24 Νοε. 2021

H EE μετά τη Μέρκελ (3)

Κομισιόν-ευρωπαίοι πολίτες:

Μια απειλητική πολιτική δυσαρμονία

(Μέρος Γ΄-τελευταίο: Μπορεί, και πώς, να αλλάξει η ΕΕ;)

Στα προηγούμενα μέρη Α΄ και Β΄ παρατέθηκε μια εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία για το πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο έχει αχθεί η ΕΕ. Φυσικά όταν διασπιστώνεται  αδιέξοδο τέτοιου βάθους στον οποιονδήποτε νοήμονα οργανισμό, η φυσική και λογική αντίδραση είναι να επιζητείται μια πορεία αποτροπής των διαλυτικών φαινομένων που έχουν παραχθεί και να εγκαταλείπονται το ταχύτερο δυνατόν όλα εκείνα στα στοιχεία, τα οποία έχουν διαγνωστεί ως τα αίτια του προβλήματος. 

Στην περίπτωση της ΕΕ σημειώνεται το ιστορικά αξιοπαρατήρητο φαινόμενο καταγραφής μιας εμμονικής παράτασης όλου εκείνου του ευρέως φάσματος επιλογών που δημιούργησαν την κρίση και κατέληξαν στο σημερινό αδιέξοδο. Τα πολιτικά αίτια γι’ αυτή τη σαφή συλλογική υπεκφυγή από μεριάς της ηγεσίας της ΕΕ είναι πολιτικά και συνοψίζονται σε 2 βασικά σημεία:

1. Την απόπειρα υποβάθμισης ή και αποσιώπησης τόσο των σημερινών προβλημάτων αυτών καθ’ αυτών όσο και των αιτίων που τα παράγουν, για να αποφευχθεί η διαδικασία πολιτικών καταλογισμών σε βάρος όσων ευθύνονται για όλ’ αυτά (όρα προηγούμενα μέρη Α΄ και Β΄ αυτών των αναλύσεων), και

2. Την προσπάθεια δραπέτευσης από την υποχρέωση λήψης των αναγκαίων πολιτικών αποφάσεων, που θα (μπορούσαν να) ανασχέσουν τα διαλυτικά φαινόμενα (για όποιο πολιτικό λόγο έχει αυτό καταστεί το μείζον πρόβλημα της ΕΕ).

(σ.σ.: Υπάρχει και ένας τρίτο σημείο εδώ: Το κίνητρο διαφύλαξης του στενά προσωπικού συμφέροντος των μελών της ελίτ των Βρυξελλών, ως βάσης για τη λήψη των αποφάσεων της ΕΕ. Αλλ’ αυτό, ας το αφήσουμε για αργότερα...) 

Η αποδεδειγμένη απροθυμία της ΕΕ (ή αδυναμία, ενδεχομένως) να σταματήσει ό,τι την οδήγησε στο σημερινό αποδομητικό της συνοχής της φαινόμενο, δεν μπορεί να ερμηνευτει με άλλο τρόπο, ει μη μόνο κατανοώντας το ως δομική «αναισθησία» καταγραφής των όσων βλάπτουν και αποσταθεροποιούν την διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης, ώστε να εξάγονταν τα αναγκαία συμπεράσματα και να επιλέγονταν οι επιβεβλημένες  αλλαγές πορείας. Τέτοια «αναισθησία» στους οργανισμούς είναι κλασσικό σύμπτωμα σηπτικών ενδείξεων. Κοντολογίς, στην ΕΕ είμαστε πολύ κοντά στην κατάσταση όπου πλέον ό,τι λαμβάνει χώρα δεν θα είναι αποτέλεσμα μιας κρίσης του συλλογικού ευρωπαϊκού οικοδομήματος αλλά απόρροια μιας ευρύτατης θεσμικής σήψης.           

