4 Μαϊ. 2022

Απειλή διαρραγής του ελληνικού εποικοδομήματος

Κλονίζονται τα στοιχεία συνοχής

του ελληνισμού

Εδώ και και μερικά χρόνια τα θεμελιώδη στοιχεία συνοχής του ελληνισμού κλονίζονται συθέμελα!

Και όταν λέμε «ελληνισμός» εδώ, δεν εννοούμε την παραδοσιακή συντηρητική έννοια που προσδίδεται στη λέξη, δηλαδή το αυτοπροσδιοριστικό στοιχείο που με επίκεντρο κυρίως το τρίγωνο εννοιών έθνος-πατρίς-θρησκεία, επικαθόρισε επί δύο αιώνες τον τρόπο πρόσληψης του ίδιου του εαυτού τους από μεριάς των ελλήνων, καθώς και της θέσης τους στον κόσμο.  Ελληνισμός ως σύγχρονη θεώρηση των χαρακτηριστικών του πληθυσμού της χώρας μας δεν είναι άλλο από το ευρύ πλέγμα πολιτισμικών και λοιπών συνεκτικών στοιχείων που συγκροτούν την ταυτότητα του. Ταυτότητα, διακριτή και σε σαφή απόσταση από την μηχανίστικη ομοιομορφία διαφορετικών ανάμεσά τους πληθυσμιακών συνόλων, που για πολιτικο-οικονομικούς λόγους οι ελίτ πιέζουν στην εποχή μας να ομογενοποιηθούν καταναγκαστικά, παραμερίζοντας ή εξαφανίζοντας πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, χωρίς τις οποίες η ιστορία θα γραφόταν με νομισματοπιστωτικούς όρους και όχι με όρους «σημειωτικής των κοινωνικών αντιθέσεων» επί της υφηλίου.

Ο βαθύτατος και επικίνδυνος αυτος διχασμός έχει κορυφωθεί τα τελευταία χρόνια, σ’ ένα ολέθριο μίγμα φληναφημάτων των φορέων του, σύμφωνα με τα οποία ένα μέρος των ελλήνων ουσιαστικά δεν μπορούν να συγκαταλέγονται στους πολίτες της χώρας. Έτσι, μια μερίδα ελλήνων (αισθητά πλειοψηφική, μάλιστα) έχει τεθεί υπό συστηματικό διωγμό, υπό την αδιανόητη απαίτηση ότι οι έλληνες αυτοί είτε θα πρέπει να αναμορφωθούν και να υποταγούν σ’ έναν τρόπο θέασης των πραγμάτων με τον οποίο προδήλως διαφωνούν και τον αντιμάχονται, είτε θα πρέπει να εξοβελιστούν πάση θυσία και με οποιοδήποτε μέσο από το δικαίωμα συμμετοχής τους στις δημοκρατικές διαδικασίες λήψης των αποφάσεων στη χώρα μας.    

Πρόκειται για μια ακραία και πρωτοφανή επίδειξη αριστοκρατισμού όσων διακινούν  αυτές τις απόψεις, και ταυτόχρονα για την πανηγυρική επιβεβαίωση της αντιδημοκρατικής και κατά βάση ολοκληρωτικής αντίληψης των φορέων του νέου διχασμού για τις δημοκρατικές πολιτικές διαδικασίες στην σημερινή Ελλάδα. Αν παλιότερα η δεξιά στη χώρα μας διακινούσε ανεπισήμως ότι «δεν μπορεί μια αγράμματη αγρότισσα να αποφασίζει για το μέλλον της χώρας, τουλάχιστον ισόκυρα με το ποσο μετράει η γνώμη ενός σπουδαγμένου», σήμερα η αδιανόητη αυτή θέση έχει απροσχημάτιστα μετακινηθεί στο ακροδεξιάς κοπής πρόταγμα «δεν μπορεί οι αριστεροί να είναι εκείνοι που θα αποφασίζουν όπως όλοι οι υπόλοιποι για το μέλλον όλων μας». Οι διώξεις και οι οργανωμένοι και μαζικοί στιγματισμοί προοδευτικών συμπολιτών μας για να εικονογραφηθούν οι ανομολόγητες απομονώσεις και οι προσχεδιασμένες εξωθήσεις στο πολιτικό περιθώριο μερίδας των ίδιων συμπολιτών μας (π.χ. τελευταίο παράδειγμα οι γελοιοποιητικές φωτογραφίες ομιλητών στο πρόσφατο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ), επισφραγίζουν του λόγου το ασφαλές.

