18 Φεβ. 2022

Πρώτα η εξωτερική πολιτική και μετά τα όπλα...

Οι εξοπλισμοί, η ΕΕ,

η Ελλάδα και ο κόσμος

Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή σχετικά με τους εξοπλισμούς και η εντυπωσιακά επιφανειακή τοποθέτηση όλων των κομμάτων σχετικά με το ζήτημα αυτό έχω την εντύπωση πως αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου σχετικά με το αδιέξοδο όπου έχει οδηγηθεί η εξωτερική πολιτική της Ελλάδα ως προς τους στρατηγικούς στόχους της. Και να διευκρινιστεί εισαγωγικά στο σημείο αυτό, πως όταν γίνεται λόγος για «στρατηγικούς στόχους» στην εξωτερική πολιτική οποιασδήποτε χώρας, δεν μπορεί αυτό να είναι νοητό πέραν της επιζήτησης σχέσεων συνεργασίας υπέρ των συμφερόντων της και με απώτερο πάγιο σκοπό την διαφύλαξη της ειρήνης προς όφελος όλων των λαών, ανεξάρτητα από την φυλετική καταγωγή, το χρώμα του δέρματος και τις ιστορικές και πολιτιστικές παραδόσεις καθενός.

Στην περίπτωση της Ελλάδας το ζήτημα έχει προσλάβει ιδιάζοντα χαρατηριστικά λόγω της μακράς και ιστορικά φορτισμένης συνύπαρξης με την Τουρκία, μια χώρα που εμφανίζεται στο γεωπολιτικό DNA της να αμφισβητεί θεμελιακά τον ορισμό της προηγούμενης παραγράφου σχετικά με την καλώς νοούμενη σημασία και το περιεχόμενο της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας.

Σε τέτοιο περιβάλλον η Ελλάδα καλείται συστηματικά να συζητήσει και να αποφασίσει για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς της, αποστερώντας η ίδια από τον εαυτό της το δικαίωμα να διεξάγει αυτόν τον κρίσιμο δημόσιο διάλογο σε συνάρτηση με τον πυρήνα της όλης υπόθεσης: Το να ανταποκρίνονται οι αποφάσεις μας σχετικά με τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς στην αυτονόητη προσαρμογή τους στην υπηρέτηση του γεωπολιτικού ρόλου της Ελλάδας, όπως αυτός είναι νοητός στους πολίτες της χώρας αλλά και όπως η διεθνής κοινότητα κατά κύριο λόγο αντιλαμβάνεται τον ρόλο αυτό και τον αναγνωρίζει. 

Η σωρεία αντινομιών που συνθέτει τις υποθέσεις και τους σκοπούς που θα πρέπει ταυτόχρονα να υπηρετηθούν και να προαχθούν όσο αφορά στον ρόλο της Ελλάδας στην περιοχή των άμεσων γεωπολιτικών ενδιαφερόντων της, θα μπορούσε να εκτεθεί σε μια μακρά ανάλυση εδώ, αλλά αρκεί σήμερα να δει κανένας με πόση ένταση συγκρούονται ανάμεσά τους η υποχρέωση της χώρας μας να συμπράττει με τις γενικές κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και ταυτόχρονα να είναι μια χώρα που εκτός από την ένταξή της στην ΕΕ είναι ταυτόχρονα μια χώρα της ανατολικής Μεσογείου, η οποία εκτίθεται σε άμεση γειτνίαση με την Ασία και την Αφρική. Τούτου δοθέντος σε όποια σημεία τα συμφέροντα της Ελλάδας στην ανατολική Μεσόγειο δεν συμπίπτουν με τα ευρωπαϊκά, τόσο το χειρότερο για τα ελληνικά συμφέροντα. Έτσι, αυτό που την αρχή επλανάτο στην επιχειρηματολογία των υποστηρικτών της at any cost ένταξης στην ΕΕ, ότι δηλαδή οιονεί η Ελλάδα θα όφειλε να καταβάλει κάποιο κόστος για το ότι οι υπόλοιποι ευρωπαίοι μας υποδέχτηκαν στο διεθνο-πολιτικό κλαμπ (όπου κατά τα άλλα πάντα δικαιωματικά ανήκαμε και ανήκουμε), έχει πλήρως επιβεβαιωθεί στο πεδίο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτό ήταν το κόστος που καταβάλαμε για να γίνουμε δεκτοί και έκτοτε να παραμένουμε στην ΕΕ, κατά τη λογική αυτή.                          