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι οι όποιες αλλαγές (όλες μικρού βεληνεκούς) είτε έχουν αποφασιστεί τελευταία στην ΕΕ είτε πολιτικά δρομολογούνται, κυρίως παρουσιάζονται ως συνέπεια της πανδημίας και ελάχιστα ως κινήσεις συνειδητής απεμπλοκής στρατηγικού χαρακτήρα από τις αιτίες που έχουν παράγει τα σημερινά πρόβληματα. Οι ίδιες οι ευρωπαϊκές ηγεσίες και φυσικά και η ελίτ των Βρυξελλών με τη στάση τους συμβάλλουν σ’ αυτήν την «εξαπάτηση» κατανόησης και καταγραφής της ρίζας του κακού στη σημερινή ΕΕ, προσποιούμενες ότι όλα οφείλονται στην πανδημία και τίποτα από την ως σήμερα διαδρομή της ευρωπαϊκής ενοποίησης την τελευταία 20ετία δεν εμπεριέχεται στον πυρήνα των αιτίων που έχουν οδηγήσει στην παρούσα πορεία θεσμικής αποδόμησης. Είναι, μάλιστα, επικυρωτικό στοιχείο της εδώ και καμιά 15ετία τώρα σηπτικής κατάπτωσης της ΕΕ ότι η πανδημία θεωρήθηκε από μεριάς της ευρωπαϊκής ηγεσίας ως «ευκαιρία» να αποδοθούν όλες οι δυσλειτουργίες και τα διαλυτικά φαινόμενα στο υγειονομικό απρόσμενο δεδομένο, παρ’ ό,τι τα προβλήματα ανάγονται σε βάθος χρόνου και σε διαγνωσμένες προγενέστερες αιτίες, πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές.      

Ένα ενδεικτικό στοιχείο της αφασίας που κυριαρχεί στις Βρυξέλλες ενώ τα «καμπανάκια» χτυπούν ηχηρά εδώ και χρόνια, είναι ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνεται ο ευρωπαϊκός νότος από μεριάς της ελίτ της ΕΕ, αν και η περιοχή αυτή ορίζεται ως αναπόσπαστο και μεγάλου ειδικού βάρους προστιθέμενο στοιχείο του όλου ενοποιητικού ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Συγκεκριμένα, η μεγάλη επιβάρυνση του νότου σήμερα στο προσφυγικό (αλλά και τούτο ως σειρά μιας αλληλουχίας αλληλοσυνδεόμενων και αλληλεξαρτώμενων γεγονότων γεωπολιτικής φύσης τα τελευταία χρόνια στην περιοχή της Μεσογείου και με έμφαση στην ανατολική Μεσόγειο), δεν καταγράφεται στις Βρυξέλλες από την ηγεσία της ΕΕ ως συνολικό ευρωπαϊκό πρόβλημα, αλλά μάλλον ως τοπική ιδιαιτερότητα, και υπαινικτικά, μάλιστα, και με έμμεσες παραπομπές και ως αποτέλεσμα κάποιας απροσδιόριστης ευθύνης των χωρών του ευρωπαϊκού νότου.

Όπως και να ’ναι, η ευρωπαϊκή ηγεσία δείχνει να καταλαβαίνει και να αντιδρά στο προσφυγικό ως ένα πρόβλημα ανθρωπιστικού χαρακτήρα και όχι ως ένα καίριο συστατικό μέρος της σημερινής διεθνούς συγκυρίας, λες και οι αστοχίες των ευρωπαϊκών  παρεμβάσεων στη Συρία και ευρύτερα στη ζώνη της λεγόμενης «αραβικής άνοιξης» δεν υπήρξαν θεμελιώδεις αιτίες για την εκδήλωση των μαζικών προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων προς την Ευρώπη. Έτσι, στις Βρυξέλλες  θεωρούν και δρουν αντίστοιχα στο πεδίο καταγραφής του προσφυγικού/μεταναστευτικού στη Μεσόγειο, με παρεμβάσεις στήριξης των χωρών του νότου με «ανθρωπιστική» βοήθεια, δηλαδή με τη συμβολή ενός «άσχετου» -και όχι με την συμμετοχή ενός βαθύτατα εμπλεκόμενου- παράγοντα. Αυτή η αποχή της ευρωπαϊκής ελίτ από την αδήριτη υποχρέωσή της να εμπλακεί στο θέμα πρωτογενώς, και όχι δευτερογενώς (δηλαδή, προσποιούμενη ότι σχετίζεται με το προσφυγικό/μεταναστευτικό αποκλειστικά και μόνο ως περιοχή «δεύτερης υποδοχής»), ενώ όλοι καταλαβαίνουν ότι το βασικό κίνητρο ανάμιξής της είναι να ανασχεθούν τα ρεύματα κίνησης πληθυσμών προς την κεντρική Ευρώπη, ακόμη κι αν για να γίνει αυτό εφικτό συμβάλλει η ίδια στην παγίδευση περισσότερων ανθρώπων στον ευρωπαϊκό νότο, αποδεικνύει την αλήθεια.

