28 Ιαν. 2022

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Άλμα απεμπλοκής από τη στάσιμη αντιπολίτευση ΙΙ

Η αριστερά είναι κόμμα ή κίνημα;

(Β΄ μέρος: Η πρόταση Τσίπρα και η αξιωματική αντιπολίτευση)

Επηρεάζει, όμως την άσκηση των αντιπολιτευτικών υποχρεώσεων του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, και μάλιστα ως της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η ανατρεπτική πρόταση Τσίπρα για εκλογή προέδρου και Κεντρικής Επιτροπής απ’ ευθείας από τα οργανωμένα μέλη του κόμματος; Ή μήπως όλη αυτή η ιστορία (συνέδριο, εκλογές προέδρου και κομματικών οργάνων κ.λπ.) είναι μια εσωκομματική υπόθεση, που θα έπρεπε μάλιστα να αποκόπτεται από την ενάσκηση του θεσμικού ρόλου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επειδή ακριβώς το ίδιο το περιεχόμενο της αντιπολίτευσης οφείλει πρώτα να υπακούει σε νομιμοποιήσεις εσωκομματικής δημοκρατικής επικύρωσης και κατόπιν να τίθεται σε εφαρμογή;

Έχω την εντύπωση ότι αυτό ακριβώς που επιχειρεί να ρυθμίσει η προταση Τσίπρα είναι η ομαλοποίηση της αίσθησης εντός του κομματικού πεδίου ότι η αντιπολίτευση ασκείται με τρόπο, σε τόνους και ως προς το περιεχόμενό της, αντανακλώντας τις κατά τεκμήριο διαθέσεις της κομματικής βάσης. Στο βαθμό και το μέτρο που τεχνικά είναι εφικτή η παράκαμψη της διαδικασίας αντιπροσώπευσης και η υποκατάστασή της από την άμεση και αδιαμεσολάβητη καταγραφή της άποψης του κάθε μέλους ξεχωριστά (πράγμα, που στην εποχή μας συντρέχει λόγω των εναλλακτικών μεθόδων μαζικής επικοινωνίας των κοινών, όπως τα κοινωνικά δίκτυα, οι πλατφόρμες ηλεκτρονικής τηλεδιάσκεψης αλλά και εκλογικής ανάδειξης συλλογικών οργάνων) ορθώς επιχειρείται το άλμα.

Μ’ άλλα λόγια -και στον πολιτικό πυρήνα της υπόθεσης- ακριβώς επειδή είναι ορθή η σκέψη ότι πρώτα οφείλει να εξαντλείται η δημοκρατική νομιμοποίηση στο εσωτερικό ενός κόμματος και στη συνέχεια να ασκείται η αντιπολίτευση σε κατευθύνσεις ανταποκρινόμενες στην εκπεφρασμένη με όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο γνώμη της βάσης, είναι αυτονόητα θετική η προσπάθεια άμεσης εκλογής ηγεσίας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης από τη βάση των οργανωμένων μελών.

Ένα κλασσικό παράδειγμα πολιτικής γραφειοκρατικοποίησης -και συνεπάγωγα της συνεπεία τούτου ενάσκησης μιας άγονης αντιπολίτευσης από ένα κόμμα της αριστεράς- θα μπορούσε να είναι ακριβώς η πρόταση μομφής που πήρε την πρωτοβουλία ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Αλέξης Τσίπρας. Μια πρόταση, η οποία εάν επρόκειτο πρώτα να τεθεί υπό την έγκριση των κομματικών οργάνων για να ανακοινωθεί, θα είχε απολεσθεί κάθε πολιτική αποτελεσματικότητα που συνεπάγεται ο αιφνιδιαστικός χαρακτήρας της κίνησης Τσίπρα για την καταστροφική πρωθυπουργία Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ας δούμε τώρα την αντίθετη γνώμη! Τούτη εδράζεται στην άποψη ότι η αδιαμεσολάβητη αντιπροσώπευση των κομματικών μελών, ακόμη κι αν τεχνικά είναι εφικτή και πολιτικά προτιμητέα, θα πρέπει να αποφεύγεται, διότι τα μέλη του κόμματος και η μεταφορά της άποψής τους στην ηγεσία καλό είναι να διαμεσολαβείται από κομματικά στελέχη, που υπονοείται ότι φιλτράρουν τον άμεσο τρόπο εκφοράς απόψεων της βάσης, αναβαθμίζουν την ποιότητα του επιπέδου εσωκομματικού διαλόγου και ουσιαστικοποιούν με τον τρόπο αυτόν τη διεξαγωγή του.

Η θεώρηση αυτή είναι σεβαστή! Μόνο που αφορά ακριβώς σε κόμματα αυτοαναγορευόμενα από τις ηγεσίες τους σε πρωτοπορίες των κοινωνικών και ταξικών σχηματισμών, τους οποίους τα ίδια διατείνονται πως εκπροσωπούν πολιτικά. Και ακριβώς τέτοια πρόσληψη των κομμάτων και του ρόλου τους στην τρέχουσα πολιτική διαδικασία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι από την εμπειρία του κόμματος λενινιστικού τύπου υπήρξε ο απόλυτος αιτολογικός παράγων εκδήλωσης του φαινομένου γραφειοκρατικοποίησης των κομματικών καθεστωτικών σχημάτων που διηύθυναν την πολιτική τραγωδία του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού.