Η κορύφωση αυτής της ανεπίτρεπτα διχαστικής στάσης, που όπως ήδη υπογράμμισα απειλεί σοβαρά το συνεκτικό ιστό του ελληνισμού στην εποχή μας με κίνδυνο εξανδραποδισμού των διαφοροποιών στοιχείων μας ως ξεχωριστής πληθυσμιακής και πολιτισμικής οντότητας στην Ευρώπη κι ολόκληρον τον κόσμο, έχει εκδηλωθεί τα τελευταία λίγα χρόνια. Καταλυτικό αίτιο για την αυξημένη επιθετικότητα των οπαδών αυτού του διχασμού (αν και το πρόβλημα έρχεται από παλιότερα), η κυβέρνηση Τσίπρα 2015-2019, η οποία κλόνισε σοβαρά τις ως τότε βεβαιότητες της πολιτικής και οικονομικής ελίτ ότι η πολιτική παράταξη που την εκπροσωπεί είναι η μόνη που φέρει το δικαίωμα να ασκεί και να νέμεται την πολιτική εξουσία. Με αφορμή το δημοψήφισμα του 2015, μια πρωτοφανής επιχείρηση κατανομής των ελλήνων σε «σωστούς» και «λάθος» (δηλαδή επιδεχόμενους «διόρθωση») εκδηλώθηκε από τους φορείς του σημερινού διχασμού μας. Η κορύφωση της ίδιας επιχείρησης με τον εμμονικό αντισυριζισμό που ακολούθησε και συνεχίζεται ως σήμερα, συνιστούν το επεξηγηματικό πλαίσιο του σημερινού, ακραίου και τελικά πολύ επικίδυνου για τον τόπο νέου διχασμού.        

Βεβαίως, από τους ίδιους φορείς του νέου ελληνικου διχασμού και μερίδας όσων εκόντες-άκοντες υιοθετούν αυτήν την εκδοχή (κυρίως από το ΚΙΝΑΛ) υπάρχει και μια «αντι-αφήγηση» για όλ’ αυτά. Κατ’ αυτή την «αντι-αφήγηση» ο διχασμός αυτός θα πρέπει να χρεωθεί στην αντιπολίτευση που ασκήθηκε στη μνημονιακή επιλογή του Γιώργου Παπανδρέου, την περίοδο 2010-2011. Κάπως έτσι και με προφανώς κατασκευασμένες εικόνες που καμιά σχέση δεν έχουν με την πολιτική πραγματικότητα, για τον νέο διχασμό ευθύνεται ο …ΣΥΡΙΖΑ.

Πρόκειται για μια θέαση στα πράγματα που δεν έχει στοιχειώδη αντοχή σε οποιαδήποτε αναμέτρηση με την αλήθεια. Αρκεί να υπενθυμίσω ότι η ουσιώδης επί της πολιτικής διαδικασίας πράξη ανατροπής του εκλεγμένου τότε πρωθυπουγού Γ. Παπανδρέου, συντελέστηκε από βουλευτές του ίδιου του κόμματός του και όχι φυσικά από βουλευτές άλλων κομμάτων, ιδίως του ΣΥΡΙΖΑ που τότε ήταν περιθωριακή δύναμη.     

Για να επιστρέψουμε στο θέμα του νέου διχασμού ως μεγάλης απειλής κατά της σημερινής Ελλάδας και υπό τον προφανή κίνδυνο διαρραγής του ελληνικού εποικοδομήματος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τον Μαρξ «βάση» της κοινωνίας είναι οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, ενώ «εποικοδόμημα» είναι το πολιτικό της σύστημα, οι νόμοι, οι θεσμοί, η εκπαίδευση, η θρησκεία, η ηθική, η τέχνη, και άλλες δραστηριότητες της πνευματικής και κοινωνικής ζωής των ανθρώπων. Να σημειωθει εδώ ότι ο Μαρξ θεωρούσε το εποικοδόμημα παράγωγο της βάσης και όχι αυτοδύναμο παράγοντα της πολιτικής διαδικασίας. Όμως, ακόμη και με βάση τη συμβατική μαρξική θεώρηση, «βάση» μέσες-άκρες είναι το αντικειμενικό στοιχείο της όλης υπόθεσης (περίπου στα βασικά χαρακτηριστικά του ίδιο και απαράλλαχτο σ’ όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες), με το «εποικοδόμημα» να αποτελεί τον κρίσιμο πυρήνα διαφοροποίησης κάθε κοινωνίας (περίκλειστης φυσικά στα όρια ενός κράτους) από τις άλλες. Και εδώ αυτό μας ενδιαφέρει κατά προτεραιότητα!

Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος για τη χώρα! Αυτό που διακυβεύεται εδώ δεν είναι μια πολιτική ή παραταξιακή αντίθεση, έστω και σε υψηλούς τόνους. Αντίθετα αυτό που κινδυνεύει να πληγεί ανεπανόρθωτα είναι αυτή η εδραιωμένη ως σήμερα αντίληψη ομοιογένειας και πολιτισμικής ώσμωσης των ελλήνων (γλώσσα, θρησκεία, παραδόσεις, αίσθηση χώρου γεωπολιτικής αναφοράς, οριοθετήσεις ή προσεγγίσεις με όμορους λαούς κ.λπ), που εδώ και δεκαετίες αποτελούν την «πρώτη ύλη» της αντιλαμβανόμενης ενότητας των πολιτών της χώρας.