Το σημείο αυτό είναι καίριο, διότι αποκαλύπτει συμβολικά αλλά και επί του πραγματικού, γιατί η σημερινή ηγεσία της ΕΕ δεν μπορεί να θεωρείται και να νομιμοποιείται ως επαρκής ηγεσία εκπροσώπησης του συνόλου των χωρών-μελών. (Τουλάχιστον ο ευρωπαϊκός νότος δεν μπορεί εδώ να αντιλαμβάνεται την κομισιόν ως ηγέτιδα θεσμική αντιπροσώπευσή του στις Βρυξέλλες, στο μέτρο που με τη σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική στο προσφυγικό/μεταναστευτικό υπηρετούνται ανάγκες μόνο του ευρωπαϊκού βορρά). Τυπικά και ουσιαστικά ο  ρόλος της ηγεσίας της ΕΕ στο σημείο αυτό, όπως ο ρόλος αυτός θεσμοθετείται στις ευρωπαϊκές συνθήκες, θα ήταν να ασκηθούν ασφυκτικές πιέσεις στις χώρες-μέλη της κεντρικής Ευρώπης να συναινέσουν στην αναλογική κατανομή των ανθρώπων που φτάνουν στις ευρωπαϊκές ακτές. Κάτι τέτοιο θα ανταποκρινόταν ουσιαστικά στις προσδοκίες για μια «παρέμβαση αρχών» της ΕΕ, αντί για τη σημερινή εξευτελιστική εικόνα. Και θα ήταν αυτός ο επιβεβλημένος ρόλος της ελίτ των Βρυξελλών, αφού από τις χώρες-μέλη της κεντρικής Ευρωπης -στον αντίποδα και υπό τη συγκυρία ηγεμονίας μιας σκληρής συντηρητικής πολιτικής στην περιοχή- θα ήταν αναμενόμενες αντιπροσφυγικές πολιτικές συγκεκαλυμμένου ρατσιστικού προσήμου.       

Αντί γι’ αυτό, οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου εισπράττουν από την κομισιόν νουθεσίες για το πώς να χειριζόμαστε το προσφυγικό/μεταναστευτικό ως χώρες «πρώτης υποδοχής» και μαζί αφ’ υψηλού ανθρωπιστικές «βοήθειες» στο στυλ «ισχυρών προς αδυνάμους». Κι όλ’ αυτά, ενώ ιστορικά και με στοιχειώδη ρεαλισμό ανάγνωσης των εξελίξεων, είναι η Ευρώπη ως γεωπολιτική υπερεθνική οντότητα και ιδίως μάλιστα οι χώρες του πλούσιου βορρά η περιοχή «πρώτου προορισμού», τουλάχιστον ως προς τα αίτια που συγκροτούν την εκρηκτική εντατικοποίηση του προσφυγικού/μεταναστευτικού φαινομένου στην περιοχή μας την τελευταία δεκαετία. Αν η σημερινή ηγεσία της ΕΕ δεν αντιλαμβάνεται την εκρηκτική αποδομητική ύλη που συσσωρεύεται συν τω χρόνω εδώ στο μαλακό υπογάστριο της ΕΕ, τότε πώς να αναχαιτιστούν οι τάσεις ρευστοποίησης της;  Και αν οι Βρυξέλλες δεν δρουν εξισορροπώντας τη μικροκρατική νοοτροπία των πλούσιων χωρών-μελών του ευρωπαϊκού βορρά με παρεμβάσεις που θα αποτρέπουν τη μετατροπή της μεσογειακής ευρωπαϊκής ζώνης σε «αποθήκες ψυχών» (όπως ήδη συμβαίνει στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τη Θέουτα και τη Λαμπεντούζα), τότε για ποιά «ευρωπαϊκή συνοχή» μπορούμε να μιλάμε, χωρίς κίνδυνο διακωμώδησης των εννοιών; (Τα ανωτέρω ισχύουν παρά τις εξ ίσου μεγάλες ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας των μεσογειακών χωρών-μελών, που αρκούνται στις «ανθρωπιστικές βοήθειες». Και ισχύουν, διότι περί της ανεπάρκειας λόγω, έργω αλλά και προθέσει της σημερινής ελίτ των Βρυξελλών μιλάμε στις παρούσες αναλύσεις).

