28 Νοε. 2021

O Μητσοτάκης, το ΚΙΝΑΛ και οι μετρήσεις

Ποιός φοβάται τις δημοσκοπήσεις...

Με κλεισμένα τα δύο χρόνια του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία οι δημοσκοπήσεις έχουν εισέλθει στον τελικό γύρο της αναμέτρησής τους με την πραγματικότητα, την οποία άλλωστε δουλειά τους είναι να προσπαθούν να αποτυπώσουν με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι διαπιστώσεις στη Βουλή βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, με ένα από τα δύο κύρια θέματά της τη διερεύνηση της αξιοπιστίας μιας εταιρείας δημοσκοπήσεων. Το γεγονός αυτό καθ’ αυτό και υπό το φως του ότι η ανάγκη διερεύνησης αυτού του θέματος από την εθνική αντιπροσωπεία προκρίθηκε ως αναγκαία  από το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης ήδη συνιστά ένα πρόβλημα για τον τρόπο υποδοχής των δημοσκοπικών συμπερασμάτων από ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης. Επιπροσθέτως δεν είναι άνευ σημασίας ότι η διερεύνηση αυτής της υπόθεσης από τη Βουλή αναλαμβάνεται σε συνθήκες «σιωπής» από μεριάς του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (ΕΣΡ), δηλαδή του δημόσιου φορέα που είναι εντεταλμένος να εγγυάται τη διαφάνεια ως προς τους όρους διεξαγωγής των δημοσκοπήσεων. Σε τελευταία ανάλυση, η ίδια η ενεργοποίηση της Βουλής με τη συγκρότηση της εν λόγω εξεταστικής επιτροπής σε σημαντικό βαθμό προέρχεται από την απροθυμία του ΕΣΡ να επιτελεσει το καθήκον του. Κι απ’ αυτή τη ματιά η κυβέρνηση αντιμετωπίζει μια σοβαρή δυσκολία απορρέουσα από την έκδηλη πολιτική απομόνωσή της και σε κοινοβουλευτικό μάλιστα επίπεδο, την οποία θα μπορούσε να έχει αποφύγει εάν στοιχειωδώς ασκούνταν οι θεσμικά εγκατεστημένες εποπτικές αρμοδιότητες του ΕΣΡ.

Παράλληλα, δεν περνά απαρατήρητο ότι και ο φορέας εκπροσώπησης των εταιρειών δημοσκοπήσεων, ο ΣΕΔΕΑ, απέχει πλήρως από κάθε στήριξη προς τόνωση της αξιοπιστίας της ελεγχόμενης από τη βουλή δημοσκοπικής εταιρείας και μόνο περιορισμένες και πολύ γενικόλογες αναφορές σχετικά με τον κλάδο έχει πραγματοποιήσει. Έτσι, όμως, οι υπόνοιες για τη συγκεκριμένη δημοσκοπική εταιρεία βαθαίνουν και φυσικά η δυσπιστία απλώνεται και αντανακλάται στο σύνολο των διενεργούμενων μετρήσεων.

Τέλος, ένας από τους υποψήφιους για την προεδρία του ΚΙΝΑΛ, ο πρώην πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, έχει  ανοιχτά καταγγείλει περισσότερες από μία φορές εξωθεσμικές παρεμβάσεις μέσω δημοσκοπήσεων για τον επηρεασμό του εκλογικού αποτελέσματος που θα αναδείξει τον νέο πρόεδρο του κόμματος. Και αντί για οποιαδήποτε λογικά αναμενόμενη κίνηση διαφύλαξης της αξιοπιστίας των εταιρειών δημοσκοπήσεων από τους ενδιαφερόμενους φορείς, μόνη αντίδραση σ’ αυτόν τον νέο γύρο συζήτησης σχετικά με τη διαφάνεια των όρων διεξαγωγής των διενεργούμενων μετρήσεων παραμένει η επιστράτευση γνωστών νεο-φιλο-μητσοτακικών δημοσιογράφων, ανάμεσά τους όλη η γνωστή ομάδα δημοσιογράφων του σημιτικού εκσυγχρονιστικού κύκλου, που σήμερα έχει καταστεί η πιο αποφασισμένη ομάδα δημόσιων σχολιαστών που υποστηρίζουν φανατικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη και η οποία συνέτρεξε με όλες τις δυνάμεις της στην ανατροπή του ίδιου του Γ. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία από βουλευτές του τότε ΠΑΣΟΚ. Και, φυσικά, οι αναφορές περί εξωθεσμικών παρεμβάσεων μέσω δημοσκοπήσεων στο εσωκομματικό σκηνικό του ΚΙΝΑΛ για την εκλογή νέου προέδρου, με τέτοιες προκατειλημμένες κατά του Γ. Παπανδρέου αναφορές από μεριάς νεο-μητσοτακο-σημιτικών κύκλων, όχι μόνο δεν συμβάλλουν στη διαφύλαξη της αξιοπιστίας των διενεργούμενων δημοσκοπήσεων, αλλ’, αντίθετα, εντείνουν τις υπόνοιες.