Δεν χρειάζεται να αναφερθεί -ως αυτονόητο- ότι τυχόν οριστική διαρραγή του ελληνικού επικοικοδομήματος (όπως αυτό εξηγήθηκε πιο πάνω) είναι μέγας κίνδυνος πολιτικής (και συνάγωγα γεωστρατηγικής) αποσταθεροποίησης του τόπου. Οι δε συνέπειες αυτού δεν εξαντλούνται σε παραταξιακό επίπεδο αλλά συνεπάγονται απώλειες στο επίπεδο των ύψιστων συμφερόντων της χώρας και των πολιτών της. (Ήδη την τελευταία διετία καταγράφονται υποχωρήσεις από πάγια και ως σήμερα  διαπαραταξιακά αποδεκτά πλαίσια σχετικά με τα ελληνικά κυριαρχικά και  εκμεταλλευτικά δικαιώματα στις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και την νοτιανατολική Μεσόγειο. Υποχωρήσεις τις οποίες ανέχονται -αν δεν υποστηρίζουν- οι φορείς και τα πρόσωπα του νέου ελληνικού διχασμού).    

Επίσης, πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι αυτός ο ύψιστος κίνδυνος διαρραγής του ελληνικού εποικοδομήματος, συμπίπτει με την ακραία σημερινή εικόνα των ταξικών αντιθέσεων ως αποτέλεσμα συγκεκριμένης πολιτικής, συγκεκριμένης κυβέρνησης και συγκεκριμένης πολιτικής ηγεσίας. Κι αυτό είναι ένα σημείο που φορτίζει περαιτέρω τον ίδιο τον νέο διχασμό της Ελλάδας, προσδίδοντάς του μάλιστα και αυξημένη πολιτική αμεσότητα.              

Για την ιστορία (αλλά και λόγους βαθύτερης κατανόησης του πολιτικού υπόβαθρου του νέου διχασμού) θα πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό και στην κατακλείδα του παρόντος κειμένου, πού βρίσκονται οι αφετηρίες όλης αυτής της υπόθεσης. Αρχής γενομένης από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, οπότε και με την αποκαθήλωση του Ανδρέα Παπανδρέου τελειώνει και ο κύκλος των μεταδικτατορικών πολιτικών ηγεσιών, οι οποίες και αποκατέστησαν και ενδυνάμωσαν παρά τις διαφορές τους το ελληνικό «εποικοδόμημα», όπως εννοείται στον παρόν κείμενο.

Δεν μπορεί κανένας να γνωρίζει τον βαθμό ανάμιξης του εξωτερικού παράγοντα σε όσα ακολούθησαν -αν και αναμφίβολα ο δυτικός άξονας του διεθνούς πλαισίου διατηρεί παγίως και αυξημένο ενδιαφέρον για το γεωπολιτικό ρόλο της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή (Βαλκάνια, ελληνο-τουρκικά, ΕΕ και ανατολική μεσόγειος). Μια περιοχή, όπου ο αμερικανο-ευρωπαϊκός διεθνής παράγοντας δεν ήταν και πολύ ικανοποιημένος από την ελληνική στάση εδώ κατά την περίοδο από την πτώση της χούντας ως το 1996. (Και λαμβανομένου υπόψη ότι η στάση της Ελλάδας ως επιλογή της πολιτικής ηγεσίας της και με διαπαραταξιακή αποδοχή κατά την περίοδο αυτή αντανακλά απολύτως τις αντιλήψεις του σήμερα απειλούμενου «ελληνικού εποικοδομήματος», ως συλλογικής αίσθησης των ελλήνων για τη χώρα και τον ιστορικό και γεωπολιτικό ρόλο της στην περιοχή μας).               

Απ’ αυτή την οπτική το περιστατικό των Ιμίων (ως το σημείο αντιστροφής μιας πορείας που ένωσε τους έλληνες) αποκτά αυξημένο συμβολικό και πρακτικό βάρος, ως κρίσιμο σημείο των εξελίξεων. Η Μαδριτη, το Ελσίνκι, οι εμφανείς δυτικές πιέσεις επί δεκαετίες, η διαμεσολαβηση Μάθιου Νίμιτς, το σχέδιο Ανάν σηματοδοτούν τη βαθμιαία υποκατασταση του πλαισίου λήψης των αποφάσεων που σε συνθήκες ενότητας οι έλληνες ασκούσαν διά των πολιτικών εκπροσώπων τους την εξωτερική πολιτική της χώρας. Και αντίστροφα η συμφωνια των Πρεσπών συμβολίζει την τελευταία προσπάθεια εξορθολογισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Ασφαλώς δεν είναι καθόλου συμπτωματική η τυχοδιωκτική επένδυση στο εθνικιστικό στοιχείο από μεριάς ΝΔ και ΚΙΝΑΛ σχετικά με τη συμφωνία των Πρεσπών. Διότι πρόκειται για τα δύο κόμματα που υπήρξαν οι κύριοι φορείς της συνεχιζόμενης έως σήμερα απόπειρας διαρραγής του ελληνικού εποικοδομήματος.