Ας δουμε μια διδακτική σύγκριση με τη Λευκορωσία και το νέο προσφυγικό/μεταναστευτικό ρεύμα, κυρίως από το Αφγανιστάν, όπου η ΕΕ και επισήμως έχει αναλάβει μεγάλο μέρος της πολιτικής ευθύνης για τις εξελίξεις στην εν λόγω χώρα της κεντρικής Ασίας. Εδώ, επειδή οι χώρες «πρώτης υποδοχής» συνορεύουν με τις χώρες «πρώτου προορισμού» των εκεί προσφύγων/μεταναστών (δηλαδή συνορεύουν με τις πλούσιες χώρες-μέλη της ΕΕ στην κεντρική Ευρώπη), οι Βρυξέλλες κινούνται ταχύτατα. Ενώ στην προσφυγική έκρηξη του 2015 (και παρά το ότι από πολλά χρόνια πριν λόγω του πολέμου στη Συρία το φαινόμενο εξελισσόταν) απαιτήθηκε πολύς χρόνος για να βρεθεί η «λύση» της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, με την παραδοσιακά φιλοτουρκική ευρωποαϊκή ματιά (και για λόγους προαγωγής των συμφερόντων του Βερολίνου) να κάνει διστακτικά λόγο για την από μεριάς της Άγκυρας προφανή «εργαλειοποίηση» των απόκληρων της σημερινής παγκόσμιας σκηνής κατά της Ελλάδας. Στη Λευκορωσία, αντίθετα, σε λίγες εβδομάδες η ρητορική (επί του πραγματικού, κατά τα άλλα) περί «εργαλειοποίησης» των προσφύγων/μεταναστών από τον Λουκασένκο (στρατηγικό, φυσικά, αντίπαλο του Βερολίνου στην περιοχή) υιοθετήθηκε αυθωρεί και παραχρήμα.