Από το έτος 2.000 και μετά και όσο το ενιαίο νόμισμα πρόσφερε στη χώρα μας την επιφανειακή ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής ευωχίας αυτό το κόστος για μας δεν ενοχλούσε, αφού στην ιδιότυπη πρόσληψη της έννοιας του «δημόσιου συμφέροντος» που εκόμισε στην Ελλάδα ο λεγόμενος πολιτικός εκσυγχρονισμός, η ελληνική υποχώρηση στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής θεωρήθηκε δίκαιο αντάλλαγμα για τα οικονομικά «οφέλη» μας. Και εδώ είναι ένα ακόμη σημείο της πολιτικής «ρηχότητας» που δομικά χαρακτήρισε την ίδια την ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση του εκσυγχρονισμού. Φυσικά, ήδη από τα μέσα της ίδιας δεκαετίας του 2.000, η οικονομική πίεση που δρομολογήθηκε και κατέληξε στο πτωχευτικό περισταστικό του 2010, συνέβαλε διά της καταστροφής στον πολιτικό απεγκλωβισμό πραγματικών προοδευτικών δυνάμεων από τον σημιτικό εκσυγχρονισμό, διαμορφώνοντας ένα νέο πολιτικό τοπίο σαν το σημερινό. 

Το κακό είναι ότι η σημιτική ελληνική πολιτική ηγεσία από την ένταξή μας στο ευρώ και εντεύθεν δεν αρκέστηκε στις άμεσες και γενικές για την Ελλάδα αρνητικές συνέπειες της προσαρμογής της στην εξωτερική πολιτική της ΕΕ στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά προχώρησε και στην απόπειρα παγίωσης των ίδιων αρνητικών συνεπειών ως εγγενούς στοιχείου της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αντί να μεριμνήσει να τις μετριάσει, ως όφειλε. Και το έπραξε εισάγοντας στη ρέουσα ελληνική πολιτική ατζέντα την πρόταση συν τω χρόνω απαξίωσης της αμυντικής θωράκισης της χώρας, ως οικονομικό κόστος και ως νοούμενη άκαμπτη γεωπολιτική ανάγκη, για να εξοικονομηθούν πόροι για άλλους σκοπούς.       

Τα Ίμια και η Μαδρίτη είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα (όχι τα μόνα) εφαρμοσμένης εξωτερικής πολιτικής Σημίτη!       

Η αντίστιξη με τη διασφαλισμένη επί Ανδρέα Παναδρέου αμυντική ισορροπία Ελλάδας-Τουρκίας, που πρακτικά εξουδετέρωσε κάθε συνέπεια της τουρκικής επιθετικότητας, θεώμενη σήμερα με ιστορικά συγκριτικούς όρους σε σχέση με την εξωτερική πολιτική του εκσυγχρονισμού, παράγει μελαγχολικά συναισθήματα σε κάθε καλόπιστο παρατηρητή σε ό,τι αφορά τα ελληνικά γεωπολιτικά συμφέροντα.   

Αμέσως μετά την αποστρατεία του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, με το περιστατικό στα Ίμια η Ελλάδα εισήλθε βιαίως σε μια ραγδαία αναπροσαρμογή της εξωτερικής πολιτικής της, όπου αντί να ακολουθηθεί η αποδεδειγμένα επιτυχημένη στρατηγική Ανδρέα Παπανδρέου που στηριζόταν στην άμεση γεωπολιτική εξαργύρωση  του κόστους για εξοπλισμούς προς διασφάλιση των στρατηγικού χαρακτήρα γεωπολιτικών συμφερόντων μας και με σαφή τότε την ισχύουσα αμυντική ισορροπία στο Αιγαίο, εισήλθαμε στη φάση της οπισθοχώρησης. Και τούτο, παρ ό,τι τότε είχαμε τα μέσα να το αποφύγουμε! Ακόμη χειρότερα ακολούθησε  η μπακαλίστικη αμυντική πολιτική της συστηματικής αφαίρεσης πόρων για εξοπλισμούς ώστε να κατευθυνθούν πόροι σε ιδιωτικές επενδύσεις (και σήμερα τίποτα απ’ αυτές τις επενδύσεις να μην έχει απομείνει ως βιώσιμη δημοσιονομική δαπάνη).

