5 Φεβ. 2022

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Άλμα απεμπλοκής από τη στάσιμη αντιπολίτευση Γ΄

Η αριστερά είναι κόμμα ή κίνημα;

(Γ΄ μέρος: Το συνέδριο

και μια προσωπική ματιά στα πράγματα)

Γράφοντας την παρούσα ανάλυση υπό την ιδιότητα του μέλους της απερχόμενης Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ προερχόμενος από την κίνηση «Γέφυρα», είμαι σε θέση να γνωρίζω εκ των έσω ότι η διευρυντική απόπειρα που εγκαινιάστηκε λίγο πριν τις εκλογές του 2019 και την ήττα του κόμματος, ποτέ δεν προχώρησε σύμφωνα με τις βασικές αρχές (πολιτικής και λογικής) που διέπουν οποιαδήποτε προσχώρηση, εξατομικευμένη ή συλλογική, σ’ ένα κόμμα.

Στην περίπτωση ιδίως του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, όπου η εν λόγω διευρυντική διαδικασία για λόγους στοιχειώδους ανταπόκρισης στον «από τα κάτω» κινηματικό οίστρο ριζοσπαστικοποιούμενων πολιτικών κοινών από τη μνημονιακή περίοδο που είχε προηγηθεί θα όφειλε να έχει προσλάβει χαρακτήρα μαζικοποίησης στη βάση και όχι προσθήκης στελεχών κορυφής και μεσο-ανώτερου επιπέδου, η διευρυντική διεργασία ήταν αμφιλεγόμενη εξ αρχής.

Για να είμαι όσο καθαρός, όσο απαιτούν οι περιστάσεις, που πιεστικά θέτουν ως αδήριτη προτεραιότητα στον δημόσιο βίο μας την απομάκρυνση της σημερινής κυβέρνησης από την εξουσία, αλλά και εν όψει συνεδρίου και με ορθάνοιχτο το αιτούμενο προοδευτικής πολιτικής στροφής στην Ελλάδα, οφείλω να επισημάνω τη διαπίστωση της προηγούμενης παραγράφου ως βασικό αίτιο της αναιμικής έκτοτε συλλογικής κίνησης προοδευτικών πολιτικών κοινών προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι δεν πέτυχε η διαμόρφωση μιας διαλεκτικής πολιτικής σχέσης μεταξύ του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και των κοινών αυτών και να προχωρήσει ο μαζικός πολιτικός χαρακτήρας του ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίστιξη με τον χαρακτήρα του ως «κόμματος-μπουτίκ», που ίσχυε ως το 2010.    

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την εντυπωσιακή επιτυχία της συμφωνίας των Πρεσπών και εντεύθεν, (επιτυχία προς το συμφέρον της χώρας, αλλά και ως προς την καίρια αναβάθμιση της αξιοπιστίας του Αλέξη Τσίπρα και ολόκληρου του κόμματος), βρέθηκε αντιμέτωπος με την πρωτοφανή (και σήμερα απολύτως αποκεκαλυμμένων πρακτικών αλλά και πολιτικών κινήτρων) τεχνητή απομόνωση του «αντι-συριζισμού», που ακόμη και σήμερα συνεχίζει να τον ταλαιπωρεί. Υπό την πίεση αυτής της απομόνωσης ο ΣΥΡΙΖΑ διαχειρίστηκε πολιτικά την πολιτικά εντυπωσιακή διευρυντική «από τα κάτω» διεργασία μαζικοποίησής του (2012-2019), ως μέσο επιφανειακής προεκλογικής «απόδειξης» ότι δεν είναι τόσο απομονωμένος όσο τον παρουσίαζαν (και συνεχίζουν να παρουσιάζουν μέσα ενημέρωσης ελεγχόμενα από πολιτικούς επιχειρηματικούς και μιντιακούς κύκλους φιλικούς προς την κυβέρνηση, που σήμερα απαριθμούνται ανενδοίαστα στις «λίστες Πέτσα» της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη). Έτσι, η διευρυντική διεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με μαζικό τρόπο και αυθόρμητη, αδιαμεσολάβητη και γνήσια λαϊκή προέλευση (και για τους λόγους αυτούς πολιτικά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ως εξέλιξη κινηματικού χαρακτήρα με προοδευτικό και ανατρεπτικό πρόσημο), αντί να καταστεί όχημα της μετάπλασης σε καίριο όπλο ρήξεων για τη δομική πολιτική αλλαγή σε μια κατεστραμμένη από την αφροσύνη των μνημονίων χώρα, προσγειώθηκε ανώμαλα σε μια εικόνα προσχωρήσεων κορυφής. Η εικόνα αυτή, λογικά εισπραχθείσα από τα κοινά που ως τότε στρέφονταν προς τον ΣΥΡΙΖΑ ως αποκλειστικά προεκλογική κίνηση, και με πρακτικό αποτέλεσμα από μια τέτοια «προεκλογικότητα» την αποδιάρθρωση των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών που είχαν παραγάγει τον θετικό ιονισμό ευρέων κοινών προς τον ΣΥΡΙΖΑ, έπληξε καίρια τόσο την προσλαβανόμενη από τους πολίτες ειλικρίνεια του ανοίγματος όσο και την ουσιαστική πολιτική απόδοσή της!