Ταυτόχρονα, μέσα σε λίγες εβδομάδες κατέπεσαν όλες οι κεντρικές πολιτικές των Βρυξελλών και οι συνοριακοί φράχτες (από αποδοκιμαζόμενο ως τώρα μέσο από μεριάς της ΕΕ και για λόγους αναγόμενους στις γενικά ορθές ευρωπαϊκές ανθρωπιστικές αρχές) όχι μόνο έγιναν ανεκτοί, αλλά ο πρόεδρος της ΕΕ, Σαρλ Μισέλ, άφησε ορθάνοιχτό το ενδεχόμενο χρηματοδότησής τους από τα ευρωπαϊκά ταμεία! Και, σημειώστε, παρακαλώ, το 2015 έφτασαν στις ελληνικές ακτές με τα επίσημα στοιχεία περίπου 850.000 άνθρωποι, ενώ σήμερα σ’ όλο το μήκος της συνοριακής γραμμής Λευκορωσίας με την Πολωνία, τη Λεττονία και τη Λιθουανία (χώρες-μέλη της ΕΕ) οι άνθρωποι που έχουν περάσει τα σύνορα δεν ξεπερνούν μερικές δεκάδες χιλιάδες. (Βεβαίως, μεταξύ των ελληνικών συνόρων προς βορρά και των συνόρων άλλων χωρών-μελών της ΕΕ μεσολαβούν οι χώρες των δυτικών Βαλκανίων, που δεν ανήκουν στην ΕΕ, και οι Βρυξέλλες είχαν ήσυχο το κεφάλι τους, ενώ με το σημερινό προσφυγικό/μεταναστευτικό ρεύμα στη Λευκορωσία ο κίνδυνος είναι άμεσος για τις χώρες της πλούσιας κεντρικής Ευρώπης, μεταξύ των άλλων με την ίδια τη Γερμανία να συνορεύει με την Πολωνία, χώρα-κύριο σημείο συσσώρευσης των τωρινών προσφύγων/μεταναστών...). Από τη συγκριτική αυτή περιγραφή της αλά καρτ προσφυγικής πολιτικής των Βρυξελλών κρατώ ένα καίριο αλλά ενδεικτικό σημείο: όταν από τους 850.000 πρόσφυγες του ρεύματος του 2015 που είχαν φτάσει στην Ελλάδα μερικές δεκάδες χιλιάδες κινήθηκαν προς τα σύνορα με τη Β. Μακεδονία (τότε πΓΔΜ) και η κυβέρνηση των Σκοπίων τότε ύψωσε φράχτη στα σύνορα μεταξύ των 2 χωρών, οι Βρυξέλλες «ποιήθηκαν την νήσσαν», απέχοντας πλήρως από κάθε υποστήριξη της χώρας-μέλους τους, έναντι χώρας μη μέλους τους! Λογικό! Εδώ σκοπός της ελίτ των Βρυξελλών ήταν να μείνουν οι πρόσφυγες του 2015 που είχαν κατακλύσει την Ελλάδα μακριά από τις άλλες-χώρες μέλη της ΕΕ, που είναι οι χώρες «πρώτου προορισμού» των προσφυγικών/μεταναστευτικών ρευμάτων.                 

(Μια αναγκαία διευκρίνιση στο σημείο αυτό: Εδώ το θέμα δεν είναι η αλληλεγγύη της ΕΕ στις χώρες-μέλη της ΕΕ στην κεντρική Ευρώπη και τη Βαλτική, που ορθώς εκδηλώνεται (αν και θα πρέπει αμέσως να μεταβληθεί σε πολιτική αναλογικής κατανομής του νεου κύματος των προσφύγων/μεταναστών μεταξύ όλων των χωρών-μελών).  Εδώ το θέμα είναι η αλά καρτ προσφυγική/μεταναστευτική πολιτική των Βρυξελλών έναντι των χωρών-μελών της και με ολοφάνερη την υποτίμηση της μεσογειακής ΕΕ (αν και περιοχή, όπως είπα, με τεράστιο συμβολικό και γεωπολιτικό βάρος για τη συνολική υπόθεση ευρωπαϊκής ενοποίησης) και σαφή προτεραιότητα στην προσπάθεια θωράκισης των πλούσιων χωρών-μελών της ΕΕ στην κεντρική Ευρώπη, από τις συνέπειες των ρευμάτων μαζικής κίνησης πληθυσμών. Νομίζω ότι οι επιπτώσεις όλων αυτών στη νοούμενη «συνοχή της ΕΕ», ως εμπεδωμένης αίσθησης των πολιτών στις χώρες-μέλη του ευρωπαϊκού νότου, είναι προφανείς και δεν χρειάζεται να επιμείνω άλλο σ’ αυτό).