Άμεση συνέπεια των παραπάνω η απώλεια της αμυντικής ισορροπίας που είχε εξασφαλισμένη ως τότε η Ελλάδα! Αλλά και στη συνέχεια, όταν το πρόβλημα της αμυντικά μειονεκτικής θεσης της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας έγινε προφανές και εκρηκτικό, η Ελλάδα προχώρησε επί σημιτικού εκσυγχρονισμού με χίλια ζόρια σε προμήθεια και ανανέωση των εξοπλιστικών υποδομών της, με το βλέμμα της περισσότερο στους τραπεζικούς λογαριασμούς μεσαζόντων, πολιτικών παραγόντων και ξανά των ίδιων ιδιωτών-«επιχειρηματιών», οι οποίοι είχαν υποδεχτεί τους πόρους που προηγούμενα είχαν αφαιρεθεί από τους εξοπλισμούς για να γίνουν δημοσία δαπάνη οι επενδύσεις στον «αέρα» της σημιτικής ανάπτυξης!

Ήταν η πολιτική φιλοσοφία του εκσυγχρονισμού  απέναντι στην υποχρέωση να υπηρετηθεί ως δευτερεύον και συμπληρωματικό στοιχείο η ανάγκη να ανανεωθούν οι εξοπλισμοί στην Ελλάδα για να μην καταρρεύσει απολύτως η αμυντική θωράκιση της χώρας. Και αυτό εφαρμόστηκε με βασικό γνώμονα την οικονομικο-πολιτική πρόσδεση της χώρας μας στα γεωπολιτικά συμφέροντα της Ευρώπης στην περιοχή μας (που επαναλαμβάνω δεν ταυτίζονται με τα ελληνικά). Η επιλογή να προτιμηθούν και να αγοραστούν εξοπλισμοί ευρωπαϊκής παραγωγής εκείνη την περίοδο είναι ολοφάνερη. Κατέληξε δε στην πιο αμφιλεγόμενη παρά ποτέ προμήθεια στρατιωτικών εξοπλισμών από την Ελλάδα, ως προς την καταλληλότητα των όπλων που αγοράστηκαν και ως προς το κόστος τους. Κορυφαία απόδειξη του σοβαρότατου σφάλματος που διαπράχτηκε τότε, ήταν η συμμετοχή της Ελλάδας στο παγκοσμίως πιο αστείο παρά ποτέ σχέδιο παραγωγής του μαχητικού αεροσκάφους eurofighter.

Όμως οι συνέπειες της απώλειας εδάφους σε βάρος της Ελλάδας σε ό,τι αφορά τα στρατηγικού χαρακτήρα γεωπολιτικά συμφέροντά της στην ανατολική Μεσόγειο παρέμειναν και έκτοτε σχεδόν έχουν παγιωθεί. Ασφαλώς αν άλλη ήταν η διάταξη της ισρορροπίας στρατιωτικών εξοπλισμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στην περιοχή μας, είναι πολύ αμφίβολο εάν θα είχαν εκδηλωθεί τα γεγονότα του τουρκο-λιβυκού μνημονίου για οριοθέτηση της φανταστικής ΑΟΖ ανάμεσα στις δύο χώρες ή εάν θα μπορούσαν τα τουρκικά πλοία να βολτάρουν ανενόχλητα στη θαλάσσια ζώνη των 12 μιλίων ανατολικά της Κρήτης! Προκαλεί, λοιπόν, μελαγχολία η εικόνα της Ελλάδας ως προς τον σκοπό υπηρέτησης και προαγωγής των στρατηγικού χαρακτήρα γεωπολιτικών συμφερόντων της στην ανατολική Μεσόγειο, ότι καθ’ όλη την περίοδο των κυβερνήσεων του  σημιτικού εκσυγχρονισμού και των πολιτικών διαδόχων τους, κυριάρχησε η εντύπωση  του «τί να την κάνει τη δική της εξωτερική πολιτική η Ελλάδα, όσο την ασκεί για λογαρισμό της η ΕΕ;».

