26 Απρ. 2022

Σύντομο συμπληρωματικό σχόλιο για τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία

Η εκλογή Μακρόν και η Ελλάδα

Διαβάζω με προσοχή εκτιμήσεις σχετικά με τις γαλλικές προεδρικές εκλογές και την επανεκλογή Μακρόν. Οι περισσότερες εκκινούν από ελληνικές διεθνο-πολιτικές προσλαμβάνουσες, λες και η Ελλάδα υπήρξε κεντρικό θέμα της προεκλογικής περιόδου στη Γαλλία ή το Παρίσι διαμορφώνει την πολιτική του στο εσωτερικό της χώρας με βάση τα συμβαίνοντα στη χώρα μας.

Έτσι, μεταξύ άλλων συναντώ απόψεις προοδευτικών πολιτών, όπου είναι προφανής η αγωνία τους να αποστασιοποιηθούν από τον Μακρόν κι ακόμη και το ολοφάνερα θετικό γεγονός της καθαρής ήττας Λεπεν να υποτιμάται ως ήσσονος σημασίας στοιχείο του εκλογικού αποτελέσματος. Μάλιστα, στις περιπτώσεις αυτές αυτό που επιστρατεύεται ως επιχείρημα είναι ότι η ακροδεξιά γαλλίδα πολιτικός απέσπασε ποσοστό άνω του 40% στον β΄ γύρο.

Επίσης, βρίσκω μπροστά μου απόψεις που οι υποστηρικτές τους το μόνο που καταλαβαν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές είναι ότι ηττήθηκε ο λαϊκισμός. Δηλαδή, μια απεγνωσμένη απόπειρα (κυρίαρχη στην Ελλάδα από μεριάς της συντηρητικής παράταξης) να τονωθεί η πολιτική «καραμέλα» περί λαϊκισμού της σημερινής ευρωπαϊκής ελίτ, σύμφωνα με την οποία (όπως προσπάθησα να εξηγήσω στην προηγούμενη ανάλυσή μου για τις γαλλικές εκλογές) η μόνη αντίθεση τις σύγχρονες κοινωνίες της ΕΕ είναι το απολύτως πλασματικό δίλημμα αν θα παραταθεί η ίδια πολιτική που την τελευταία 20ετία έχει συρρικνώσει και αφυδατώσει το ευρωπαϊκό ενοποιητικό πρόταγμα ή εάν θα πρέπει αυτή η πολιτική να αλλάξει ως όρος επιβίωσης της ΕΕ.

Νομίζω πως προσεκτικότερη ανάγνωση του γαλλικού εκλογικού αποτελέσματος οδηγεί σε χρήσιμα συμπεράσματα, αποκαλυπτικά για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη. Δεν θα απέφευγα μάλιστα να υποστηρίξω ότι πρόκειται για εκλογικό αποτέλεσμα αυξημένου ειδικού βάρους σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των πολιτικών συσχετισμών δυνάμεων στην ΕΕ.

Πιο συγκεκριμένα, από τις γαλλικές κάλπες αναδύθηκαν ορισμένα βασικά στοιχεία που δεν μπορεί να τα παραβλέπουμε:

- Η αθροιστική δύναμη της δεξιάς-ακροδεξιάς στον α΄ γύρο συρρικνώθηκε κατά 10% περίπου, σε σύγκριση με τις εκλογές του 2017.

- Η αθροιστική δύναμη της αριστεράς αντιστρόφως αυξήθηκε αναλογικά.

- Οι ίδιες οι αναφορές Μακρόν εν αναμονή του β΄ γύρου σαφώς παραπέμπουν σε βαθμιαία απεμπλοκή του από τον νεο-φιλελεύθερο μονόδρομο της πρώτης προεδρικής πενταετίας του, σε πιο ισορροπημένες δημοσιονομικές και κοινωνικές πολιτικές.

- Επίσης, η πλήρης επικύρωση του γεγονότος ουσιαστικής πρόσμιξης της γαλλικής δεξιάς και ακροδεξιάς «εις μίαν πολιτικήν σάρκαν», κάτι που ουδόλως καταγράφτηκε στις εκλογές του 2017, οριοθετεί με όρους πολιτικού positioning τον Μακρόν σε θέση στρατηγικού αντιπάλου της σύμπραξης της γαλλικής δεξιάς-ακροδεξιάς, σε αντίθεση με το φλερτάρισμα που ο ίδιος ο Μακρόν έκανε στις εκλογές του 2017, προσπαθώντας να προσεγγίσει συντηρητικά εκλογικά κοινά.

- Τέλος, η ώριμη στάση Μελανσόν μεταξύ των δύο γύρων (σε αντίθεση με την πολιτικά άγονη και αυτο-απομονωτική αντίδρασή του το 2017), οριοθετεί προς την αντίθετη φορά τις δυνάμει στρατηγικού χαρακτήρα πολιτικές προσεγγίσεις της επόμενης περιόδου στο γαλλικό σκηνικό και επιβεβαιώνει ότι υπάρχει περιθώριο κινήσεων για αλλαγή του πυρήνα της πολιτικής που ασκείται στη Γαλλία εδώ και πολλά χρόνια.          

