14 Μαϊ. 2022

Οι νέες αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα ως επιβεβαίωση της εξάρτησης

Η ελληνο-αμερικανική συμφωνία

επικυρώνει τη γεωπολιτική ήττα μας

Η ελληνο-αμερικανική συμφωνία που ενέκρινε η Βουλή αποτελεί το επιστέγασμα μιας μακράς προσπάθειας του δυτικού παράγοντα (και κυρίως των αμερικανών) να αναθεωρήσουν το μοντέλο και τα αποδεδειγμένα θετικά αποτελέσματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, που χτίσηκε με ευρεία λαϊκή αποδοχή από την πτώση της χούντας και εντεύθεν και πρωτίστως από την άνοδο του ανδρεοπαναδρεϊκού ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση το 1981.

Ένα μοντέλο που παρά τις εργώδεις προσπάθειες της δύσης  να ανατραπεί, παρέμεινε ισχυρό και αποτελεσματικό μέχρι την άνοδο του Κυριάκου Μητσοτάκη στην κυβέρνηση το 2019.

Τα σημεία που αποδεικνύουν τη σταθερή και παραγωγική για τα συμφέροντα της Ελλάδας ελληνική εξωτερική πολιτική στη βάση αυτού του μοντέλου, αναφέρω επιγραμματικά στη συνέχεια:  

- Ο ιδρυτής της ΝΔ, Κων/νος Καραμανλής αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και τις ενδείξεις ανάμιξης εκεί αμερικανικών κύκλων αλλά και αμερικανικής παρουσίας στις κινήσεις που κατέληξαν στην επιβολή της 7ετούς δικτατορίας στην Ελλάδα, πράγμα που άλλωστε επιβεβαιώθηκε αργότερα με την όψιμη συγγνώμη του Μπιλ Κλίντον στον ελληνικό λαό.    

- Ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ προχώρησε σε πλήρη αναδιαπραγμάτευση των ελληνο-αμερικανικών αμυντικών σχέσεων, με αποτέλεσμα την απομάκρυνση της πληθώρας των αμερικανικών βάσεων (ανάμεσά τους και κάποιες με πυρηνικά όπλα) από την Ελλάδα, όπου στάθμευαν 22.000 αμερικανοί στρατιώτες. (Κι επειδή ο σημερινός ανάξιος κληρονόμος του ΠΑΣΟΚ δεν υπερασπίστηκε αυτά ιστορικά δεδομένα στη Βουλή αντιδρώντας στις  προκλητικές και απαξιωτικές για τον Ανδρέα Παπανδρέου  αναφορές του Κυριάκου Μητσοτάκη -αφήνοντας αυτή την υποχρέωση στον Αλέξη Τσίπρα, που την υπηρέτησε στο ακέραιο- να πούμε ότι είναι αισχρό ψέμα αυτό που είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή ότι ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ  συμφώνησε για την παραμονή των αμερικανικών βάσεων. Ο Ανδρέας Παπανδρέου διαπραγματεύτηκε και πέτυχε χρονοδιάγραμμα απομάκρυνσης των αμερικανικών βάσεων από την Ελλάδα επί τη βάσει χρονοδιαγράμματος 5ετίας. Χρονοδιάγραμμα που τηρήθηκε απολύτως και μάλιστα η απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων ευοδώθηκε συντομότερα από ό,τι είχε συμφωνηθεί).

- Ο Κώστας Καραμανλής ως πρωθυπουργός έθεσε βέτο στο ΝΑΤΟ για την ένταξη της σήμερα Βόρειας Μακεδονίας με τις τότε ξεκάθαρα αλυτρωτικές σε βάρος της Ελλάδας διεκδικήσεις των Σκοπίων, αποκρούοντας τις ασφυκτικές αμερικανο-ευρωπαϊκές πιέσεις που τότε ασκήθηκαν στην  Ελλάδα να υποχωρήσει. Εκείνο το βέτο υπήρξε η βάση για τη διαλλακτική στροφή και την υποχώρηση της γειτονικής μας χώρας, αφού οι δυτικές πιέσεις με την αποφασιστική ελληνική αντίδραση εστράφησαν προς τα Σκόπια, με τελικό αποτέλεσμα την απολύτως παραγωγική συμφωνία των Πρεσπών.

