίου νομίσματος ενώ ο συσσωρευόμενος πλούτος των πλουσίων ενισχύεται, (με συμβολικό σημείο γι’ αυτην την αλλαγή οικονομικής πολιτικής το περίφημο the party’s over του Ζακ Κλοντ Γιούνκερ), ήταν ήδη αργά για να αποτρεπεί το ξέσπασμα και το βάθος της κρίσης 2010-2019!

Για τις περιοριστικές οικονομικές πολιτικές 2010-2019, επίσης, γνωρίζουμε σήμερα ότι υπήρξαν ατυχέστατες σε ό,τι αφορά το ισοζύγιο ανάμεσα στις υφεσιακές συνέπειες της λιτότητας και το όφελος από την επιβολή της. Το σημείο αυτό έχουν αναγνωρίσει -με καθυστέρηση βέβαια- όλοι σχεδόν οι «ήρωες» της περιόδου 2010-2019 συμπεριλαμβανόμενης και της απερχόμενης γερμανίδας καγκελαρίου, αν και με άλλη λεκτική απ’ ό,τι οι διαπιστώσεις οικονομικών αναλυτών και διεθνών οικονομικών οργανισμών. Ο χειρισμός της ελληνικής κρίσης χρέους, παραμένει ωστόσο -και νομίζω πως έτσι θα καταγραφεί τελικά στην καταγραφή του ιστορικού χρόνου- ως σοβαρή απόδειξη της επίμονης άρνησης της ελίτ των Βρυξελλών να αναστείλει τις επιλογές που επέτειναν (και με διατηρήσιμες και ως σήμερα επιπτώσεις σε βάρος της συνοχής του ενοποιητικού εγχειρήματος) την άνιση συσσώρευση  πλεονασμάτων υπέρ του πλούσιου ευρωπαϊκού βορρά και την ανοχή απέναντι στη ατζέντα των ενδεχόμενων -exit (Grexit, Italexit κ.λπ.) που τελικά επιβεβαιώθηκαν τραυματικά με το Brexit και διαιωνίζονται ως σήμερα με τα Polexit και Hungexit, με διευρυμένη ευρωσκεπτικιστική ημερήσια διάταξη. Και, μάλιστα, μια ατζέντα των -exit, με δήθεν εξυγιαντικές προθέσεις ως λόγο για την υιοθέτησή της, ενώ σήμερα είναι παγκοίνως αναγνωρισμένο ότι απέβλεπε στη διάσωση ως κόρη οφθαλμού των υπερ-πλεονασμάτων προς όφελος των πλουσίων χωρών  του ευρωπαϊκού βορρά και της υπερ-συσσώρευσης πλούτου προς όφελος των εύπορων κοινωνικών  ομαδων της ΕΕ).

Στο ίδιο σημείο, η επίμονη άρνηση της κομισιόν και των λοιπών οργάνων της ΕΕ (eurogroup, ESΜ. κ.λπ.) να κατανοήσουν την εξυγιαντική σημασία των διαγραφών χρέους (και αλληλοδιαγραφών χρέους μεταξύ χωρών-μελών) από διακρατικούς δανεισμούς, ως βάσης για την επιβίωση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, διατηρεί και σήμερα την ευρωζώνη πιασμένη στο δόκανο του συμφώνου σταθερότητας. Και τούτο, παρά τις επί σχεδόν μία δεκαετία ήδη προτροπές των δομικών οργάνων του μεταπολεμικού καπιταλισμού (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ κ.λπ) ότι θα έπρεπε να προχωρούσε η ευρωζώνη σε ουσιαστικές απομειώσεις του χρέους. Πρόκειται για αδιανόητη εμμονή στο σφάλμα (με λίαν καταστροφικές συνέπειες, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια), που μόνη εξήγηση για την εκδήλωσή του δεν είναι άλλη από το ότι η ελίτ των Βρυξελλών ενήργησε και εδώ με μόνο κίνητρο να διαφυλάξει τον υπερ-συσσωρευμένο πλούτο των πλουσίων, αλλά και να μην καταγράψουν απώλειες οι τράπεζες (κυρίως οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της εύπορης βόρειας Ευρώπης), που εν τω μεταξύ ειχαν «ορμήξει στο «ψητό» του «αποταμιευτικού» δανεισμού, με καθαρά κερδοσκοπικά κίνητρα και σε αντίθετη κατεύθυνση από το εξυγιαντικό σοκ που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός. Δεν υπάρχει ισχυρότερη απόδειξη επιβεβαίωσης της παραπάνω διαπίστωσης από την μεταχείριση προς αποσιώπηση που σύσσωμη η ηγεσία των Βρυξελλών επιφύλαξε στις αλλεπάλληλες «λίστες διαφθοράς» (λίστα Λαγκαρντ κ.λπ.) που εμφανίστηκαν στις ρωγμές αυτής της κερδοσκοπικής ομερτά, αποσκοπώντας αναμφίβολα στο φίμωμα φωνών, που ακόμη και από τη ματιά ενός καπιταλιστή αναδείκνυαν την κρίση στον πυρήνα των αιτίων της, ευελπιστώντας στη διάσωση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού.     

