22 Ιαν. 2022

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Άλμα απεμπλοκής από τη στάσιμη αντιπολίτευση

Η αριστερά είναι κόμμα ή κίνημα;

(Μέρος Α΄: Η πρόταση Τσίπρα και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ)  

Η ιστορία των κομμάτων, ως κρίσιμων θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, έχει καταγράψει πολλές φάσεις εξέλιξης των επιφαινομένων του δημόσιου βίου. Στην Ελλάδα, από τα κόμματα-εργαλεία εξάρτησης από ξένες δυνάμεις μετά την επανάσταση του 1821, ως τα σημερινά κόμματα-εργαλεία εξάρτησης, συνδυαστικά από ξένες δυνάμεις και ταυτόχρονα από εγχώρια κέντρα προαγωγής ιδιωτικών συμφερόντων, η χρόνικη απόσταση είναι μεγάλη και ήδη έχει συμπληρώσει  δύο αιώνες ζωής. Ωστόσο, όπως είναι προφανές, το ενοποιητικό στοιχείο αυτών των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους κομμάτων (για παράδειγμα το βαυαρικό κόμμα της εποχής του Μέτερνιχ, με τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη σήμερα), είναι η εξάρτηση από συμφέροντα, δυνάμεις και κίνητρα, που δεν αφορούν στα προτάγματα και τις ανάγκες των αντιπροσωπευόμενων πολιτών.

Θα αρκούσε, μάλιστα, να ρίξει κανένας μια ματιά στην ελληνική ιστορία των τελευταίων 50 ετών (πρακτικά από την πτώση της δικτατορίας και εντεύθεν), για να διαπιστώσει το πρόδηλο: Ποιές πολιτικές παρατάξεις και ποιά κόμματα-εκφραστές τους, ήταν εκείνα που έθιξαν στον πυρήνα του το πρόβλημα ανεξαρτησίας της χώρας, δηλαδή τον πρωτογενή αιτιολογικό παράγοντα που κρατάει την Ελλάδα πίσω από τις ανάγκες των ανθρώπων της, και αποκλειστικά και μόνο για να ωφελούνται ανερυθρίαστα μικρές ομάδες πολιτικών κύκλων και συστοιχειών συμφερόντων, που αντικειμενικά πλήττονται οποτεδήποτε κάνει ένα βήμα μπροστά το καθ’ οιονδήποτε τρόπο νοούμενο δημόσιο συμφέρον.    

Στην ίδια αναλυτική βάση θα αρκούσε επίσης να δει κανένας ποιές δυνάμεις  και με τί μέσα επιτέθηκαν στα κόμματα-εκφραστές παρατάξεων που αμφισβήτησαν την εξάρτηση της Ελλάδας, απ’ οπουδήποτε κι αν εκπορευόταν αυτή η εξάρτηση, για να συμπεράνει ποιές παρατάξεις συνέβαλαν στην εμπέδωση και διαφύλαξη του εξαρτησιακού χαρακτήρα στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό, και ποιές αντιστάθηκαν και έδωσαν μάχες για αποτίναξή του και με στόχο μια Ελλάδα ανεξάρτητη και αυτόνομη από συμφέροντα αλλότρια της χώρας και των πολιτών της.             

Η εισαγωγή αυτή ήταν απαραίτητη για να ορίσουμε για ποιό πράγμα μιλάμε! Η πρόσληψη της πολιτικής διαδικασίας, για να ανταποκρίνεται στους τύπους αλλά και στην ουσία μιας δημοκρατίας, οφείλει να αντανακλά πάντα και υπό τις οποιεσδήποτε συνθήκες δύο πράγματα: την κατά το δυνατόν αδιαμεσολάβητη αντιπροσώπευση και την υπηρέτηση των συμφερόντων του λαού από μεριάς των πολιτικών εκπροσώπων. Αν κάποιο από τα δύο αυτά στοιχεία παραμερίζεται και παραβλέπεται τότε αρχίζει η φαλκίδευση του δημοκρατικού πλαισίου στην ουσία του και αναδύεται το φαινόμενο γραφειοκρατικοποίησης της πολιτικής διαδικασίας (δηλαδή τα συμφέροντα των πολιτικών εκπροσώπων αρχίζουν να προηγούνται των συμφερόντων των πολιτών).