Όλ’ αυτά, βεβαίως, δεν είναι το καλύτερο σκηνικό για να κοιτάει κανένας και να λαμβάνει υπόψη του τα συμπεράσματα των δημοσκοπήσεων. Έτσι, οι δημοσκοπήσεις (είτε είναι βάσιμες οι αναφορές περί αδιαφάνειας και με σκοπό να στηριχτεί πολιτικά μια κατά τεκμήριο πολύ κακή διακυβέρνηση, είτε όχι), έχουν ήδη εμπλακεί  σε μια πολύ επικίνδυνη για την ίδια τη βιωσιμότητα του κλάδου κατηφόρα εμπλοκής στο τρέχον πολιτικό σκηνικό. Έχουν, δηλαδή, καταστεί εκούσες-άκουσες, διάδικο μέρος της τρέχουσας διακομματικής αντιπαράθεσης, στην οποία αντιπαράθεση ακριβώς θα όφειλαν να εγγυώνται ότι δεν αναμιγνύονται ουδ’ επ’ ελάχιστον και τις αφήνει παγερά αδιάφορες οποιαδήποτε παραταξιακή προτίμηση  κατά τη διενέργεια των μετρήσεών τους, οιασδήποτε μορφής και κατηγορίας (κυλιόμενες, τηλεφωνικές κ.α.)

Το πρακτικό αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι ότι σε τέτοιες συνθήκες ακόμη και ενδιαφέροντα ευρήματα που προκύπτουν στις διενεργούμενες δημοσκοπήσεις περνούν απαρατήρητα. Και φυσικά με δημοσκοπήσεις που καταγγέλλονται ως προκατειλημμένων προθέσεων για να υποστηριχτεί η ΝΔ και οι οποίες (ακόμη κι αυτές) καταλήγουν σε συμπεράσματα  που δεν ευνοούν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τότε παράγεται ένα δυσμενές σκηνικό για την κυβερνητική παράταξη, που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ότι για πρώτη φορά στον δημοσκοπικό κύκλο που άνοιξε μετά την εκλογκή νίκη της ΝΔ το 2019, καταγράφεται σταθερά ένα καινούριο δεδομένο: ότι το άθροισμα των ποσοστών πρόθεσης ψήφου του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ ξεπερνάει το ποσοστό της ΝΔ.

Ας το δούμε λίγο πιο προσεκτικά αυτό το σημείο! Η δημοσκοπικη αποκάλυψη ότι η αντιδεξιά και προοδευτική πολιτική εναλλακτική για τη χώρα παραμένει βιώσιμη και μάλιστα ενισχύεται τροποποιεί σε σημαντικό βαθμό τα στοιχεία του ως σήμερα κομματικού σκηνικού. Συνεκτιμωμένου ότι οι επόμενες εκλογές, όποτε κι αν γίνουν θα διεξαχθούν με απλή αναλογική, είναι φανερό ότι επιδεινώνεται δραματικά το πλαίσιο αβεβαιοτήτων για μια δεύτερη πρωθυπουργία Κυριάκου Μητσοτάκη, κάτι που μέχρι πριν λίγες εβδομάδες δεν ανιχνευόταν ως απόρροια ευρημάτων των διενεργούμενων δημοσκοπήσεων. Φυσικά, τα δημοσκοπικά δεδομένα, όπως σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να παγιωθούν με μονιμότερο τρόπο την επόμενη περίοδο, για να θεωρηθεί το στοιχείο αυτό, όπως και άλλα παρόμοιας σημασίας και ανάλογου περιεχομένου, ισχυρό στον ισχύοντα συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ κομμάτων.