Ακόμη και σήμερα και υπό την επιβάρυνση των επιπτώσεων της πανδημίας πρέπει να γίνει κατανοητό ότι σε μεγάλο μέρος οι πληθωριστικές πιέσεις που καταγράφονται στην ευρωζώνη, είναι απόρροια  της απότομης μετάβασης σε αυξημένες ρευστότητες (υπό τη δικαιολογία της πανδημικής υφεσιακής τάσης). Ενώ, αν ήδη από το 2010 αποφεύγονταν οι δραματικά περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές και επιλεγόταν σχεδιασμένη σε βάθος δεκαετίας στήριξη των μεσο-κατώτερων στρωμάτων και ήπια εισοδηματική πολιτική αναδιανομής του πλούτου από τα πλούσια βαλάντια προς τα κάτω, το σημερινό σοκ ρευστότητας ελέω πανδημίας δεν θα αθροιζόταν σωρευτικά και μέσα σε λίγους μήνες στην τροφοδότηση του πληθωρισμού. Ταυτόχρονα, θα αποφορτιζόταν σημαντικά το κοινωνικό υπόστρωμα που έθρεψε τον ευρωσκεπτικισμό. Η διαφορά σήμερα του πληθωρισμού της ευρωζώνης σε σύγκριση με το αντίστοιχο φαινόμενο στην υπόλοιπη δύση ακριβώς είναι ότι εδώ οι πληθωριστικές πιέσεις συνδέονται αιτιωδώς με τη δομική κρίση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και η πανδημική συγκυρία επιτείνει το πρόβλημα, ενώ στην υπόλοιπη ζώνη του διεθνούς καπιταλισμού συμβαίνει το αντίστροφο: η πανδημική συγκυρία (και κάποιες άλλες αιτίες, π.χ. η έλλειψη πρώτων υλών) είναι το βασικό αίτιο των πληθωριστικών πιέσεων και οι δομικές αδυναμίες του κυρίαρχου καπιταλιστικού μοντέλου παίζουν δευτερεύοντα ρόλο. Έτσι εξηγείται γιατί στον υπόλοιπο κόσμο η πρόβλεψη περί παροδικότητας των πληθωριστικών πιέσεων είναι ρεαλιστική, ενώ στην ευρωζώνη όχι! Και έτσι, επίσης, εξηγείται γιατί η αισιοδοξία της υπόλοιπης δύσης ότι το υφεσιακό φαινόμενο (λόγω πανδημίας και, φυσικά, ανάλογα με την εξέλιξη των υγειονομικών παραμέτρων της υπόθεσης) θα είναι ένα παροδικό σύμπτωμα, ενώ στην ευρωζώνη  -αντιθέτως- δύσκολα και σε βάθος χρόνου θα απελευθερωθούμε από τις συνέπειές του, με εμπεδωμένα σε μας στοιχεία το χρέος, την προφανή δυσαρμονία κατανομής του πλούτου, τα υπερ-πλεονάσματα του ευρωπαϊκού βορρά και την απρόθυμη ηγεσία των Βρυξελλών να χτυπήσει το κακό τη ρίζα του.  

Κλείνω το παρόν Β΄ μέρος αυτών των αναλύσεων με μία επίσης κρίσιμη αβλεψία της σημερινής ηγεσίας των Βρυξελλών, που επισσωρεύεται στη σειρά σοβαρών λαθών που προανέφερα. Πρόκειται για την επιλογή να συνδεθεί οργανικά το έκτακτης σκοπιμότητας Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ λόγω της πανδημίας με τον μεσοπρόθεσμης συγκρότησης ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2021-’27. Δηλαδή, η ανάμιξη δύο διαφορετικών σκοπών οικονομικές παρεμβάσεις,  σ’ έναν ενιαίο οικονομικό προγραμματισμό.