Στην περίπτωση της πολιτικής αριστεράς αυτή η εκτροπή από το δημοκρατικό πλαίσιο βιώθηκε τραυματικά, τόσο με την εμπειρία του κόμματος λενινιστικού τύπου, όσο και με τη διακυβέρνηση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Ωστόσο, σε σύγκριση με την πολιτική συντήρηση, (που στη δύση προσέφερε πληθώρα αρνητικών εμπειριών σε παραβιάσεις του δημοκρατικού πλαίσιου, από πραξικοπήματα και χούντες, ως και καθεστώτα που για να επιβληθούν στράφηκαν κατά των ίδιων των πολιτών, όπως τα μετεμφυλιακά καθεστώτα στην Ελλάδα), εντοπίζεται μια μεγάλη διαφορά:

- Στη μεν αριστερά οι εκτροπές αυτές όχι μόνον έχουν καταγγελθεί  και κλειστεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα κανένα κόμμα της σύγχρονης αριστεράς δεν διανοείται καν την αναβίωσή τους.

- Στη δε συντηρητική δεξιά η τάση και οι πρακτικές εκτροπών από το δημοκρατικό πλαίσιο σήμερα αναβιώνουν και επανέρχονται και (επανα)προωθούνται ως πρόταση για το σήμερα και το αύριο των κοινωνιών. Ο τραμπισμός, ο ορμπανισμός και ο νεο-μητσοτακισμός αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα αυτής της τάσης για εκτροπές από το δημοκρατικό πλαίσιο, αλλά και πρακτικών εφαρμογών πολυεπίπεδης  καταταλαιπώρησης των δημοκρατικών  λειτουργιών (στη Βουλή, την υπόταξη της δικαιοσύνης σε πολιτικούς σχεδιασμούς, την εξαγορασμένη πληροφόρηση της κοινής γνώμης κ.λπ.).             

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα αντιπροσώπευσης της κομματικής βάσης ως σήμερα αντιμετωπίστηκε πρακτικά με όρους λενινιστικού κόμματος. Το γεγονός αυτό αντικειμενικά συνέβαλε στην ενδυνάμωση του φαινομένου γραφειοκρατικοποίησης της κομματικής ηγεσίας. Καταλύτης για τη δημιουργία των προϋποθέσεων επανεξέτασης αυτού του μοντέλου κομματικής οργανωτικής συγκρότησης, ήταν η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση το 2015. Και αίτιο επίσπευσης της προβληματικής γύρω από την ανάγκη διαφοροποίησης του παραδοσιακού αυτού κομματικού μοντέλου ήταν η διαπίστωση της πολιτικής παθογένειας που παράγεται όταν κομματικές φατρίες ανύπαρκτης ουσιαστικά πολιτικής νομιμοποίησης αλλά με λόγο και καίρια πόστα μέσα στο κόμμα αυτού του τύπου (όπως οι μεταγενέστεροι σχηματισμοί Λαφαζάνη και Κωνσταντοπούλου), διεκδικούν  αναντίστοιχο της επιρροής τους ρόλο στη διαμόρφωση των εξελίξεων.

Αν αυτά τα φαινόμενα -κλασσικά συμπτώματα έντονης και παθογενούς κομματικής γραφειοκρατίας- περιορίζονται στο εσωτερικό ενός κόμματος, ιδίως ενός μικρού κόμματος, τότε μικρό και το κακό για τις εν γένει πολιτικές λειτουργίες των κομματικών συστημάτων. Όταν όμως αυτά λαμβάνουν χώρα σε κόμματα μαζικά και δη κυβερνητικά, η ζημιά για το αντιπροσωπευτικό δημοκρατικό σύστημα είναι μεγάλη και τραυματική. Αυτό ακριβώς συνέβη (και ανεξάρτητα από τις άλλες πολιτικές εξελίξεις σχετικά με την επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου, που συγκάλυψαν αυτήν την πτυχή) το πρώτο εξάμηνο του 2015 με την πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρα και με την εν κυβερνήσει διάσπαση του κόμματος από ομάδες στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ που διεκδίκησαν να είναι εκείνες που θα επέβαλαν τη γραμμή της κυβέρνησης, αλλά στη συνέχεια αποδείχτηκαν απολύτως περιθωριακές.       