Ωστόσο, και σήμερα επαναλαμβάνονται τα ίδια σφάλματα! Σε μια περίοδο όπου η ΕΕ έχει την εικόνα διεθνούς παράγοντα που συνθλίβεται στις μυλόπετρες της κορυφαίας για τον τρέχοντα αιώνα διαμάχης μεταξύ της δύσης και του τακτικά εμπεδωμένου σινο-ρωσικού τοξου, στην Ασία, την Αφρική και τον Ινδικό Ωκεανό, τί θέση θα είχε η Ελλάδα σ’ αυτή  τη διαμάχη για να συγκροτείται η ελληνική εξωτερική πολιτική του 21ου αιώνα, προς υπηρέτηση των συμφερόντων της χώρας και την παράλληλη προαγωγή της ειρήνης κατά το μέρος που ο λόγος της χώρας μας επηρεάζει τις εξελίξεις; 

Η συζήτηση για την αναλογούσα ως προς το όφελος που θα απεκόμιζε υπέρ της χώρας  δαπάνη για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, όπως διεξάγεται δημοσίως σήμερα είναι αστεία! Είναι «κακό παράδειγμα» να το συζητάμε ως αποκλειστικά ζήτημα μιας μεταφυσικού προσήμου «αμυντικής πολιτικής» και μόνον υπό την παραδοχή ότι η εξοπλιστική ενίσχυση είναι μονόδρομος δεδομένης της εντεινόμενης τουρκικής επιθετικότητας. Αν το κάναμε (και δυστυχώς ήδη το κάνουμε και για τον λόγο αυτόν προκύπτουν και οι επί της πολιτικής ουσίας γελοίες διακομματικές αντιπαραθέσεις) θα καταλήγαμε (όπως ήδη έχουμε καταλήξει) σε άγονους διαλόγους περί «αυτοσκοπού». Αναφορές που μόνον τις λάθος επιλογές επιχειρούν να νομιμοποιήσουν και μάλιστα με την επικολυρική εθνικιστική αναγκαστικότητα του «δεν μπορεί να γίνει αλλιώς και όποιος διαφωνεί είναι εχθρος της Ελλάδας». Αντίθετα, οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί ως επιλογή μιας χώρας οφείλουν να είναι προσαρμοσμένες στη γενικότερη και στρατηγικού χαρακτήρα θεώρηση της αίσθησης του γεωπολιτικού ρόλου της Ελλάδας, σύμφωνα με τον ορισμό που εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας ανάλυσης.

Γι’ αυτό και ποτέ οι δαπάνες για στρατιωτικούς εξοπλισμούς μιας χώρας δεν μπορούν να είναι «αυτοσκοπός»! Αυτό δα έλειπε να μην ορίζεται ως αυτοσκοπός για την εξωτερική πολιτική μιας χώρας η πάγια επιδίωξη της ύφεσης στις διακρατικές σχέσεις της και η επιζήτηση της ειρήνης!

Παράλληλα, βεβαίως «ναι» στην προμήθεια των εξοπλισμών ώστε να υπηρετείται ο στόχος τακτικής αναχαίτισης της αμυντικής ανισορροπίας στο Αιγαίο προς όφελος της Τουρκίας και σε βάρος της Ελλάδας. Υπό την αναγνώριση, όμως, παράλληλα των μεγάλων λαθών που έχουν αναγκάσει σήμερα την Ελλάδα  να πληρώνει πολύ περισσότερα για την προμήθεια εξοπλισμών απ’ όσο θα πληρώναμε αν συντηρούσαμε συστηματικά και με στρατηγικό σχεδιασμό την υπηρέτηση του στόχου «πάγια ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων Ελλάδας-Τουρκίας στο Αιγαίο». Και έχοντας αποφύγει  να επιτρέψουμε  τις αμυντικές υποδομές μας να έχουν αποδυναμωθεί τόσο πολύ, ώστε να μην αναγκαζόμαστε να προμηθευόμαστε σήμερα εξοπλισμούς στη λογική του ay any cost και μάλιστα ακόμη ακριβότερα, επειδή ακριβώς τέτοιες δαπάνες έχουν ακριβύνει λόγω αυξημένης ζήτησης και ένεκα των αλλαγών που έχουν προκύψει στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων και τις νέες εντάσεις. Κι όλ’ αυτά, μέσα σε συνθήκες οικονομικής καταστροφής λογω πανδημίας, έχοντας αυτο-παγιδευτεί ολοφάνερα στη λάθος «εκσυγχρονιστική φιλοσοφία» ως προς την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας, που μόνον με αναφορές σε εθνικιστικού φόρτου και μιλιταριστικής ιδεολογικοπολιτικής συγκρότησης πομφόλυγες μπορούν πια να διασωθούν ως ρητορική προς τους πολίτες για να δικαιολογηθούν οι σημερινές αποφάσεις.