Ωστόσο, εκτίμησή μου είναι ότι ούτε τότε χάθηκε η ευκαιρία για ένα μαζικό και προοδευτικό κόμμα, εκπροσωπούμενο από έναν πολιτικό φορέα γνήσιας ανατροπής των δεδομένων, που στο πλαίσιο του δημοκρατικού πολιτεύματος θα μπορούσε να συγκροτήσει την προοπτική της εδραζόμενης σε μια ώριμη απαίτηση κίνησης να εκδιωχθούν από την διαχείριση της εξουσίας τα πρόσωπα και τα κέντρα που λυμαίνονται τη χώρα την τελευταία 20ετία με ολέθρια αποτελέσματα.

Δηλαδή, ούτε και η επιφανειακή προεκλογική εκμετάλλευση της διεύρυνσης (και πρόδηλα αναντίστοιχη των αιτίων και των κινήτρων κίνησης μαζών προς τον ΣΥΡΙΖΑ), δεν ενταφίασε την προοπτική ουσιαστικής μαζικοποίησης του σήμερα κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. (Και ούτε και σήμερα αυτή η επαναστατική -για τα μέτρα των καιρών μας- προοπτική είναι μια «τελειωμένη υπόθεση», όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω στη συνέχεια).  

Έχω την εντύπωση ότι καίρια πλήγματα στην προσπάθεια να μεταλλαγεί ο ΣΥΡΙΖΑ σε παγιωμένη και με ισχυρή κοινωνική έδραση πολιτική δύναμη προοδευτικής ανατροπής, επέφεραν επίσης δύο άλλα στοιχεία:

1. Η πανδημική καθημερινότητα των εγκλεισμών, που αφαίρεσαν από τη μαζικοποιητική διαδικασία του κόμματος το βασικό όπλο της αμεσότητας, σε ό,τι αφορά την επικοινωνία με τα κινητοποιούμενα πολιτικά και κοινωνικά κοινά, και  

2. Η πολιτικά αφιλόξενη υποδοχή των περιορισμένων (λόγω των προηγούμενων αιτίων) κοινών που τελικά εντάχθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ, σε μια κομματική πραγματικότητα εγκλωβισμένη σε μια απολύτως άγονη καχυποψία προερχόμενη από τους συριζαίους «αγωνιστές του 2015» και προσανατολιζόμενη εχθρικά προς τους νεοεισερχόμενους.                                         

- Σχετικά με το πρώτο σημείο εντύπωσή μου είναι ότι το σκληρότερο σ’ όλη την Ευρώπη λοκντάουν που βιώθηκε στην Ελλάδα, δεν είχε μόνο υγειονομικά κίνητρα, αλλά επίσης βαθύτατα πολιτικά, με κεντρική επιδίωξη την αναστολή επανενεργοποίησης των κινηματικού λόγου προοδευτικών κοινών, που στο πλευρό της αυθόρμητης αντίδρασης καταπιεζόμενων από ένα αυταρχικό κράτος πολιτών (και κυρίως των νέων) θα μετατρεπόταν αργά ή γρήγορα σε εφιάλτη για την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη. (Οι κυβερνητικές καθαρά κατασταλτικές παρεμβάσεις σε πανεπιστήμια, σχολεία, την επέτειο γιορτασμού της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, οι ξυλοδαρμοί και οι καταδιώξεις νεαρών πολιτών σε πλατείες από αστυνομικούς κ.λπ., νομίζω πολύ δύσκολα ερμηνεύονται ως κρατική δραστηριότητα απόρροια μιας υγειονομικής ανησυχίας και μόνο με πολιτικά κυβερνητικά κίνητρα αναγόμενα σ’ ένα αυταρχικό μοντέλο διαχείρισης του δημόσιου χώρου μπορούν να εκλαμβάνονται).                   