Είτε για λόγους αδυναμίας της μερκελικής ηγεσίας των Βρυξελλών να προωθήσει έναν προϋπολογισμό με θέα στο μέλλον και την ανάγκη θεμελιακής ανατοποθέτησης του ευρωπαϊκού καπιταλισμού σε υγιείς βάσεις, είτε επειδή και πάλι οι πλούσιες χώρες του βορρά της Ευρώπης «τρέμουν» την αναγκαία διαδικασία ανακατανομής του πλούτου από πάνω προς τα κάτω την επόμενη περίοδο, ως απαραίτητου όρου αποκατάστασης της κοινωνικής συνοχής στην ΕΕ και άρα προϋπόθεσης για παραγωγική προαγωγή του ενοποιητικού σκοπού, το κακό έχει γίνει και οι συνέπειες του ήδη επιδρούν αρνητικά. (Γνώμη μου είναι πως στην περίπτωση αυτή συντρέχουν και τα δύο κακά). Ένα χαρατηριστικότατο παράδειγμα των συνεπειών (και) αυτού του καίριου ολισθήματος της ελίτ των Βρυξελλών είναι ότι οι έκτακες οικονομικές παρεμβάσεις για την προαγωγή στρατηγικών στόχων (όπως η απόκρουση των επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής και η ανάγκη ενός νέου καταναλωτικού μοντέλου, ή ο ανασχεδιασμός των συλλογικών κοινωνικών λειτουργιών με στήριξη στην πληροφορική), προσλαμβάνονται από τις οικονομίες των χωρών-μελών ως μέρος μιας προσπάθειας αναχαίτισης των συνεπειών της πανδημίας (άρα και η προσδοκία χρόνου απόσβεσης των όποιων γενόμενων επενδύσεων αφορά σε σύντομο χρόνο), ενώ πρόκειται για επενδύσεις στρατηγικού χαρακτήρα αποσβεστέων σε βάθος χρόνου. Έτσι, οι αρνητικές συνέπειες καταγράφονται και στα δύο πεδία: από τη μία παραπλανάται  η παραγωγική οικονομία σε ό,τι αφορά τον δυνητικό χρόνο απόδοσης μιας επένδυσης, από την άλλη υπαρξιακά ζητήματα της ανθρωπότητας εκ των πραγμάτων επιδεχόμενα μακροπόθεσμους χειρισμούς γίνονται αντιληπτά ως παρεμβάσεις επί της οικονομικής συγκυρίας ελέω πανδημίας.

Αυτές είναι (σε μια σύντομη παράθεση, με διαθέσιμες τεκμηριώσεις όλων των πιο των ισχυρισμών μου να περισσεύουν) οι μεγάλες αστοχίες της ευρωπαϊκής ελίτ (πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής -πάντα επιμένω σε τούτο το τελευταίο στοιχείο του συστήματος εξουσίας, που σήμερα στην ΕΕ κλονίζεται συθέμελα), για τις οποίες οφείλεται στους ευρωπαίους πολίτες μία απολογία και -κυρίως- μια αποχώρηση αυτής της ηγετικής ομάδας από το προσκήνιο το ταχύτερο δυνατό. Δεν μπορεί με τις ακραία συντηρητικές ανοησίες περί «ευρωπαϊκού τρόπου ζωής» και άλλες τέτοιες πολιτικές γραφικότητες, σαν πολιτικά καθρεφτάκια προς τους ευρωπαίους πολίτες, να εκτίθεται σε τόσο προφανή και σοβαρό κίνδυνο το ενοποιητικό εγχείρημα!  

Άλλωστε, τούτη η ευρωπαϊκή νομενκλατούρα φαίνεται να έχει απομείνει ο τελευταίος στην Ευρώπη συλλογικός θεσμός που να μην κατανοεί ότι η ολοφάνερα αναγκαία αναδιανομή πλούτου (που εκ των πραγμάτων συνεπάγεται και αναδιανομή πόρων του μερίσματος μέσω του λεγόμενου «ευρωπαϊκού κεκτημένου», από τις χώρες-μέλη του ευρωπαϊκού βορρά προς όφελος των χωρών-μελών του νότου), είτε θα γίνει πραγματικότητα, είτε η η ΕΕ θα κινδυνεύσει σοβαρά με διάλυση.

 _________________________________

(Στο επόμενο Γ΄ μέρος: Μπορεί, και πώς, να αλλάξει η ΕΕ;)