Φυσικά το ότι αυτή η άποψη για τον ρόλο του κόμματος στη σημερινή μεταβαλλόμενη δημοκρατία έχει ιστορικό αυτοπροσδιορισμό που δεν μπορεί να αγνοηθεί (και υπό τη συνθήκη αυτή είναι σοβαρή ένδειξη της ιδεολογικοπολιτικής θέσης όσων την υπερασπίζονται), σε σημαντικό μέρος αυτό λειτουργεί αποκαλυπτικά των προθέσεών τους στην τρέχουσα πολιτική διαδικασία.

Δηλαδή, ακόμη κι αν δεχόταν κανένας ότι πρόκειται για μια άποψη απαλλαγμένη από τις δουλείες του φαινομένου της εσωκομματικής αριστοκρατίας (και δεν ανιχνεύονται κίνητρα ενθυλάκωσης της εξουσίας που παραχωρεί στην ηγεσία η αντιπροσωπευόμενη κομματική βάση), το πρόβλημα δημοκρατικής επικύρωσης του περιεχόμενου της ενασκούμενης αντιπολίτευσης λόγω της διαμεσολάβησης (που θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί) δεν υποχωρεί. Άλλωστε είναι πλέον ολοφάνερο, μετά από διόμισυ χρόνια που ασκεί την αξιωματική αντιπολίτευση ο μετεκλογικός ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ότι η βάση του κόμματος διατηρεί αποστάσεις τόσο από το περιεχόμενο όσο και από την γένει ποιότητα εκφοράς του δημόσιου λόγου του κόμματος. Αυτό το στοιχείο, σε απολύτως πρακτικό πολιτικό επίπεδο, άγει μετά βεβαιότητας στη διάγνωση του συμπτώματος ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν ανταποκρίνεται (θα έλεγα ούτε στοιχειωδώς δεν ανταποκρίνεται) σε όρους εσωκομματικής δημοκρατικής νομιμοποποίησης από τη βάση, σε ό,τι αφορά το ποιά αντιπολίτευση ασκεί και πώς την ασκεί.

Συνοπτικά αυτό με μια φράση αποτυπώνεται με τη διαπίστωση ότι η ως σήμερα άγονη αντιπολιτευτική τακτική εξεμέτρησε τον βίο της. Πρέπει, επομένως, να υποκατασταθεί από κάποια άλλη που να ανταποκρίνεται στις πολιτικές ανάγκες της συγκυρίας (η απολύτως πιεστική προτεραιότητα απομάκρυνσης του Κυριάκου Μητσοτάκη από την εξουσία) αλλά και στα θεμελιώδη προτάγματα που θέτει η αντιπροσωπευόμενη από την ηγεσία κομματική βάση.

Φυσικά, στο «πρόβλημα αντιπολίτευσης» που διακατέχει τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, συμβάλλει και με αυξημένο μάλιστα λόγο και ο Αλέξης Τσίπρας. Από ‘δω και πέρα, όμως, και με το άνοιγμα του συνεδρίου του να απέχει λίγες μόλις εβδομάδες από σήμερα, οι τελικές παρεμβάσεις του προέδρου και κάθε ηγετικού στελέχους ξεχωριστά, είναι που θα κάνουν την τελική κατανομή ευθύνης για την αναποτελεσματική αντιπολίτευση που άσκησε το κόμμα. Θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι η πρόταση Τσίπρα ήρθε ακριβώς την ύστατη στιγμή και υπό την οπτική αυτή η ίδια πρόταση προσφέρει την έσχατη ευκαιρία στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να διαδραματίσει τον εκ του Συντάγματος θεσμικό ρόλο του, εξαντλώντας την πίεση σε μια κυβέρνηση που καταγράφει χιλιάδες θανάτους από τον κορονοϊό. Και μάλιστα, θανάτους, που επίσης χιλιάδες απ’ αυτούς θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν δεν κυβερνούσε ο συγκεκριμένος πρωθυπουργός του συγκεκριμένου κόμματος, του οποίου οι επαναλαμβανόμενες και αναμφισβήτητες ευθύνες να στηρίξει όσο χρειαζόταν τις δημόσιες υποδομές Υγείας, έχουν προκαλέσει τουλάχιστον 1.500 περισσότερους θανάτους (και τούτο ως πριν 6-7 μήνες, ενώ το ίδιο πρόβλημα με το ΕΣΥ συνεχίζεται ως σήμερα χωρίς ουσιαστική βελτίωση), όπως έχει αποδείξει η μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα.

