1 Δεκ. 2021

Μέτρα ισλαμικού τύπου σε μια χώρα-μέλος της ΕΕ

Το πρόστιμο

και ένας (πολιτικός) θάνατος

Ας ξεκινήσουμε από το βασικό ζήτημα: Είναι νοητή για τον οποιονδήποτε λόγο η ακύρωση του ποικιλοτρόπως θεσμοθετημένου δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού κάθε πολίτη στα θέματα λήψης αποφάσεων που αφορούν στην προσωπική υγεία του; Φυσικά δεν (μπορεί να) υπάρχει καμιά άλλη αποδεκτή απάντηση στο ρητορικό ερώτημα από ένα ξερό και κατηγορηματικό «όχι»!

Ορισμένοι μπερδεύουν τα μέτρα περιορισμού στις μετακινήσεις λόγω κορονοϊού (τα περίφημα λοκντάουν είναι η πιο ακραία μορφή τους), με την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού. Μόνο που το ένα δεν έχει καμια σχέση με το άλλο! Άλλωστε στο Σύνταγμά μας προβλέπεται ρητά ότι μπορούν να επιβληθούν μέτρα περιορισμού στις μετακινήσεις για λόγους προστασίας της δημόσιας Υγείας. Αντίθετα, καμιά απολύτως εξαίρεση δεν είναι ανεκτή και για τον οποιονδήποτε λόγο στην προστασία αυτοπροσδιορισμού κάθε πολίτη στα θέματα λήψης αποφάσεων που αφορούν στην προσωπική υγεία του. Το κράτος υποχρεούται να παράσχει κάθε δυνατή βοήθεια για την ενημέρωση του πολίτη στα θέματα της υγείας του και να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα για την διαθεσιμότητα των αναγκαίων υγειονομικών υποδομών περίθαλψής του, εφ’ όσον ο ίδιος το επιθυμεί. Ως εκεί κι ούτε βήμα πιο πέρα! Το εάν, πότε και πώς θα προστατεύσει ο καθένας από μας την υγεία του είναι μη επιδεχόμενο αφισβήτηση δικαίωμά μας, αναπαλλοτρίωτο και εν ισχύ καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Καταναγκασμός, άμεσος ή έμμεσος, σ’ αυτά τα θέματα του στενού πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν είναι νοητός. Άλλωστε αν στο πεδίο των δικαιωμάτων αυτοπροσδιορισμού σχετικά με θέματα λήψης αποφάσεων που αφορούν στην προσωπική υγεία του καθενός μας γίνονταν ανεκτές εξαιρέσεις, τότε αναλογικά θα έπρεπε να ήταν επιτρεπτοί και περιορισμοί στα δικαιώματα θρησκευτικού, ιδεολογικού ή πολιτικού αυτοπροσδιορισμού μας, διαρρηγνύοντας έτσι την βασική διαφορά μιας δημοκρατίας από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Κι αυτή ακριβώς η διαφορά και οι δραματικές συνέπειές της διακυβεύονται με την υπόθεση επιβολής προστίμου 100 ευρώ ανά μήνα σε ανεμβολίαστους πολίτες ηλικίας άνω των 60 ετών, που επιβάλλει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Επί πλέον αυτών των γενικών αναφορών στο Άρθρο 12 του Νόμου 3418/2005 ορίζεται ότι «Ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενή». Και εδώ, όταν τίθεται επί τάπητος ο όρος «συναίνεση» ως απαράβατος όρος για την εκτέλεση κάποιας ιατρικής πράξης, δεν μπορεί αυτό να είναι κατανοητό παρά μόνο ως προϊόν της ελευθερίας βουλήσεως του ανθρώπου και ως αποτέλεσμα ανεπηρέαστης και πέραν οποιασδήποτε τυχόν καταχρηστικής άσκησης πιέσεων και απόπειρας επηρεασμού του με την επίκληση οποιασδήποτε αιτιολογίας.

Αυτά είναι τα βασικά!