Το σημερινό Γ΄ μέρος αυτών των αναλύσεων, υπενθυμίζω, αφορά στο εάν και πώς θα μπορούσε να αλλάξει η ΕΕ για να ανασχεθεί και τελικά να αποτραπεί το ενδεχόμενο βαθύτερης αποδόμησής της. Και μακρηγόρησα προηγουμένως με την αναφορά στο προσφυγικό/μεταναστευτικό και στο διαπιστωτικό μέρος εντοπισμού των αιτίων κλονισμού της ευρωπαϊκής συνοχής. Δεν μακρηγόρησα για άλλο λόγο, παρά μόνο γιατί θεωρώ ότι η αναφορά στις διαπιστώσεις επί του προβλήματος, συνιστούν και το ουσιωδώς απαντητικό μέρος στο ερώτημα του τίτλου. Επί του τελείως συγκεκριμένου, αν δεν αλλάξει η πολιτική της ΕΕ στο προσφυγικό/μεταναστευτικό έναντι των χωρών-μελών της μεσογειακής ζώνης η δυσαρέσκεια για την ελίτ των Βρυξελλών αλλά και γενικά για την προοπτική ενοποίησης θα συνεχίσει να συσσωρεύεται στον ευρωπαϊκό νότο. Και αυτό είναι ένα μόνο θέμα, με την δυσμενή σε βάρος του ευρωπαϊκού νότου συσσώρευση πόρων και δικαιωμάτων ισότιμης πρόσβασης στα κέντρα λήψης των αποφάσεων της ΕΕ να συγκροτούν ένα εκρηκτικό κλίμα.      

Επί του πυρήνα του προβλήματος τώρα!

Ένα τσιτάτο που τα λέει όλα: «Ο μόνος τρόπος για να βγούμε από το ιδεαλιστικό αδιέξοδο της λυπηρής διαπίστωσης των δυσλειτουργιών, είναι να παραδεχτούμε ότι ενεργεί εδώ μια συστηματική λογική» (Ζαν Μπωντριγιάρ, «Η καταναλωτική κοινωνία», εκδόσεις «Νησίδες», Θεσσαλονίκη, 2005).

Η «συστηματική λογική» εν προκειμένω αφορά (και η ύπαρξή της αποδεικνύεται) στην ηγεσία της ΕΕ. Μια ηγεσία με έκδηλα όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που ανιχνεύονται σε μια νομενκλατούρα της σύγχρονης ευρωπαϊκής συντήρησης. Ο ρόλος-σύμπτωμα αυτού του σκληρού μηχανισμού ενάσκησης εξουσίας (και μάλιστα εξουσίας κατ’ απονομή και όχι αιρετής), της «νομενκλατούρας της 20ετίας», σε μια Ευρώπη-σκιά, πλέον, του ισορροπημένου κοινωνικού υποδείγματος που είχε προηγηθεί, πολιτικά ορίζεται από τη συμπεριφορά του μηχανισμού αυτού, ως συντεταγμένης πια γραφειοκρατίας, που έχει ήδη εισέλθει στον αναμενόμενο σ’ αυτές τις περιπτώσεις κύκλο της αδυναμίας της να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην υπηρέτηση του σκοπού για τον οποίο εχει τοποθετηθεί στη θέση της και τη διαφύλαξη των στενών προσωπικών συμφερόντων των μελών της. Κι αυτό είναι ακόμη σύμπτωμα πολιτικής και λειτουργικής σήψης των διαδικασιών της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Θεωρώ ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα επιβεβαίωσης αυτής της λυπηρής διαπίστωσης μου, την καίρια συμβολή της ίδιας νομενκλατούρας στην πολιτισμικά αποκτηνωτική πλειοδοσία του ευρωπαϊκού καπιταλισμού για την αμειλίκτη περιβαλλοντική εκμετάλλευση και την καταναλωτική αποχαύνωση του μέσου ευρωπαίου πολίτη. Αν η ευρωπαϊκή ηγεσία όχι μόνο δεν κατάφερε να διαγνώσει προ 20ετίας κιόλας τις πρόδρομες συνέπειες της Κλιματικής Αλλαγής, αλλά και κατέστη η ίδια ατμομηχανή της καταστροφής που σήμερα βιώνεται, τότε ποιά ηγεσία πάνω σ’ αυτόν τον πλάνητη θα όφειλε και θα μπορούσε να το κάνει;            

