3 Ιαν. 2022

Τα μέσα και το μήνυμα

Don’t look anywhere

– Η εποχή της πολιτικής τύφλωσης

Η ταινία είναι ήδη πολυσυζητημένη και ένα ακόμη σχόλιο σχετικά μ’ αυτή δεν θα έλεγε πολλά πράγματα. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι εδώ δεν πρόκειται για ένα κινηματογραφικό έργο, γυρισμένο με τις ευκολίες των καιρών μας και με τις δυσκολίες της εποχής του κορονοϊού, αλλά για ένα θέμα δημόσιου διαλόγου, που ήδη ορίζεται από δύο βασικά στοιχεία: 1. Την επίδρασή που ασκεί σε ευρύτατα κοινά, που το υποδέχονται με αίσθηση βεβαιότητας ως μέσο απεικόνισης της πραγματικότητας, και 2. Την αποτελεσματικότητά του, ως ένα απολύτως συμβατικό κατά τα άλλα μέσο ψυχαγωγίας, να μετασχηματίζεται σε πομπό πολιτικών και κοινωνικών μηνυμάτων, άρα να υπερβαίνει τον σκοπό και τα κίνητρα που οδήγησαν τους συντελεστές του στο «κινηματογράφημα». 

Έτσι,  προφανώς δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ένα δημιούργημα της 7ης τέχνης αλλά με μια ολοκάθαρα πολιτική υπόθεση. Γι’ αυτό και από την πρώτη στιγμή κιόλας νομίζω πως δεν είχε κανένα νόημα η εμπλοκή μου στη συζήτηση για το εάν ήταν καλή η ηθοποιία ή η σκηνοθεσία, συζήτηση που γινόταν γύρω μου από τους περισσότερους, με τις «αφελείς» ερμηνείες μεγάλων ηθοποιών να έχουν ενοχλήσει πολλούς. Για να είμαι ειλικρινής, αν κάτι διέκρινα ως γενική σκηνοθετική οδηγία προς τους ηθοποιούς, αυτό ακριβώς είναι να μην επιμείνουν πολύ στην τέχνη της υποκριτικής (τους), αλλά να αφεθούν στο αναπαραστατικό κόμμάτι και μόνο να επικαθορίσει τον ρόλο τους. Ίσως διότι η υποκριτική (τέχνη) σταματά να είναι πρακτικά εφαρμόσιμη όταν αφορά σε αποτύπωση της αλήθειας.

(Αυτό ομολογώ πως πάντα ήταν ένα πρόβλημα για μένα, όποτε έβλεπα ταινίες-εξιστορήσεις πραγματικών ιστορικών γεγονότων. Ένα καλό παράδειγμα είναι το Darkest hour, όπου ο Γκάρι Όλντμαν με την καταπληκτική ερμηνεία του κάνει την ιστορία δευτερεύον στοιχείο της ταινίας. Δηλαδή μετατρέπει τη διακηρυγμένη αφορμή για το γύρισμα της ταινίας σε ήσσονος σημασίας ζήτημα για την καλλιτεχνική ταυτότητα του φιλμ κι αν μένει κάτι στην ιστορία από το συγκεκριμένο κινηματογραφικό έργο, αυτό δεν είναι η εξιστόρηση αλλά το ότι τα πραγματικά περιστατικά που αναπαριστώνται έγιναν το όχημα για ένα αριστούργημα της υποκριτικής τέχνης).

Ας είμαστε επομένως καθαροί: Το Don’t look up ούτε μία στιγμή δεν φιλοδόξησε να «κάνει κινηματογράφο», για να το προσεγίζουμε έτσι. Πολιτικά και κοινωνικά αγγέλματα ήθελε καθ’ ομολογία να εκπέμψει και το έκανε με επιτυχία! Για να το πετύχει αυτό η σκηνοθεσία σχεδίασε και προγραμμάτισε ώστε το σενάριο να μείνει ως η όσο το δυνατόν πιο απογυμνωμένη από άλλους επηρεασμούς εντύπωση του θεατή (αντί της ηθοποιίας ή των εφέ, που ιδίως αυτά θα προσφέρονταν ιδιαίτερα για κάτι τέτοιο) και να καταλήγει στο τέλος να κυριαρχεί το ερώτημα που απασχολεί κάθε λογικό άνθρωπο της εποχής μας: ο κόσμος μας βρίσκεται σε πορεία επιταχυνόμενης κατεύθυνσης προς την ολοσχερή καταστροφή και μάλλον έχουμε υπερβεί και το έσχατο όριο, από το οποίο και μετά το τέλος είναι αναπότρεπτο!

Θεωρώ ως εξαιρετικής σημασίας στοιχείο αυτής της συζήτησης ότι οι άνθρωποι που έστησαν όλο αυτό το πολιτικο-κοινωνικό event, απολύτως συνειδητά και για να γίνουν αποτελεσματικότεροι στην προσπάθειά τους επέλεξαν να μετέλθουν τα ίδια μέσα με εκείνα που καταγγέλλουν ως καίρια αίτια του σκηνικού επερχόμενης καταστροφής, όπως βιώνεται σήμερα από το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων που κατοικούν τον πλανήτη μας. Το σημαντικό αποτέλεσμα που παράγεται είναι ότι το έργο (επαναλαμβάνω, όχι ως κινηματογραφικό δημιούργημα τέχνης, ουδέ καν ως αρπαχτή των δημιουργών του, αλλά ως πολιτικο-κοινωνικό event), λειτουργεί και πετυχαίνει τον σκοπό του, επειδή ακριβώς οι ηθοποιοί είναι μεγάλοι και εμπορικότατοι, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν το Don’t look up κυκλοφορούσε ως εναλλακτική παραγωγή με άγνωστους συντελεστές, κάτι που θα του ταίριαζε περισσότερο. (Το ίδιο συμβαίνει με τη διανομή του από παγκόσμια και εμπορικότατη πλατφόρμα λαϊκής ψυχαγωγίας, αντί για τα «ψαγμένα λούκια» διακίνησης των προοδευτικών δημιουργών).     