Σε μια αναμφίβολα πρώιμη θέαση σχετικά με όσα θα ακολουθήσουν όλα συνηγορούν ότι η επόμενη περίοδος στη Γαλλία θα αποδειχτεί ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, με σοβαρή πιθανότητα μετακίνησης του πολιτικού άξονα σε θέσεις αποστασιοποίησης από τη συντηρητική πολιτική που δεσπόζει εδώ και πολύ καιρό στη χώρα. Η σημασία τυχον επιβεβαίωσης αυτής της πιθανότητας είναι φανερό πως θα επηρέαζε σημαντικά την αλλαγή των συσχετισμών δυνάμεων στην Ευρώπη σε προοδευτική κατεύθυνση.

Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η σημασία του τρόπου επανεκλογής του Εμανουέλ Μακρόν, θα ήθελα να αντιδιαστείλω το γαλλικό εκλογικό αποτέλεσμα από το αποτέλεσμα των πρόσφατων γερμανικών εκλογών, όπου κανένα περιθώριο σοβαρών εκτιμήσεων για την αλλαγή πολιτικής στη Γερμανία δεν τεκμαίρεται -το αντίθετο, μάλιστα, περισσότερο ως δήλωση συνέχισης της πολιτικής του Βερολίνου τις τελευταίες δύο δεκαετίες είναι λογικό να εκλαμβάνεται.        

Εδώ πρέπει να τονίσω ότι σε καμιά περίπτωση δεν ασπάζομαι την άποψη ότι «ο Μακρόν έγινε σοσιαλιστής», που ορισμένοι θα έμπαιναν τον πειρασμό να μου χρεώσουν. Αντίθετα, σταθερή και αμετακίνητη είναι η άποψή μου ότι πρόκειται για έναν συντηρητικό πολιτικό. Μόνον που οι εξελίξεις στο κοινωνικό μέτωπο εντός της ΕΕ, που οξύνονται σημαντικά εν μέσω παράτασης της οικονομικής κρίσης και με την εμμονή συνέχισης κατά βάση της περιοριστικής πολιτικής του σοϊμπλισμού, δεν θα ορίζονται εφεξής από την πολιτική ηγεμονία της ανομολόγητης συμμαχίας ευρωπαϊκής δεξιάς-ακροδεξιάς, αλλά όλο και περισσότερο θα συνεκτιμούν τις συνέπειες του ολοφάνερα κλονιζόμενου ευρωπαϊκού κοινωνικού οικοδομήματος. Για τον επανεκλεγέντα Γάλλο πρόεδρο αυτή η παράμετρος κατά δήλωσή του δεν μπορεί να αγνοηθεί στη δεύτερη θητεία του.

Τελειώνω με 3 παρατηρήσεις:

1. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η υπόθεση αλλαγής του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων στην ΕΕ δεν είναι ζήτημα τρέχουσας πολιτικής εξέλιξης, αλλά μεσοπρόθεσμο ενδεχόμενο και υπό τον όρο ότι συντρέχουν (όπως σήμερα) οι συνθήκες ευνοϊκών συσχετισμών στο κοινωνικό πεδίο. Άρα χρειάζεται χρόνος!           

2. Στη Γαλλία (και όχι μόνο) είναι ολοφάνερο το πρόβλημα διαχείρισης και τακτικής αξιοποίησης της βαθμιαίας αντικειμενικής πολιτικής ενίσχυσης της αριστεράς. Δεν είναι τυχαίο ότι εάν οι δυνάμεις της αριστεράς είχαν ενωθεί υπό τον Μελανσόν, θα πέρναγε αυτός στον β΄ γύρο, αντί της Λεπέν. Δεδομένου ότι στην Ευρώπη η συντηρητική παράταξη δεν ορρωδεί να συνεργάζεται (με όρους πλεόν στρατηγικής σύμπλευσης) με την ακροδεξιά, είναι καιρός να κατανοηθεί από την ευρωπαϊκή αριστερά ότι για την αλλαγή του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων στην ΕΕ είναι καίρια προϋπόθεση η προετοιμασία συνεργασίας με προοδευτικές δυνάμεις (ακόμη κι αν αυτές δεν οραματίζονται δομική αλλαγή του κυρίαρχου συστήματος) για να προαχθεί πολιτικά η απεμπλοκή από τις πολιτικές που έχουν οδηγήσει σε απαξίωση τη σημερινή ΕΕ.      

3. Σε συνάρτηση με το προηγούμενο, στην Ευρώπη επίσης είναι ολοφάνερο το πρόβλημα πολιτικής αντιπροσώπευσης της ραγδαία φθίνουσας μεσαίας τάξης. Αν η αριστερά αυτοεξαιρεθεί από τη διεκδίκηση τέτοιων πολιτικών κοινών, τότε απλά εκποιεί σε μια συνέπεια χωρίς πρακτικό αντίκρυσμα την δυνητική παραταξιακή ενίσχυσή της, που θα ήταν σημαντική για τις επόμενες εξελίξεις. Μια τέτοια στρατηγική αλά ΚΚΕ σήμερα δεν έχει κανένα μέλλον.