-  Σε ό,τι αφορά το δεύτερο στοιχείο, η υποδοχή εισρεόντων κοινών στον ΣΥΡΙΖΑ  (έτσι, και ως μια «αναγκαστική φιλοξενία» εν είδει νέων κομματικών μελών «’σώγαμπρων» που «μας τους έστειλε ο Τσίπρας», αντελήφθησαν τη διαδικασία μαζικοποίησης πολλά παλιότερα μέλη του κόμματος), προσομοίασε περισσότερο με μια υποδοχή σε κάποιον σύλλογο κοινωνικού χαρακτήρα, παρά σε μια ουσιώδη διεργασία διαλόγου και πολιτικής ώσμωσης  με ζητούμενο τη διαμόρφωση της κομματικής γραμμής. Αποτέλεσμα ήταν η γραμμή του κόμματος (και έτσι εικάζω πως συνέβαινε συστηματικά στον ΣΥΡΙΖΑ για δεκαετίες) να διαμορφώνεται σε παρακομματικά κογκλάβια (κόμμα μέσα στο κόμμα), που ήδη έχουν προσυνεδριακά διαταχτεί σε ομάδες-μηχανισμούς. Ταυτόχρονα, χάθηκε και πέρασε χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα η ευκαιρία συγκρότησης σε φόρμα πολιτικού φορέα η συντρέχουσα κοινωνική υποδομή για να διασφαλιστεί η προοδευτική πολιτική στροφή και να αποφευχθεί ο κίνδυνος όλα να φανούν ως μια «χαρτωσιά» μιας κομματικής ηγεσίας.

Υπό την ιδιότητά μου ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ από την αρχή υποστήριξα ανοιχτά ότι οι προσερχόμενοι όφειλαν να σεβαστούν ως κόρη οφθαλμού την κομματική ρουτίνα και τις δομημένες σχέσεις και αντιλήψεις στο εσωτερικό του κόμματος που τους υποδεχόταν. Το υποστήριξα διότι πάλι εξ αρχής φοβήθηκα ότι ο περιορισμός της ως τότε διευρυντικής διαδικασίας σε κινήσεις κορυφής για προεκλογικούς και εντυπωσιοθηρικούς λόγους, όπως ήδη εξήγησα πιο πάνω, γεννούσε έναν κίνδυνο πολιτικού παραγοντισμού, που αντιμάχεται στον πολιτικό πυρήνα της μια κινηματικού τύπου, αυθόρμητη και αδιαμεσολάβητη διεύρυνση ριζοσπαστικοποιούμενων κοινών. Η συνέχεια με διέψευσε: δεν ήταν οι προσερχόμενοι που αποδείχτηκαν απειλή για τη διεύρυνση, αλλά τα ήδη υφιστάμενα κομματικά στασίδια στον ΣΥΡΙΖΑ!

Παρά ταύτα, οφείλω στον εαυτό μου να υπενθυμίσω ότι στην τελευταία συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ διετύπωσα την άποψη ότι τέτοιου χαρακτήρα και ποιοτικού βάθους αναδιαρθρώσεις ενός κόμματος ως μέρος του ευρύτερου κομματικού συστήματος, δεν είναι μια σύντομη υπόθεση, αλλά αντίθετα μια μεσοπρόθεσμη διεργασία. Και μάλιστα, σχετικά μ’ αυτό, υπέβαλα την πρόταση να μη σταματήσει η διευρυντική απόπειρα για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ μετά την ολοκλήρωση του συνεδρίου και να παραταθεί διηνεκώς, ως πάγια πολιτική πρακτική του κόμματος και μακριά από τις παραδοσιακού τύπου αλά ΚΚΕ  εκστρατείες για νέα μέλη. Στη θέση της να διαμορφωθεί μια σταθερού προσανατολισμού διαδικασία πολιτικής απεύθυνσης του κόμματος προς τα κοινά που συνεχίζουν να ριζοσπαστικοποιούνται, ως απόρροια της περισσότερο παρατεταμένης παρά ποτέ σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης. (Και πρέπει να υπογραμμίσω ότι η πρόταση Τσίπρα για άμεση εκλογή προέδρου και Κεντρικής Επιτροπής στο επικείμενο συνέδριο του κόμματος, ανταποκρίνεται σ’ αυτή την προσδοκία, ...αλλά, επειδή ακριβώς η πρόταση καθυστέρησε να έρθει,  δεν αρκεί!)