- Τέλος, ο Αλέξης Τσίπρας εκτός από την απόλυτη απόδοση σ’ αυτόν της μεγάλης και εξαιρετικά θετικής για την Ελλάδα και τη διεθνή θέση και το κύρος της χώρας μας συμφωνίας των Σκοπίων, ξεκίνησε νέα διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ για τη σύναψη νέας αμυντικής συμφωνίας. Μιας συμφωνίας που αναμφίβολα επιβάλλουν οι τεκτονικές αλλαγές στους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων. Διότι φυσικά στην ανάγκη αυτή αναπροσαρμογής των διμερών και πολυμερών εξωτερικών σχεσεων της χώρας όταν αλλάζουν οι διεθνείς ισορροπίες, κανένας δεν αντιτίθεται.

Και ακριβώς στο σημείο αυτό βρίσκεται ένα ακόμη μεγάλο και αισχρό ψέμα που ξεστόμισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή, ότι δήθεν η τότε κυβέρνηση Τσίπρα δεν αντέδρασε για την παράδοση από τις ΗΠΑ στην Τουρκία των F35! Η ακριβής διατύπωση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι: «Για τα F35 όταν πήγατε στην Ουάσιγκτον τί κάνατε; Η Τουρκία θα αγόραζε 100. Δεν υπήρξε μια αναφορά σας κ. Τσίπρα να πείτε στις ΗΠΑ να μην δώσει τα F35. Και έρχεστε σήμερα και μας κουνάτε το δάχτυλο. Μα πόση υποκρισία». …Μόνο που επί κυβέρνησης Τσίπρα-ΣΥΡΙΖΑ ήταν που κατόπιν συντονισμένων κινήσεων της Αθήνας η αμερικανική Γερουσία ακύρωσε τη συμφωνία Τουρκίας-ΗΠΑ για τα  F35, με το νομοσχέδιο των γερουσιαστών Μενέντες και Ρούμπιο που ενέκρινε το αμερικανικό νομοθετικό σώμα, με βαρύτατες κυρώσεις κατά της Τουρκίας. (Αντίθετα με ό,τι απέτυχε να εξασφαλίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και από μεριάς της ΕΕ).

Και στη Βουλή προ ημερών ξεστόμισε και δεύτερο χοντρό ψέμα ο πρωθυπουργός σχετικά με την κυβέρνηση Τσίπρα-ΣΥΡΙΖΑ, ότι ήταν δήθεν η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη που πέτυχε την επέκταση των χωρικών υδατων μας στο Ιόνιο στα 12 μίλια. Φυσικά του διέφυγε ότι αν δεν είχε προηγηθεί η επίμονη προσπάθεια Τσίπρα-Κοτζιά για διμερείς συνεννοήσεις με την Αλβανία και με εφαλτήριο το κλίμα που διαπέρασε όλα τα Βαλκάνια ως απόρροια της συμφωνίας των Πρεσπών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για επέκταση των χωρικών υδάτων μας στο Ιόνιο στα 12 μίλια. (Κι αυτή είναι η καλοπροαίρετη εκδοχή! Διότι υπαρχει και η άλλη, σύμφωνα με την οποία μετά το σοβαρό πρόβλημα στα συμφέροντα της Ελλάδας που προέκυψε από το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο για τη δήθεν ΑΟΖ μεταξύ των δυό αυτών χωρών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και με την Ελλάδα να βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο σύρθηκε σε συμφωνία με την Ιταλία για την κοινή ΑΟΖ μας, και αφού παραχώρησε στην Ιταλία ελληνική θαλάσσια επικράτεια αντι της «μέσης γραμμής» όπως ορίζει το διεθνές δίκαιο, παραχώρησε στους ιταλούς και ελληνικά εκμεταλλευτικά δικαιώματα στο Ιόνιο. Κρείττον σιγάν, αντί ανοίκειας θρασύτητας για τον σημερινό καταστροφέα της χώρας μας!)      