Αλήθεια, τούτων δοθέντων και με τις αλεπάλληλες κυβερνητικές αστοχίες σε διάφορα πεδία και με βαρύτατο κόστος για τη χώρα και τους πολίτες, θα μπορούσε να λογίζεται ως ανταποκρίσιμη στις διαθέσεις της κομματικής βάσης (δηλαδή είναι εσωκομματικά δημοκρατικά νομιμοποιημένη), η παράταση της άγονης ως σήμερα αντιπολίτευσης που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ; Και τούτο το ερώτημα προκύπτει, ιδίως, υπό τη συνθήκη ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σήμερα βρίσκεται σε τελική προσυνεδριακή φάση και αν δεν υποβαλόταν η ανατρεπτική του πολιτικού λήθαργου όπου βρίσκεται το κόμμα πρόταση Τσίπρα, θα καταλήγαμε σ’ ένα συνέδριο που το μόνο απολογιστικό στοιχείο που θα ετίθετο επί συνεδριακού τάπητος, θα ήταν αν έκαναν καλή δουλειά οι ...τομεάρχες! Ομολογώ πως δύσκολα θα μπορούσα να διανοηθώ περισσότερο γραφειοκρατική αντίληψη για τη λειτουργία ενός κόμματος της αριστεράς!                             

Σημειώνω, ωστόσο, και για την ολοκλήρωση της εικόνας, ότι ακόμη και σε σημεία που ο Αλέξης Τσίπρας (πριν καταθέσει την ανατρεπτική πρότασή του) προσπάθησε στο μέτρο της δικής του παρεμβατικής αρμοδιότητας να προσδώσει αυξημένη δυναμική στην αντιπολίτευση του κόμματός του (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα γι’ αυτές τις προσπάθειες του προέδρου την υποβολή αιτήματος για πρόωρες εκλογές), μεγάλο μέρος των κομματικών στελεχών που αντιτίθενται στην πρόταση για άμεση εκλογή Κεντρικής Επιτροπής και προέδρου απ’ ευθείας από την κομματική βάση, μάλλον απείχαν από τη στήριξη του αιτήματος για πρόωρες εκλογές. Αντίθετα, τα στελέχη αυτά, («ομπρέλα» κ.λπ.) αντί να ενδυναμώσουν την σε τελευταία ανάλυση «από τα κάτω» απολύτως νόμιμη και υπό τις παρούσες συνθήκες της καταστροφικής διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη πολιτικά εκλογικευμένη απαίτηση για πρόωρες εκλογές, λειτούργησαν παράγοντας την εικόνα κομματικής νομενκλατούρας, που αισθάνεται εξαιρετικά άνετα εντός του πλαισίου εναπομένουσας πολιτικής εξουσίας που εναποτίθεται στις πλάτες της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Τούτο το ολοφάνερο «βόλεμα» των στελεχών αυτών στην παραδοσιακή για το δυτικό δημοκρατικό μοντέλο στάση της γνωστής ως «αντιπολίτευσης του ώριμου φρούτου», δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι είναι εγγενές χαρακτηριστικό συστημικών κομμάτων. Πρόκειται για στάση που εξαντλεί την αντιλαμβανόμενη δημοκρατική υποχρέωση θεσμικού αντιλόγου στην εκάστοτε κυβέρνηση, υπό την ανομολόγητη παραδοχή ότι τα όριά του φτάνουν ως την εναλλαγή συγκεκριμένων κομμάτων στην εξουσία και ως εκεί. Μόνο που αυτή η αντίληψη για τον ρόλο και τις αντιλαμβανόμενες πολιτικές ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πάσχει τρία καίρια σημεία: α. δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο σε πολιτική ταυτότητα κόμματος ανατροπής αριστερού πολιτικού προσήμου, β. δεν ανταποκρίνεται σε καμιά περίπτωση στον έκτακτο χαρακτήρα των συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα, από την τραυματική σε πληθώρα πεδίων διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, και γ. Είναι εικόνα κόμματος απολύτως γραφειοκρατικοποιημένης ηγεσίας.

Με βάση τις τελευταίες παρατηρήσεις προκύπτει ότι αντί τα υψηλόβαθμα κομματικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να εργαστούν για την υπέρβαση της ανεπαρκούς και άγονης αντιπολίτευσης του κόμματος κατά την περίοδο 2019-2022, φατρίασαν ανεπίτρεπτα με τις «ομπρέλες» και τα άλλα σχήματα που ξεπήδησαν εν αναμονή του κομματικού συνεδρίου. Και η αρνητική αυτή πολιτική στάση θα συνεχιζόταν ανενόχλητη και στο συνέδριο ως επικυρωτική της δραστηριότητας του κόμματος την τελευταία διετία, παρ’ ό,τι η βάση του οργανωμένου κόμματος σαφώς παρέμεινε όλο αυτό το διάστημα ακάλυπτη τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τους τόνους της αντιπολίτευσης που εφαρμόστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

 ___________________________________________________

(Στο επόμενο Γ΄ μέρος, τελευταίο, «Μια προσωπική ματιά στα πράγματα»)