Μ’ άλλα λόγια, διαλεκτικές ωσμώσεις μαζών με πολιτικούς φορείς δεν προχωρούν με εκλογικές επιτυχίες σε απολύτως αποστεωμένα ως κοινωνικές οργανώσεις και ως προς τον ρόλο τους συνδικάτα, ούτε προάγονται με εσωκομματικές ασκήσεις ισορροπίας. Όπως επίσης εξήγησα στην ίδια τελευταία συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, δεν μπορεί να εγείρεται απαίτηση προς τον πρόεδρο να πάρει το μέρος της μίας ή της άλλης κομματικής φατρίας, διότι τότε δεν θα ήταν πρόεδρος όλων των μελών αλλά ομαδάρχης. Υπό την οπτική αυτή η πρόταση-παρέμβαση Τσίπρα για άμεση εκλογή προέδρου και Κεντρικής Επιτροπής στο επικείμενο συνέδριο του κόμματος, δεν μπορεί από καμιά πλευρά να προσλαμβάνεται ως τοποθέτηση υπέρ μίας ή άλλης άποψης μέσα στο κόμμα, αλλά ως ανταπόκριση του επικεφαλής του κόμματος στην ειλημμένη με ομόφωνο τρόπο από τα κομματικά όργανα απόφαση ουσιαστικής πολιτικής διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Μια απόφαση που αν και έχει ήδη ληφθεί και είναι απολυτως νομιμοποιημένη εσωκομματικά, δεν προχώρησε και παραμένει επί της πολιτικής ουσίας ανεφάρμοστη (όπως άλλωστε επιβεβαιώνει η γλίσχρα συγκομιδή εγγραφής νέων μελών).

Στο ίδιο πλαίσιο η αντιπαράθεση μεμονωμένων προσώπων ή μεθοδευμένη από τις υφιστάμενες «ομάδες» μέσα στο κόμμα απέναντι στην πρόταση Τσίπρα, αδυνατεί ολοφάνερα να τεκμηριωθεί πάνω σε ανεκτές μέσα σε μια συνεδριακή διαδικασία ιδεολογικοπολιτικές ανταλλαγές απόψεων και τείνει να μετεξελιχτεί σε κραυγές δυσαρεστημένων βαρόνων, που φοβούνται ότι θα χάσουν μέρος της εξουσίας που σήμερα διαχειρίζονται, μέσα κι έξω από το κόμμα. Μα καλά, δεν γνώριζαν όλοι αυτοί οι έμπειροι κομματικοί παράγοντες που σήμερα μάχονται την πρόταση Τσίπρα ότι όταν υπερψήφιζαν στα κομματικά όργανα την διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, για να είναι πολιτικά εφαρμοστέα επί της ουσίας η απόφαση αυτή, θα κατέληγε σε παραχώρηση από μέρους τους τεμαχίου της ίδιας εξουσίας τους (κατά την ουσιαστική πολιτική πτυχή της), στο πλαίσιο των νέων συσχετισμών στο εσωτερικό του κόμματος; Η μήπως η στάση τους τελικά εμφορείται από τη διάθεση πολιτικής ενθυλάκωσης των προσχωρήσεων προς όφελός τους και μόνο, πράγμα που αποδεικνύει μια πολιτικώς πυώδη σχέση με το φαινόμενο της εσωκομματικής γραφειοκρατίας; Δεν θέλω να πιστέψω κάτι τέτοιο και ελπίζω να σφάλλω!                         

Κατόπιν αυτών, θα πρέπει πολιτικά (και όχι με όρους εκβιαστικού διλήμματος) να διασαφηνηστεί επίσης ότι εάν τυχόν η πρόταση Τσίπρα για άμεση εκλογή προέδρου και Κεντρικής Επιτροπής στο επικείμενο συνέδριο του κόμματος δεν εγκριθεί από το συνεδριο, ο πρόεδρος θα όφειλε να παραιτηθεί.

Έτσι, και πέραν του συνεδρίου, να διασαφηνιστεί ότι η ενδεχόμενη νέα διακυβέρνηση Τσίπρα, βεβαίως δεν θα αξιολογηθεί από το ποιές συμμαχίες τυχόν θα την φέρουν, αλλά από την αποτελεσματικότητα διακυβέρνησής του.