Επιπροσθέτως, συντρέχει ένα ακόμη ιδιαίτερα αρνητικό πολιτικό δεδομένο: η ίδια η σημερινή ηγεσία των Βρυξελλών, εκπροσωπεί πλέον μια ιδεολογικοπολιτική και κομματική παράταξη που έχει εισέλθει σε φάση προϊούσας παρακμής και ήδη βρίσκεται μπροστά σ’ ένα κυοφορούμενο ρεύμα αμφισβήτησης της νομιμοποίησής της να εκπροσωπεί όλη την Ευρώπη, χωρίς να αλλαζει μάλιστα ο πυρήνας της πολιτικής που πρεσβεύει η Γερμανία και η ευρωπαϊκή συντηρητική χριστιανοδημοκρατία, όλα τα περασμένα χρόνια ηγεμονίας της Μέρκελ. (Και έχει σημασία να υπογραμμιστεί εδώ ότι η υποκατάσταση της Άγγελα Μέρκελ από έναν -σε προσωπικό, αλλά και σε επίπεδο πολιτικών όρων ανάδειξής του- αδύναμο καγκελάριο, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρείται επαρκής αντίδραση στην πολιτική απονομιμοποίηση της παρούσας ηγεσίας των Βρυξελλών. Άλλωστε, ούτε και στο πεδίο της «πραγματικής πολιτικής» διαφαίνονται κινήσεις προς τις απαραίτητες αλλαγές, για να επιχειρηθεί έστω η ανάσχεση των αιτίων κλονισμού της ευρωπαϊκής συνοχής και να ανακτηθεί μέρος έστω της εμπιστοσύνης των πολιτών της ηπείρου προς την ηγεσία της ΕΕ. Ήδη, υπό το βάρος του γεγονότος ότι η Γερμανία και η «ομάδα του ευρωπαϊκού βορρά» επιβάλλουν την οικονομική και την κοινωνική πολιτική στην ευρωζώνη, ο Όλαφ Σολτς συναινεί σε ορισμό του σκληρού νεοφιλελεύθερου επικεφαλής του FDP για το πόστο του υπουργού Οικονομικών. Για ποιά «αλλαγή πολιτικής» μπορεί λοιπόν να γίνεται λόγος;)

Επίσης, εδώ είναι το κατάλληλο σημείο για να συζητηθεί και να αποδομηθεί το γενικότερο σοσιαλδημοκρατικό μύθευμα περί του πολιτικού come back, που δήθεν θα αποκαταστήσει τα πράγματα στις ορθές βάσεις. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία σε καμιά περίπτωση δεν είναι αυτή που ήταν ως τη δεκαετία του 1990, ούτε σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο πολιτικής που πρεσβεύει, ούτε σχετικά με το πώς ή ίδια προσλαμβάνει τον πολιτικό εαυτό της ως παράταξη-φορέας των αλλαγών βάθους που απαιτούν οι περιστάσεις. Ωσαύτως, η παρουσία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας από το 1990 και μετά ως πολιτικού χώρου νομιμοποίησης των συντηρητικών οπισθοχωρήσεων από το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος και την ισορροπημένη εισοδηματική πολιτική που είχε προηγηθεί κατά την περίοδο πολιτικής ηγεμονίας της και πριν αναδειχτούν οι δεξιοί σοσιαλδημοκράτες (Μπλερ, Σρέντερ, Σημίτης κ.λπ.), δεν παραμερίζεται και δεν μπορεί  να αποσιωπηθεί.

Κυρίως, όμως, αυτό που δεν συγχωρείται στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία είναι ότι εκούσα-άκουσα υπήρξε ο βασικός πολιτικός σύμμαχος και ο χώρος πολιτικής νομιμοποίησης της καταστροφικής συντηρητικής πολιτικής στην Ευρώπη για όλη την περίοδο που ακολούθησε και ως σήμερα, μια πολιτική που οι ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες δεν εγκατέλειψαν ούτε την περασμένη δεκαετία των αδιέξοδα περιοριστικών οικονομικών πολιτικών της ΕΕ μέσω των μνημονίων της μεγάλης κρίσης. Αλήθεια θα (μπορούσε να) θεωρηθεί ρεαλιστικό  ότι αυτή η παράταξη θα (μπορούσε να) ηγηθεί και εγγυηθεί για τις αλλαγές πολιτικής που χρειαζόμαστε και που αποτελούν υπαρξιακή ανάγκη της ίδιας της ΕΕ και της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας; 