Στα πολιτικά, όμως (ιδίως από μεριάς καθεστωτικού τύπου κρατικών εξουσιών και ασχέτως του αν οι εξουσίες αυτές έχουν περιβληθεί τους τύπους νομιμοποποίησης της εκλογής τους από τους πολίτες, ή όχι), ανοίγουν άλλες οδοί και μέσα παραβίασης του στενού πυρήνα των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Αν το δούμε πιο προσεκτικά και με περισσότερο πολιτική προσέγγιση, είναι σχετικά εύκολο να διακρίνουμε ότι το πρόστιμο των 100 ευρώ τον μήνα στους ανεμβολίαστους 60αρηδες είναι φυσική συνέχεια και συνέπεια της πολιτικής λογικής και της πολιτικής πρακτικής να ξυλοφορτώνονται πολίτες από αστυνομικούς μέρα μεσημέρι σε κάποια πλατεία. Και τούτο επειδή το «όργανο» απεφάνθη από αναρμοδίως απονεμημένη σε εκείνο εξουσία, ότι ο ξυλοδαρμός είτε συμβάλλει στην προστασία της δημόσιας Υγείας, είτε αποτελεί αναλογικά ανεκτό μέτρο κολασμού σε βάρος του πολίτη που βολτάριζε  απολύτως νόμιμα σε δημόσιο χώρο. Δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις, τόσο στο πρόστιμο των 100 ευρώ σε ανεμβολίαστους πολίτες άνω των 60 ετών, όσο και στα ξυλοφορτώματα πολιτών από μπάτσους στις πλατείες, δεν ήταν κάποια μέριμνα ή κάποιο κίνητρο δημόσιου συμφέροντος που στο όνομά τους βεβαιώνονται οι  παραβιάσεις ατομικών δικαιωμάτων αυτοπροσδιορισμού και αυτεξουσιότητας. Αυτό που συνέβη και συμβαίνει είναι η ενάσκηση προνομίων ενάσκησης εξουσίας επί ελεύθερων πολιτών και με μόνο σκοπό την ηδονή κατοχής της ίδιας της εξουσίας, αντιλαμβανόμενης μάλιστα ως  επιβολής.

Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται και ευδοκιμεί σε περιπτώσεις που ελλείψει αντικειμενικής ικανότητας να μπορούσε  να περιβληθεί κάποιος συλλογικός ή ατομικός παράγοντας μια εξουσία και να την ασκήσει ορθά, για να μη χάσει την πρόσβαση στην εξουσία αυτός ο αποστερημένος των αναγκαίων ικανοτήτων παράγοντας, προσφεύγει σε συνειδητά ψεύδη και πλασματικές αποτυπώσεις της πραγματικότητας ως η αφήγησή του προς τους πολίτες-εκλογείς, για να υφαρπάξει την προτίμησή τους στο πρόσωπό του. Αυτό ακριβώς, δηλαδή, που συμβαίνει με το πρόσωπο Κυριάκος Μητσοτάκης και το περί αυτόν σύστημα συμφερόντων που τον υποστηρίζει. Και το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ψεύδους που πλασαρίστηκε εν είδει αληθείας (δηλαδή περίπτωση ολοκάθαρης απάτης) είναι το γνωστό αφήγημα Μητσοτάκη ότι η προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, είχε δήθεν  ανταλλάξει το όνομα «Μακεδονία» με την Κομισιόν, με αντάλλαγμα τη μη περικοπή των συντάξεων!

Φυσικά, για να τελεσφορήσει μια οργανωμένη απάτη και στο πεδίο της πολιτικής προϋποτίθεται ότι εκτός από τον απατεώνα συμμετέχει και ένας πρόθυμος εξαπατημένος. Κι εδώ η συνθήκη αυτή υπηρετείται πλήρως, διότι στη σημερινή Ελλάδα του νεο-μητσοτακισμού συντρέχει η παρουσία μεγάλου αριθμού πολιτών που είναι εξαιρετικά επιρρεπείς (για οποιονδήποτε λόγο ανιχνεύεται αυτό) είτε στην κατανάλωση εξόφθαλμων και προφανών μυθευμάτων, είτε σε μια ανοχή στην απάτη, ενδεχομένως διότι οι ίδιοι πιστεύουν ότι θα είχαν να αποκομίσουν κάποιο όφελος για τον εαυτό τους, προσχωρώντας στα αφηγήματα της ίδιας απάτης.