Εδώ είναι και το κατάλληλο σημείο να εξηγηθεί ότι ως προς την απόκλιση των γεωπολιτικών συμφερόντων της Ευρώπης στην ανατολική Μεσόγειο σε σχέση με τα αντίστοιχα ελληνικά, λύση δεν είναι η αποχώρηση από την ΕΕ. Λύση είναι η συνεχής προσπάθεια αποκατάστασης της παραδοχής από μεριάς των ευρωπαίων εταίρων μας του ιδιαίτερου γεωπολιτικού ρόλου (και λόγου) της Ελλάδας με όρους αυτονομίας στην περιοχή μας. Τελικά, αυτό άλλωστε θα ήταν και το στρατηγικό ευρωπαϊκό γεωπολιτικό συμφέρον εν προκειμένω.

Καλώς αγοράστηκαν οι εξοπλισμοί! (Δεν έχω τα τεχνικά στοιχεία ούτε και τη γνώση σχετικά με το αν μπορούσε να γίνει κάτι καλύτερο, δεδομένης της δυσμενούς θέσης της Ελλάδας, όπως εξήγησα αναλυτικά). Όμως από τη στιγμή που δεν συνοδεύεται η αγορά τους με ξεκαθάρισμα του ότι δεν είναι τακτικό ζήτημα λήψης απόφασης λόγω της τωρινής αυξημένης τουρκικής επιθετικότητας, αλλά είναι στρατηγική επιλογή της χώρας για  υπηρετηθεί ο γεωπολιτικός ρόλος της Ελλάδας και δεν συνοδεύεται ταυτόχρονα η προμήθειά τους από μελέτη σκοπιμότητας σχετικά με τη διαπίστωση θετικής σχέσης μεταξύ δαπάνης και απόδοσής της μακροπρόθεσμα,  τότε διαπράττεται ξανά το ίδιο σφάλμα. Πασπαλισμένο μόνο επιπροσθέτως από ολίγην από εθνικισμό της νεο- μητσοτακικής κυβερνητικής φάρσας.   

Επίσης, φυσικά και οι αμυντικοί εξοπλισμοί είναι αναγκαίοι και απαραίτητοι για να υπηρετηθεί ο γεωπολιτικός και ιστορικός-πολιτισμικός ρόλος της Ελλάδας ως γέφυρα συνάντησης  πολιτισμών, θρησκειών, οικονομικών και πολιτικών μοντέλων που αθροίζονται γύρω από τη ζώνη της Μεσογείου. Αλλά αν η ίδια η Ελλάδα ως ο φορέας αυτού του ρόλου επιλέγει πάντα τη λάθος στιγμή και τον λάθος τρόπο να υπηρετήσει τον σκοπό αυτό, τότε εξανεμίζεται εν τη ρύμη του χρόνου και ο ίδιος ο ρόλος.

Άξιο υπενθύμισης είναι ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε ξεκινήσει το πρότζεκτ «εκσυγχρονισμός εξοπλισμών».  Και το είχε κάνει δεδομένων των ασυμβατοτήτων που οριοθετούν την άποψη σημαντικής αλλα φυσικά μειοψηφικής μερίδας των υποστηρικτών του, που αρκούνται στην ακτιβιστικού τύπου (και σε καμιά περίπτωση με την αναγκαία κυβερνητική σοβαρότητα) γραφικότητα του διλήμματος «βούτυρο ή κανόνια». Ωστόσο, ο τρόπος που τελειώνει αυτήν την υπόθεση ο Μητσοτάκης είναι μια βαθύτατη και επί της γεωπολιτικής ουσίας ομολογία ότι η Ελλάδα είναι και στρατιωτικά χώρα–παρίας μέσα στην Ευρώπη. 

Τα τουρκικά στρατεύματα είναι επί δεκαετίες μέσα στην Κύπρο, αλλά όλη η ΕΕ διέρχεται κρίση υστερίας (υπό την ολοφάνερη αμερικανική υποκίνηση) για την πιθανότητα ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης σε χώρα μη μέλος της. Και με τις κυρώσεις να πέφτουν βροχή, ενώ οι κυρώσεις κατά της Τουρκίας έχουν καταστεί απαγορευμένη έννοια για την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική επιπέδου Μπορέλ! Δεν το λες και επιτυχία για την εξωτερική πολιτική μας!