Για τον παραπάνω λόγο, θεωρώ «επαναστατική» τη συμβολή των ηθοποιών με τις «αφελείς» ερμηνείες τους στην υπηρέτηση του σκοπού. Διότι, φυσικά, θεωρώ αυτονόητο ότι δεν μπορεί να μην ήξεραν οι συντελεστές, όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, τον σκοπό της παραγωγής και να παρασύρθηκαν σαν παιδάκια σε μια κινηματογραφική φάρσα.

Αν και είναι ακόμη νωρίς για τέτοιες διαπιστώσεις, πολύ ενδιαφέρον επίσης έχει ότι η υποδοχή του από χώρα σε χώρα φαίνεται να διαφέρει, ανάλογα με τον βαθμό βύθισης κάθε μίας στη δυστοπία που ζει η Γη και ο πληθυσμός της. Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι πλέον βαθιά εγκολπωμένο στην βιούμενη καθημερινότητα των ανθρώπων της, ηθικά, κλιματικά, πολιτισμικά, εισοδηματικά... Από τη σκοπιά αυτή, το Don’t look up μετατρέπεται σε παγκόσμιας εμβέλειας μέσο αποτίμησης της ποιότητας των πολιτικών στάνταρντς σε κάθε χώρα, φυσικά όσο είναι μπορετό να σχηματοποιούνται πολύ σύνθετες κοινωνικές διεργασίες σε εξαπλουστευμένη αίσθηση παγκοσμιότητας -τέχνη την οποία άλλωστε πρώτοι εδίδαξαν οι ταγοί των χρηματο-οικονομικών αγορών.

Τέλος, εξ αφορμής αυτής της συζήτησης, δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να μοιραστώ μαζί σας τον ακόλουθο προβληματισμό: Την τελευταία 20ετία, δηλαδή από τότε που έγινε αισθητή με μαζικό τρόπο η καταγραφή του ζητήματος της πορείας της  ανθρωπότητας προς την καταστροφή, οι αμερικάνοι 2 φορές στη σειρά δοκίμασαν να αναζητήσουν πολιτικό διέξοδο απ’ αυτό: μία με τον Ομπάμα και μία με τον Τράμπ. Δεν έχει σημασία αν μας αρέσει και αν συμφωνούμε τον Ομπάμα ή τον Τραμπ (άλλωστε εκ του αποτελέσματος, με τον δεύτερο το εγχείρημα απέβη τραυματικό). Απλά εδώ προτείνω να καταγραφεί η κίνηση αυτή του αμερικανικού πολιτικού συστήματος ως αγωνιώδης αναζήτηση λύσης σ’ αυτό που μαζικά προσλαμβάνεται από τους πολίτες ως πορεία προς την καταστροφή, και όχι επιφανειακά ως συνήθης πολιτική προτίμηση εκλογέων.

Θεωρώ το Don’t look up, ως καθαρά πολιτική εκδήλωση, όπως εξήγησα, μία ακόμη απόδειξη ενεργοποίησης της αμερικανικής κοινωνίας, προς την αναζήτηση λύσεων. Η αντίστιξη τούτου με τα συμβαίνοντα στην ευρωπαϊκή ήπειρο είναι απογοητευτική για μας εδώ.  Γερασμένες και ανέμπνευστες, φοβικές σε κάθε πρόοδο, πολιτικές ηγεσίες, στη μεριά μας, ή στη χειρότερη περίπτωση πολιτικές αρπαχτές προσώπων χωρίς στοιχειώδες έρμα συναισθήσεων της ευθύνης τους (με κλασικά παραδείγματα τύπου ορμπανο-νεο-μητσοτακισμού) αντιδρούν σε κάθε απόπειρα αντιστροφής της καταστροφικής πορείας μας.

Επειδή σε ζητήματα σαν αυτά που πραγματεύομαι εδώ οι νομοτέλειες και μόνον ερμηνεύουν την εξέλιξη των κοινωνικών φαινομένων εις βάθος και ποτέ δεν μπορεί να το κάνει αυτό πειστικά η προσφυγή στην εξήγηση της «σύμπτωσης», δεν θεωρώ τυχαίο ότι όλ’ αυτά συμπίπτουν στην Ευρώπη με τις πανηγυρικές εκδηλώσεις για τα 20 χρόνια του ευρώ. Δηλαδή, η υποβάθμιση της διαδικασίας πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης σε νομισματοπιστωτικό γύμνασμα εορτάζεται, αντί να καταστεί η ευκαιρία για να αντιδράσουμε στο ολοφάνερο αδιέξοδο που έχουμε παγιδευτεί.

Αρκεί  κανένας να διαβάσει το μήνυμα του Κώστα Σημίτη με την ευκαιρία των 20 ετών του ευρώ, για  να αποκαλυφτεί ανάγλυφα μπροστά στα μάτια του γιατί η πάλαι ποτέ πρωτοπόρος σε κοινωνικό προβληματισμό και νέες ιδέες προς όφελος της ανθρωπότητας Ευρώπη, στην εποχή μας, την εποχή των οριστικών αδιεξόδων, έχει καταστεί η οπισθοφυλακή  διαφύλαξης της καθοδικής πορείας προς την καταστροφή. Ατενίζοντας (μετά από όλα όσα έχουν συμβεί)  το ευρώ ως τη δήθεν λύση του μέλλοντός μας, ισοδυναμεί συμβολικά με πλήρη υποταγή στην εντολή don’t look up...