Γι’ αυτό και είναι τεράστια δημοκρατική αφέλεια στην εποχή επικυριαχίας των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων να αρκεί η νομιμοποίηση της κάλπης εκλογικών σωμάτων ενδεχομένως υπονομευμένων προθέσεων ως προς την  πρόσληψη της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος (και αντιλαμβανόμενης κατά τούτο ως ταυτιζόμενης έννοιας με το στενό δικό τους συμφέρον),  για να μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μια δημοκρατία. Κι εδώ, επίσης,  ακριβώς ανιχνεύεται ένα άλλο ενδεικτικό παράδειγμα από την ιστορία διακυβέρνησης του νεο-μητσοτακισμού: Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσωπικά μιλώντας πριν λίγες ώρες στη Βουλή ψευδολόγησε απροσχημάτιστα σχετικά με το πρόσωπο του Παύλου Πολάκη, αποκαλώντας τον αντι-εμβολιαστή, ενώ ο Πολάκης λίγο νωρίτερα σε ανάρτησή του είχε ρητά προτρέψει ολοκάθαρα τους πολίτες να πάνε να εμβολιαστούνε! Αν το στενό προσωπικό πολιτικό συμφέρον του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι να δαιμονολογηθεί ο όποιος Πολάκης ως δήθεν αντιεμβολιαστής, τότε ακόμη και μια σαφής προτροπή υπέρ του εμβολιασμού θα πρέπει να θυσιαστεί ως αποδεδειγμένος και μη επιδεχόμενος αμφισβήτηση δημόσιος λόγος, για να κερδίσει ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έναν «ρούμπο» ευρισκόμενος σε δύσκολη θέση και αμυνόμενος από τις σκληρές επιπτώσεις της ανεπαρκέστατης ηγεσίας του, που πια εχει αρχίσει να αποδομείται σε βαθμό επερχόμενης πανωλεθρίας. Κι αυτό είναι πια που πρέπει πάση θυσία να αποκρυβεί, αν και εκτεθειμένο σε κοινή θέα.

Μ’ άλλα λόγια, δεν είναι πια ένα ποσοτικό πρόβλημα πλειοψηφίας στη σημερινή ελληνική δημοκρατία, αλλά ένα πασιφανές πρόβλημα ποιότητας δημοκρατίας. Σε τελευταία ανάλυση ένα σοβαρό πρόβλημα λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών!                                                                   

Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον (δεν μπορώ να αποφασίσω αν αυτό είναι ζήτημα, κοινωνικού ή πολιτισμικού ενδιαφέροντος) ότι όσο παρατείνεται η παραμονή του Κυριάκου Μητσοτάκη στη διακυβέρνηση της χώρας, τόσο περισότερο όσοι τον έφεραν στα πράματα «τοις κείνου ρήμασι πειθόμενοι», αρχίζουν να  του μοιάζουν. Δεν είναι πλέον πρόθυμοι καταναλωτές της απάτης αλλά συμπαραγωγοί της. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν εχει πια πολίτες υποστηρικτές, αλλά πολίτες συνεταίρους.

Μόνο που οι πτωχεύσεις και στην πολιτική πλήττουν εξ ίσου και τους απλούς μετόχους!

Σε κάθε περίπτωση η ευκολία με την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης μεταπήδησε από την πρακτική των κινήτρων προς εμβολιασμό στην πρακτική των προστίμων  και της επιβολής ποινών επί εμβολιασμού συνιστά βροντώδη ομολογία της αποτυχίας του στο μέτωπο του εμβολιασμού, ως βασικού όπλου κατά της πανδημίας. Άλλωστε η ηχηρώς ανόητη καμπάνια υπό τη λέξη «ελευθερία», με την οποία η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη πρωτοονομάτισε την εκστρατεία πειθούς προς τους πολίτες για  να εμβολιαστούν, ανεξάρτητα του ότι μετέπεσε λίγο αργότερα σε λαδώματα ημέτερων μιντιακών κύκλων κατηγορίας «λίστα Πέτσα», δεν αλλοιώνει το μόνο ασφαλές συμπέρασμα  που εξάγεται απ’ όλ’ αυτά: Ότι οι 60αρηδες είναι πια ελεύθεροι να μην εμβολιαστούν, αρκεί να καταβάλλουν το αντίτιμο των 60 ευρώ μηνιαίως. Πόσο πιο γελοία να γίνει πια μια διακυβέρνηση;