16 Μαϊ. 2022

Μετά τις εσωκομματικές εκλογές στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Ο Τσίπρας, ο Μητσοτάκης

και ο Ανδρουλάκης…

Αν ο Τσίπρας δεν επιθυμεί να έχει την τύχη του ΚΙΝΑΛ, που από το ΠΑΣΟΚ του 45% σε 2 χρόνια έπεσε στο 13% και στη συνέχεια μέσα σ’ άλλα 2 χρόνια κατρακύλησε στο 4% και το μόνο που του απέμεινε είναι καμιά 200 χιλιάδες μέλη ευκαιρίας και ένα γλίσχρο εκλογικό ποσοστό για να δικαιούται να διεκδικεί κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή, τότε θα πρέπει να θυμάται ένα πράγμα: τους πολίτες μπορείς μια φορά να τους ξεγελάσεις με την επικοινωνία των εξαγορασμένων μέσων ενημέρωσης. Άπαξ και οι πολίτες αντιληφθούν, όμως, ότι τους κοροϊδεύεις μέσα στα μούτρα τους, τότε ο κολασμός είναι βαρύς και αμετάκλητος.

Το βιώνει το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ -κι ας κάνουν ότι δεν το καταλαβαίνουν, μεσα στην ιδιότροπη χοντροπετσιά της πολιτικής μπαμπεσιάς με την οποία μεταχειρίστηκαν τη μεσαία τάξη και τους προδευτικούς πολίτες για να περισώσουν την επαφή τους με την εξουσία και τα προνόμια- που είναι αδυνατο να βελτιώσει την προσβασή του στον κόσμο υψηλότερα από τη ζώνη του 10%.

Νομίζω πως πολύ σύντομα θα το βιώσει και ο εξπέρ της παραπλάνησης των πολιτών μέσω εξαγορασμένης ενημέρωσης της κοινής γνώμης και ειδήμων της πολιτικής απάτης στις προσεχείς εκλογές.

Το αναφέρω αυτό, τώρα πια έχουν ωριμάσει οι συνθήκες και γίνεται πιο καθαρό αυτό που θέλω να πω, επειδή σε τελευταία ανάλυση είναι μια μεγάλη πολιτική σκιαμαχία ό,τι προσπάθησαν πολιτικά να πετύχουν η «ομπρέλα» και οποιαδήποτε άλλη ομάδα-ημιφραξιονιστικής νοοτροπίας μεσα στον ΣΥΡΙΖΑ. Η ψευδαίσθηση ότι ελέγχοντας ως οικτρή κοινωνική μειοψηφία τον μηχανισμό ενός κόμματος θα μπορούσες να εξαργυρώσεις αυτόν τον μηχανιστικό έλεγχο με κάποια λαϊκή συνδρομή ή έστω ανοχή σε πολιτικές θέσεις με αντίστοιχα μειοψηφικό αντίκρυσμα στην κοινωνία, χωρίς καμιά ουσιαστική αναφορά σε ευρέα κοινά, οδήγησε τις κάθε λογής «ομπρέλες» σε τεχνάσματα ολοφανερης γραφειοκρατικής λογικής. Τις οδήγησε επίσης σε πρακτικές αντίστοιχες με εκείνες που κρατούν το ΚΚΕ επί δεκαετίες προσκολλημένο στο περιθώριο, τόσο σε ό,τι αφορά την εκλογική επιρροή του όσο και ως προς σε ποιό βαθμό οι απόψεις αυτού του κόμματος επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις -πρακτικά κάτι που εκ του αποτελέσματος πολιτικά μοιάζει πολύ με την αποχή στις εκλογές. Ο ορισμός της «χαμένης ψήφου»!          

Αυτή είναι η μεγάλη ποιοτική διαφορά της περίπτωσης Τσίπρα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον όποιον εκ των αρχηγών του χώρου ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ ηγήθηκαν αυτού του κόμματος-πιστού γραναζιού στήριξης της ελληνικής πολιτικής, επιχειρηματικής και μιντιακής ελίτ, μετά τον Γ. Παπανδρέου.

(Και δεν είναι καθόλου τυχαίο -συμβολικά και επί της πολιτικής ουσίας- ότι στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ το συνέδριο έπεται της εκλογής του πρόσφατα εκλεγέντος νέου αρχηγού του, ενώ στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ το τελείως αντίθετο. Επί αποφασισμένης δηλαδή βάσης και πλαισίου πολιτικής είναι δεσμευμένη η ηγεσία του Τσίπρα στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ενώ στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ επί πολιτικού κενού και επικοινωνιακών πομφολύγων εκλέχτηκε και ο τελευταίος αρχηγός του και εκ των υστέρων θα καθοριστεί σε ποιά πολιτική βάση και με ποιές αρχές θα πορευτεί η καινούρια ηγεσία, παραβιάζοντας ακόμη και τα όποια επιφανειακά μηνύματα και τις εντολές που αναδύθηκαν από την πρόσφατη κομματική κάλπη για τον αρχηγό -για παράδειγμα ήδη παραμερίζεται η ρητή εντολή αποκλεισμού κάθε συνεργασίας με τη δεξιά. Όπως εξ ίσου είναι απολύτως ενδεικτικό της διαφοράς πολιτικών ποιοτήτων ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ ότι ο πρώτος εξέλεξε ταυτόχρονα πρόεδρο και κεντρικό καθοδηγητικό όργανο του κόμματος ενώ στο δεύτερο όλα τα άλλα κομματικά όργανα ορίστηκε να εκλεγούν μετά την εκλογή του νέου προέδρου).