Βέβαια, ό ανθρωπος που μαζί με τα επαίσχυντα αποδεδειγμένα πλέον ψεύδη ότι δήθεν η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε ξεπουλήσει το όνομα Μακεδονία στις Βρυξέλλες με αντάλλαγμα τη μη περικοπή των συντάξεων, δεν έχει κανένα πρόβλημα να συνεχίζει τις αερολογίες και τα ψεύδη που αλλοιώνουν την αλήθεια. Όμως έτσι αποδεικνύεται ότι η τακτική της συστηματικής ψευδολογίας και του εθνικιστικού λαϊκισμού (που δυστυχώς ακουλούθησε και το ΚΙΝΑΛ τόσο στη στάση του για τη συμφωνία των Πρεσπών όσο και στο μύθευμα περί ξεπουλήματος του ονόματος Μακεδονία), επιβεβαιώνουν ότι μόνο με διαστρεβλώσεις της πραγματικότητας μπορεί να επιβιώνει ο κλονιζόμενος σήμερα πρωθυπουργός. Και το κάνει υποβοηθούμενος από τα εξαγορασμένα από τον ίδιο μέσα ενημέρωσης, χωρίς τα οποία δεν θα άντεχε στην κυβέρνηση ούτε λίγες ώρες.

Αυτή την διαπαραταξιακή ως το 2019 ελληνική εξωτερική πολιτική που ενέκριναν (και συνεχίζουν να εγκρίνουν κατά συντριπτική πλειοψηφία και σήμερα) οι έλληνες πολίτες, έρχεται να ανατρέψει η ελληνο-αμερικανική αμυντική συμφωνία που ψήφισαν χέρι-χέρι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Νίκος Ανδρουλάκης!

Πρέπει να γίνει σαφές -και για να κατανοηθεί και η αλληλουχία πολλών γεγονότων τα τελευταία 30 χρόνια- ότι αμέσως μετά την αποχώρηση του εμπνευστή και βασικού δημιουργού αυτής της ανεξάρτητης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ιδρυτή και θεματοφύλακα των αρχών του ιστορικού ΠΑΣΟΚ, ξεκίνησε η συντονισμένη προσπάθεια του δυτικού παράγοντα και των ελλήνων συμπαραστατών του να ανατραπεί αυτή η αποτελεσματική ελληνική εξωτερική πολιτική, που διασφάλισε ως τις μέρες μας τα μείζονα συμφέροντα της χώρας. Έχω αναφέρει και σε άλλη πρόσφατη ανάλυσή μου ότι το συμβολικό σημείο που εγκαινιάζει την απόπειρα ανατροπής της παραγωγικής  διαπαραταξιακής και αντικειμενικά ενοποιητικής για τους έλληνες εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας, με στρατηγικό στόχο της δύσης να επαναρυμουκληθεί η χώρα μας σε ρόλο δορυφορικής χώρας, αντί της ανεξαρτησίας με την οποία πορευτήκαμε επί δεκαετίες, είναι το περιστατικό των Ιμίων! Όλα δηλαδή ξεκίνησαν ελάχιστο χρόνο μετά την αποχώρηση του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και μόλις ανέλαβε την πρωθυπουργία ο Κώστας Σημίτης.

Ακολούθησαν η Μαδρίτη και το Ελσίνκι, οι διαμεσολαβήσεις Νίμιτς για το μακεδονικό, καθώς και πολλά άλλα γεγονότα, με τελευταίο μεγάλο περιστατικό αυτής  της συστηματικής απόπειρας να περισταλούν οι όροι ανεξαρτησίας ως προς τη χάραξη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και να καταστεί η χώρα μας γεωπολιτικό εξάρτημα της δυτικής παγκόσμιας στρατηγικής, τη «μεγάλη κίνηση» με το σχέδιο Ανάν για το Κυπριακό, που ευτυχώς ξεπεράστηκε!