Το εάν και πόσο αυτό το σημείο ανησυχεί την κυβερνητική παράταξη και τον κομματικό, επιχειρηματικό και μιντιακό περίγυρό της, όχι μόνο ανιχνεύεται αλλά και επιβεβαιώνεται από την αντίδραση που προκαλεί ως νέο δεδομένο, στα πολιτικά σχόλια και τις αναλύσεις στρατευμένων υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη γραφίδων.

Στην προσπάθεια να ακυρωθεί η πολιτική σημασία αυτού του νέου στοιχείου και να αποδομηθούν οι επιπτώσεις του σε βάρος του νεο-μητσοτακισμού διακρίνω δύο τύπους αντιδράσεων:

- Η πρώτη κατηγορία αντιδράσεων επιχειρεί να εμφανίσει την ενισχυόμενη πιθανότητα για προοδευτική εναλλακτική λύση στην Ελλάδα με αποχώρηση Μητσοτάκη από το προσκήνιο, ως απίθανη περίπτωση, μέσω της παρουσίασης ως δήθεν αδύνατου του ενδεχόμενου να εκλεγεί επόμενος πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ πρόσωπο που θα μπορούσε να προωθήσει αυτό το σενάριο. ΄Ετσι, με αλλεπάλληλα σχόλια, δημοσιεύσεις αλλά ακόμη και με δημοσκοπήσεις πρόδηλης αναξιοπιστίας ως προς τα τεχνικά μέρη τους, επιχειρήθηκε αρχικά να εμφανιστεί ως ισχυρότερη όλων η υποψηφιότητα Λοβέρδου, δηλαδή υποψήφιου προέδρου του ΚΙΝΑΛ, ο οποίος δεσμεύεται ότι δεν θα συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ σε καμιά περίπτωση. Έτσι, θα ακυρωνόταν εν τοις πράγμασι το πολιτικό βάρος των ευρημάτων που εμφανίζουν εδώ και μερικές εβδομάδες το άθροισμα των ποσοστών πρόθεσης ψήφου ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ να ξεπερνάει το ποσοστό πρόθεσης ψήφου της ΝΔ.

- Η δεύτερη κατηγορία αντιδράσεων επιχειρεί να αποδομήσει όχι την πιθανότητα επικράτησης αυτού του νέου στοιχείου -που όσο περνάει ο καιρός δείχνει να σταθεροποιείται- αλλά το εάν το σενάριο αυτό προοδευτικής εναλλακτικής λύσης στην Ελλάδα με αποχώρηση Μητσοτάκη από το προσκήνιο, θα ήταν προς όφελος της χώρας και των πολιτών της. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας οι φιλο-νεο-μητσοτακικοί σχολιαστές και αναλυτές πλειοδοτούν καθ’ υπερβολή στην προσπάθεια ταυτόχρονης απαξίωσης των πρόσωπων του Αλέξη Τσίπρα και του Γ. Παπανδρέου, δηλαδή των δύο προσώπων που εικονογραφούν επί του συγκεκριμένου αυτή τη συζήτηση περί συνεργασιών και από απλό σενάριο το καθιστούν ρεαλιστικό ενδεχόμενο.

Στο ίδιο σημείο έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι για να αποδομηθεί με κάθε μέσο κάθε προοπτική προοδευτικής συνεργασίας που θα απομάκρυνε τον Κυριάκο Μητσοτάκη από το προσκήνιο στην επόμενη φάση, επιστρατεύονται ακόμη και απόψεις υπoστηρικτών του Γ. Παπανδρέου, με στόχο την προκαταβολική απόρριψη κάθε ενδεχόμενου προοδευτικής πολιτικής εξέλιξης. Έτσι, (επαν)εγκλωβίζονται πολίτες στη θέση, «καμιά συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, αν πρώτα δεν έχει περάσει μπροστά σε πρόθεση ψήφου το ΚΙΝΑΛ». Περιττό να τονιστεί πως το πρακτικό πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης των πραγμάτων, άγει μετά βεβαιότητας σε πρώιμο ενταφιασμό της προοδευτικής ευκαιρίας που προσφέρει το γεγονός ότι οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν με απλή αναλογική. Και είναι τόσο προφανές ποιός ευνοείται απ’ αυτό, ώστε δεν χρειάζεται να το ξαναπούμε.