Το σημειώνω αυτό το τελευταίο σημείο, διότι αποτελεί και τον «οδηγό πολιτικής» του πώς θα μπορούσε να μετασχηματιστεί το αντιδραστικό σημερινό προσωπείο της ΕΕ και να διασωθεί το ενοποιητικό ευρωπαϊκό πρόταγμα: Χωρίς ιδεολογικοπολιτική και πολιτικά άμεση αιμοδότηση του προοδευτικού πολιτικού χώρου στην Ευρώπη από την αδογμάτιστη αριστερά, δεν είναι ρεαλιστικό να μιλάμε για αλλαγή πολιτικής της σημερινής ΕΕ! Και είναι παρήγορο (όπως και ιδιαίτερα ενδεικτικό) ότι αυτή η αιμοδότηση που συνεισφέρει η αριστερά στη χάραξη μιας ουσιώδους παρέμβασης της προοδευτικής πολιτικής παράταξης στο πλαίσιο της προσπάθειας να αλλάξει η ξεπερασμένη σημερινή ΕΕ, ήδη δοκιμάζεται υπό διάφορες εκδοχές στον ευρωπαϊκό νότο.       

Για  να αλλάξει, λοιπόν, η ΕΕ ως εσωτερικά συντεταγμένη διαδικασία, απαιτούνται:

-αλλαγή του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων και απόσυρση της ευρωπαϊκής ακραία συντηρητικής χριστιανοδημοκρατίας, από την πολιτική ηγεμονία στην ήπειρο (δηλαδή χρειάζεται συστηματική και διαρκής πολιτική διαπάλη στο τρέχον πεδίο εξελίξεων, για να προκύψουν οι επιθυμητές και αναγκαίες μεταβολές βηματισμού),

- νομιμοποίηση της ελίτ των Βρυξελλών να προχωρήσει στις επιζητούμενες κινήσεις (με φυσικά αναγκαία προς τούτο προϋπόθεση, την απομάκρυνση της πολιτικά αναξιόπιστης σημερινής ηγεσίας της ΕΕ), και

-νέα ιδρυτική ευρωπαϊκή συνθήκη, που θα αποκαθιστά τις πολιτικές, οικονομικές κοινωνικές και πολιτισμικές υποχρεώσεις της ΕΕ προς τους πολίτες της και θα ανασυγκροτεί τον γεωπολιτικό ρόλο της Ευρώπης στο διεθνές σκηνικό, ως δύναμης ειρήνης, υπόδειγμα δίκαιας εισοδηματικής και κοινωνικής πολιτικής και εγγυητή των δράσεων κατά της Κλιματικής Αλλαγής.     

Κυρίως, όμως, όλη αυτή η μεγάλη προσπάθεια οφείλει να αποκαταστήσει -ως ο πυρήνας των αλλαγών που απαιτούνται και διεκδικούνται- την αναγνώριση του γεγονότος ότι η καρδιά της ευρωπαϊκής ενοποίησης χτυπά στα μεσο-κατώτερα στρώματα των κοινωνιών μας, που ιστορικά και τρεχόντως πολιτικά υπήρξαν ο καταλύτης της ευρωπαϊκής προόδου. Και δεν είναι, είτε τα εξαθλιωμένα κοινωνικά στρώματα των χωρών υπό φεουδαρχία και υπό αποικιοκρατία που έφεραν τις επαναστάσεις και τις αλλαγές, ούτε είναι οι εύπορες τάξεις του πέραν της Ευρώπης δυτικού καπιταλιστικού μοντέλου, που επέβαλαν την ηγεμονία της σύγχρονης κεφαλαιοκρατίας. Αυτή είναι η κύρια διαφορά που μπορεί και οφείλει να εκπροσωπήσει στο διεθνές σκηνικό και ως «υπόδειγμα πολιτικής» η ενωμένη Ευρώπη, στον αντίποδα των κινήσεων που στην εποχή μας λαμβάνουν χώρα στην Ασία και την αμερικανική ήπειρο.

Το μπορούμε; Αμ έπος, αμ έργον!