Αυτά τα ταραγμένα δεδομένα ως προς τη συγκρότηση του διευρυμένου πια σήμερα ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και την εκλογή της ηγεσίας του, έρχεται να ρυθμίσει η παρέμβαση Τσίπρα στο Πολιτικό Συμβούλιο με την πρόταση για εκλογή προέδρου και Κεντρικής Επιτροπής απ’ ευθείας από τη βάση των οργανωμένων μελών του.

Ανεξάρτητα από την εικόνα που έχει καθένας για τον Αλέξη Τσίπρα ως πολιτικό πρόσωπο πρώτης γραμμής, η κίνησή του έχει στοιχεία πολιτικού χειρισμού υψηλού επιπέδου, αφού αποσκοπεί ευθέως στην άρση ενός πρωτογενούς αρνητικού σημείου, που χαρακτηρίζει το κόμμα του. Πρόκειται δηλαδή για κίνηση ηγεσίας με αυξημένο πολιτικό διαμέτρημα. Και ιστορικά είναι πολύ σπάνιο το φαινόμενο ηγεσιών, που «με μια κίνηση», κινητοποιούν ευρύτερες πολιτικές διαδικασίες.   

Ευτυχώς η αρνητική εμπειρία από χαοτικές διαδικασίες εκλογής ηγεσίας, όπως οι περιπτώσεις τη ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ (με τις στρατιές εξ ορισμού τυχοδιωκτικών ψήφων από πολίτες που «είδαν φως κι ανέβηκαν»), όπου μάλιστα συνέτρεξαν και ενδείξεις νοθείας (όπως συνέβη με τις 50.000 ψήφους χωρίς ονοματεπώνυμο στην εσωκομματική  κάλπη της ΝΔ, όπου εξελεγη ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ή στην εμφανή προσπάθεια εξωθεσμικών παραγόντων να καθορίσουν ποιός θα εκλεγεί πρόεδρος στο ΚΙΝΑΛ), προσέφερε στον Αλέξη Τσίπρα την ευκαιρία να αναζητήσει ορθολογικότερες και δημοκρατικά πιο ισορροπημένες λύσεις. Έτσι αποκλείστηκε η περίπτωση νομιμοποίησης κομματικής ηγεσίας εξαιρετικά ευεπίφορης σε ευθυγράμμιση με συμφέροντα εξωθεσμικών παραγόντων.

Στην πρόταση Τσίπρα η κομματική βάση (και όχι κάποιο απροσδιόριστο εκλεκτορικό σώμα, εκ των πραγμάτων υποκείμενο εύκολα σε έξωθεν επιρροές και πιέσεις, αφού παρέλκουν κρίσιμα στοιχεία, όπως οι πολιτικές αρχές και τα ιδεολογικά προτάγματα), είναι ο ύστατος εγγυητής μιας νομιμοποιητικής διαδικασίας αντιπροσώπευσης σύγχρονου τύπου. Μιας διαδικασίας  με βαθύτατο δημοκρατικό πρόσημο, διασφαλισμένης απολύτως λειτουργικής σχέσης μεταξύ εκπροσωπούμενου μέλους (μέλους κόμματος, με λειτουργική ανταπόκριση στην κεντρική συνθήκη ότι τα κόμματα είναι θεσμοί-εγγυητές της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος) και ηγεσίας.         

Εκτός, όμως, από το στενά κομματικό σκηνικό στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, όπως αυτό επανατοποθετείται  με την πρόταση Τσίπρα, υπάρχει και η μεγάλη επίδραση που εκ των πραγμάτων ασκεί η πρόταση Τσίπρα στο θεσμικό επίπεδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης και στο πώς αυτή παρεβαίνει στην κεντρική πολιτική σκηνή. Περισσότερα, όμως, γι’ αυτό στο επόμενο Β΄ μέρος: Η πρόταση Τσίπρα και η αξιωματική αντιπολίτευση)…