Τέλος, παρατηρώ με ενδιαφέρον ότι το ΚΚΕ, ό,τι και όπως προσλαμβάνεται το ιστορικό κόμμα (κατά την άποψή μου ως κόμμα του απόλυτου συστημικού προτάγματος) τις τελευταίες μέρες έχει με δύο αλλεπάλληλες αναφορές του Δ. Κουτσούμπα αισθανθεί την ανάγκη να παρέμβει στις εξελίξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή για να ισχυριστεί ότι ο πολιτικός όρος «προοδευτικός» έχει κακοποιηθεί, φυσικά -όπως το εννοεί το ΚΚΕ- από τα άλλα κόμματα του αντιδεξιού κομματικού χώρου.

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, λοιπόν, πολλαπλών και ετερόκλητων παρεμβάσεων απαξίωσης της προοδευτικής ευκαιρίας που προσφέρει η απλή αναλογική (με την οποία θα διεξαχθούν οι επόμενες εκλογές), είναι που οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν το εύρημα που ανατρέπει το μέχρι πριν λίγο καιρό ακλόνητο δεδομένο ότι ο Κυριάκος Μητσάκης σε πρόθεση ψήφου συγκεντρώνει μεγαλύτερο ποσοστό, απ’ όσο  το αθροιστικό ποσοστό πρόθεσης ψήφου των ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ. Και νομίζω εξήγησα πιο πάνω αναλυτικά γιατί αυτό το εύρημα σε δημοσκοπήσεις που καταγγέλλονται (και συχνά βασίμως) ως φιλο-κυβερνητικά προσχεδιασμένες (τόσο σε επίπεδο του δημοσκοπικού τους δείγματος, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ υποεκπροσωπείται συστηματικά, όσο και στο υπό διερεύνηση δημοσκοπικό «σενάριο» αυτό καθ’ αυτό) αποτελεί σοβαρότατη ανατροπή για τα ως σήμερα πολιτικά πράγματα. (Δεν θα εκπλαγώ αν η  προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη και των συνοδοιπόρων του την επόμενη περίοδο επικεντρωθεί ακριβώς και κατά προτεραιότητα στην προσπάθεια διάψευσης του παραπάνω ανατρεπτικού δημοσκοπικου ευρήματος).     

Έτσι έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο που εγκυμονεί ενδιαφέρουσες πολιτικές εξελίξεις, η έκβαση των οποίων βεβαίως δεν είναι προβλέψιμη, αλλά και μόνο ως περίοδος που σηματοδοτεί το τέλος του λίαν καταστροφικού για τη χώρα και τους πολίτες νεο-μητσοτακισμού, μόνο θετικά μπορεί να προσλαμβάνεται από την κοινή γνώμη.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι επομένως εκείνος που τώρα αρχίζει να «φοβάται» τις δημοσκοπήσεις!

Γιατί το κοινωνικό υπόστρωμα μιας κοινωνίας που πλήττεται σοβαρά από μια κακή διακυβέρνηση, μπορεί να μην μετασχηματίζεται  αυτομάτως σε διακριτό στοιχείο του δημόσιου βίου μας, αναπόφευκτα όμως η συσσωρευόμενη δυσαρέσκεια της πλειοψηφίας των πολιτών θα οδηγήσει σε εκδίωξη όσων προσλαμβάνονται από τους πολίτες ως υπεύθυνοι του κακού! Και το ζήτημα εδώ είναι η επόμενη πολιτική περίοδος της Ελλάδας  να σηματοδοτεί μια ουσιαστική προοδευτική στροφή για τη χώρα.