Ο Τσίπρας δεν πλασαρίστηκε ως διεκδικητής ενός ξεροκόμματου εξουσίας ζητώντας να πάνε οι 150.000 πολίτες που προσήλθαν στις μετασυνεδριακές κάλπες του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και να τον στηρίξουν. Ο Τσίπρας ήρθε με ισχυρά τεκμήρια λαϊκής αποδοχής και παρά τη μανιασμένη σε βάρος του κατευθυνόμενη και με το αζημίωτο αρνητική προπαγάνδα, για να νομιμοποποίησει με όρους κομματικών διαδικασιών αυτή τη φύση της λαοπρόβλητης πολιτικής υπόστασής του. Άλλωστε, όπως έχει αποδείξει και η εμπειρία της μεγαλύτερης πολιτικής προσωπικότητας μεταδικτατορικά, όταν σε μια ηγεσία συντρέχει το στοιχείο της διαλεκτικής σχέσης με τις λαϊκές μάζες και τα κινήματα τα όποια τυπικά στερεότυπα οποιουδήποτε κόμματος κάμπτονται ως αχρείαστες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Οι κομματικές ανάγκες οφείλουν να ακολουθούν τις επιταγές του θεμελιώδη κανόνα της δημοκρατίας, δηλαδή της λαϊκής αποδοχής, και όχι το αντίστροφο, δηλαδή η δημοκρατία να υποχωρεί για να ικανοποιηθούν οι καταστατικές ρυθμίσεις του οποιοδήποτε κόμματος. Πρόκειται για τη λεπτή διάκριση ανάμεσα στην πολιτική ουσία και τη γραφειοκρατική αντίληψη της πολιτικής που δεσπόζει στα περισσότερα κόμματα.  

Επομένως, η ενσωμάτωση των ευρέων κοινών που ακολουθούν τον Τσίπρα (που ως σήμερα και παρά την προσπάθεια επί διετία η ενσωμάτωση αυτή να γινόταν με κανονικούς όρους, αλλά λόγω πανδημίας και των αντιδράσεων δεν ευωδόθηκε ομαλά, με έντεχνες απωθήσεις από την «ομπρέλα» των νέων μελών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στο ενδοκομματικό περιθώριο), είναι ένα βαθύτατα πολιτικό γεγονός, εσωτερικού εκδημοκρατισμού του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με την  αντιστοίχηση των απόψεων των μαζών που ακολουθούν το κόμμα, με τις αποφάσεις και τις πρακτικές των κομματικών λειτουργιών του.      

Ας αποπειραθεί -αν το τολμήσει- ο οποιοσδήποτε παραλληλισμό αυτού του λαοπρόβλητου στοιχείου στην εικόνα του Αλέξη Τσίπρα με τους Κυριάκο Μητσοτάκη και Νίκο Ανδρουλάκη, για να γίνει αμέσως ορατή και διά γυμνού οφθαλμού η τεράστια διαφορά. Έτσι θα κατανοηθεί πλήρως για ποιό λόγο τόσο η εκλογή του προέδρου της ΝΔ όσο και του προέδρου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ είναι εκούσες -άκουσες καταγεγραμμένες στη συνείδηση της κοινής γνώμης ως προϊόν κομματικών μηχανισμών ενώ η  εκλογή του Τσίπρα ως απόρροια αυθόρμητης προσέλευσης κοινών, τα οποία στο πρόσωπο του προέδρου αναζητούν ουσιαστική πολιτική αντιπροσώπευση, που ως σήμερα δεν αισθάνονταν πως απολάμβαναν με επάρκεια αν και ψήφιζαν ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.          

Ένα παράδειγμα ακόμη για να γίνει πιο κατανητό ό,τι υποστηρίζω: Τώρα τελευταία (κυρίως στα κοινωνικά δίκτυα) βλέπω να διακινείται η -εντέχνως σερβιρισμένη- άποψη, ότι δεν μπορεί να αποδίδεται καμιά κατηγορία στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ για την άρνησή του να συζητήσει στα σοβαρά τη με δική του συμβολή προοπτική μιας προοδευτικής κυβερνητικής διεξόδου, ως μόνης αναγκαίας λύσης στο καθοδικό καταστροφικό σπιράλ στο οποίο έχει περιέλθει η χώρα την τελευταία διετία. Σύμφωνα, λοιπόν, με την άποψη αυτή, το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί  να κατηγορείται ότι δεν συμβάλλει στη διαμόρφωση των όρων συγκρότηση της αναγκαίας προδευτικής κυβερνητικής διεξόδου, διότι, λέει, αν θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ …ας κάνει κυβέρνηση μαζί με τη ΝΔ!  

Ξέρετε τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως για το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ προτεραιότητα έχει να σχηματιστεί η ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ κυβέρνηση. Καμιά επαφή, δηλαδή, δεν έχει η σημερινή γραμμή του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ με τις ανάγκες της χώρας, όπως αυτές αναδύονται από την ξεκάθαρη και οπωσδήποτε εκφραζόμενη λαϊκή βούληση για κυβέρνηση προοδευτικού πολιτικού προσήμου και απομάκρυνση κατ’ απόλυτη προτεραιότητα του σημερινού καταστροφέα και τη δεξιάς-ακροδεξιάς από εξουσία.

Αλήθεια, μετά απ όλ’ αυτά, σας φαίνεται πως έχει καμιά σχέση επί της πολιτικής ουσίας η εκλογή Τσίπρα ως προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, με την εκλογή Κυριάκου Μητσοτάκη και Νίκου Ανδρουλάκη ως προέδρων στα κόμματά τους;