Είναι ανάγκη να κατανοηθεί ότι η διεθνής τοποθέτηση μιας χώρας -ιδίως σ’ ένα αποσταθεροποιημένο παγκόσμιο περιβάλλον- δεν είναι ένα μεταφυσικό ζήτημα για τις πολιτικές ηγεσίες, ούτε όχημα εσωτερικής πολιτικής επικοινωνίας και -κυρίως- δεν είναι εθνικιστική ανάγκη για μια χώρα. Αντίθετα, η εξωτερική πολιτική είναι κατανοητή και αποτελεσματική μόνον ως διαλεκτική απόρροια της πραγματικής και ρεαλιστικής προαγωγής των μεγάλων συμφερόντων του τόπου, από υπεύθυνες κυβερνήσεις με αίσθηση καθήκοντος και ευθύνης απέναντι στη χώρα και τους πολίτες της. Το εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανταποκρίνεται στοιχειωδώς σ’ αυτά, υπό την κρίση όλων μας!  

Κυρίως, όμως, η νέα ελληνο-αμερικανική συμφωνία συνιστά απαράδεκτη για την Ελλάδα διακρατική συνεννόηση, διότι αυτό που κυρίως αναδύεται απ’ αυτήν είναι ότι οι ΗΠΑ προσχωρούν σε στάση αποδοχής των απαράδεκτων και παράνομων τουρκικών διεκδικήσεων κατά της Ελλάδας στις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, εγκαταλείποντας τις κυρώσεις και την προηγούμενη σαφή αντίθεση των ΗΠΑ γι’ αυτές τις ανήκουστες τουρκικές αξιώσεις, όπως είχε εξασφαλίσει η κυβέρνηση Τσίπρα-Κοτζιά. Έτσι, το αδιανόητο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο και οι βόλτες τουρκικών πολεμικών πλοίων εντός της ζώνης των 12 μιλίων από τις ανατολικές ακτές της Κρήτης παγιώνονται πλέον ως δεδομένα στον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής. Κι αυτό με τη σύμφωνη γνώμη του Κυριάκου Μητσοτάκη!

Για να το ξεκαθαρίσω: «Ναι» σε προσεταιρισμούς ισχυρών συμμάχων σε συνθήκες γενικευμένης αποσταθεροποίησης του διεθνούς σκηνικού και ιδίως λόγω του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Όμως αυτό δεν γίνεται με άτσαλο κλονισμό άλλων κρίσιμων συμμαχιών, που είναι καθοριστικές π.χ. για τη διεθνή πτυχή του Κυπριακού και τις προσπάθειες επίλυσής του με αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων (που κι αυτό είχε πετύχει να τεθεί στο τραπέζι ο Νίκος Κοτζιάς) και σταθεροποίηση της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Και είναι ακριβώς σε συνθήκες παγκόσμιας απορρύθμισης, οπότε και οι μεγάλες δυνάμεις επιζητούν συμμαχίες με όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες, να  διαπραγματεύεσαι σκληρά για να πετύχεις το μέγιστο δυνατό όφελος για τη χώρα σου. Αντί να δρας σαν να έχεις αποδεχτεί το τουρκο-λιβυκο μνημόνιο, που σε θετει στη δυσμενή θέση του αδύναμου τοπικού παράγοντα, ο οποίος μόνο τα χειρότερα πιθανολογεί ως το μέλλον του τόπου και των πολιτών της.

Άλλωστε η ιστορία δείχνει ότι στρατιωτικές βάσεις άλλων ισχυρών χωρών στο έδαφός σου, καθόλου δεν λειτουργούν ανασχετικά για τυχόν επιθετικές ενεργιες από άλλη χώρα (εν προκειμένω την Τουρκία) σε βαρος της ίδιας της χώρας σου.

Οι βρετανικές βασεις στην Κύπρο καθόλου δεν κατέστησαν παράγων ανάσχεσης της τουρκικής επιθετικότητας και αποτροπής της τουρκικής εισβολής του Αττιλα. Το αντίθετο, ίσως!