Παραδειγμα η περίπτωση Καμμένου! Περίπτωση, που παρά τη δυσάρεστη για μένα και για πολλούς άλλους σύμπραξη με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν κατέστη βαρίδι για να είναι η διακυβέρνηση 2915-‘19 εξαιρετικά επωφελής, τόσο με την για πρώτη φορά στρατηγικού χαρακτήρα (και όχι επιφανειακού, αποτροπής χρεοστατικού ενδεχόμενου, δηλαδή καθαρά τακτικού χαρακτήρα) ρύθμιση του χρέους, όσο και με τις Πρέσπες, την αποτίναξη της μνημονιακής δεσποτείας, και πολλά άλλα.... Άρα δεν είναι οι «καλοί» ή οι «κακοί» συμμαχοι που εγγυώνται την επιτυχία μιας κυβέρνησης, αλλά η αποφαστικότητα του κύριου πολιτικού φορέα που την συνθετει να προχωρήσει στις αναγκαίες αλλαγές, που θα δώσουν ώθηση στη χώρα και θα την βγάλουν από τον καθοδικό βούρκο όπου για μια ακόμη φορά την έχει καταδικάσει η δεξιά υπό το σημερινό νεο-μητσοτακισμό προσωπείο της.

Τα παραπάνω σημείο, επικαθορίζει δομικά και τις αλλαγές σχετικά με το πως θα ασκηθεί από ‘δω και πέρα και η αντιπολίτευση. Δηλαδή, το πώς, υπό ποίους όρους και προϋποθέσεις το κόμμα θα ηγηθεί του λογικά άμορφου νέου ριζοσποαστισμού που γέννησε η νεο-μητσοτακική καταστροφή και αθροίζεται σωρευτικά στα απόνερα της μνημονιακής περιπέτειας.

Θα μπορούσε λοιπόν κανένας να πει ότι αυτό είναι το τελευταίο χαρτί του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, όχι για την κομματική υπόθεση, αλλά για τον καίριο ρόλο τους στην ανατροπή της σημερινής πολιτικής και πολιτισμικής δυστοπίας. Και επειδή ακριβώς ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία, έτσι εξηγείται το προσωποποιημένο πολιτικό μένος κατά του Αλέξη Τσίπρα και η ολοφάνερη προσπάθεια να ενταφιαστεί πριν ακόμη ξεκινήσει η πρώτη εδώ και δεκαετίες ουσιαστική απόπειρα πολιτικής αλλαγής (με δεδομένο ότι το 2015-’19 υπήρξε η ειδικών συνθηκών -και επιτυχής- διακυβέρνηση ύστατης διέξοδου από τη μνημονιακή δεσποτεία και αποκατάστασης των στοιχειωδών όρων ανεξαρτησίας της χώρας). Σε τελευταία ανάλυση κανένα κόμμα δεν αρκεί για να είναι εγγυημένες οι επιζητούμενες πολιτικές αλλαγές, αν δεν συντρέχει κινηματικού τύπου «από τα κάτω» στήριξη για κάτι τέτοιο. 

Αν δεν μεταστραφεί το ταχύτερο η λαϊκή δυσαρέσκεια που ξεχειλίζει συνοδευόμενη από θυμό, σε κίνημα ανατροπής και φορέα πολιτικής αλλαγής και εξάρθρωσης όλων των παθογενειών που ξανάφεραν την σημερινή κυβέρνηση στο προσκήνιο, παρά την ανυπολόγιστη ζημιά που το ίδιο πολιτικό προσωπικό και οι μηχανισμοί είχαν νωρίτερα προκαλεσει, τοτε δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για κυβέρνηση νοητή υπό τις αρχές προοδευτικού και αριστερού προσήμου. Αν πάλι, θα πρόκειται για μια διακυβέρνηση διαχείρισης όσων πλήττουν τρεχόντως τη χώρα και το δημόσιο συμφέρον και όχι ανατροπής των αιτίων που προκαλούν παγίως και με ιστορικούς όρους τη ζημιά για την Ελλάδα και τους πολίτες της, τότε μιλάμε για ένα «φύγε συ-έλα συ», απλής εναλλαγής προσώπων και κομμάτων, αλλά με τον ίδιο πολιτικό στόχο υπηρέτησης συμφερόντων αλλότριων του δημόσιου συμφέροντος. (Την άνωθεν εκπορευόμενη έλευση Κωνστατίνου Καραμανλή το 1974 για να διαδεχτεί τη χούντα, εμείς οι παλιότεροι την αποκαλούσαμε «αλλαγή φρουράς»). 

Αυτά διακυβεύονται με την πρόταση Τσίπρα για άμεση εκλογή προέδρου και Κεντρικής Επιτροπής από τη βάση στο επικείμενο συνέδριο του κόμματος. Αν δεν το έκανε δεν θα μπορούσε αφετηριακά η τυχόν αυριανή κυβέρνηση του να προχωρήσει στις αναγκαίες αλλαγές, καταδικασμένη να διαπραγματεύεται διαρκώς στο εσωτερικό της με ένα «κόμμα μέσα στο κόμμα», όπως είναι όλες οι ομάδες που έχουν συγκροτηθεί προσυνεδριακά στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.