26 Μαϊ. 2022

Η παγκόσμια ειρήνη και η δίκαια κατανομή του πλούτου

Η οικονομία, ως αίτιο

δημοκρατικής αποσταθεροποίησης

Με την ευκαιρία των όποιων συζητήσεων γίνονται με αφορμή το φόρουμ του Νταβός, είναι φανερό πως θα πρέπει να τεθεί σ’ ολόκληρη τη δύση στα σοβαρά επί τάπητος το θέμα της φορολόγησης του πλούτου και της δίκαιας ανακατανομής του. Κάτι που που με τη σημερινή ακραία συσσώρευση τεράστιου πλούτου σε όλο και λιγότερους, αποτελεί πια παγκόσμιο αντιαναπτυξιακό πρόβλημα και ταυτόχρονα αίτιο σοβαρής κοινωνικής αποσταθεροποίησης και τελικά αμφισβήτησης της ίδιας της δημοκρατίας.

Στα ελληνικά πολιτικά δεδομένα, για προφανείς λόγους, τέτοια ατζέντα με πιθανότητες ρεαλιστικού επηρεασμού της οικονομικής πολιτικής δεν μπορεί να υιοθετήσει κανένα άλλο κόμμα εξουσίας εκτός από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορούσε να δομήσει το κατά γενική ομολογία ελλειματικό  διεθνές προφίλ και κύρος του, πάνω σ’ αυτή την αζέντα, με μια στοχευμένη διεθνή εκστρατεία -κάτι ανάλογο και τηρουμένων των αναλογιών με την «κίνηση των 6», με 3 αξονες: Ειρήνη-Κοινωνική Δικαιοσύνη-Δημοκρατία.

Με πρόχειρες σκέψεις στην κίνηση αυτή θα μπoρούσαν να ενταχθούν σχετικά εύκολα η Ελλάδα μέσω του προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η Αίγυπτος, το Μεξικό και η Ινδία.

Την κίνηση, επίσης, θα μπορούσαν πλαισιώσουν πολιτικές προσωπικότητες όπως ο Μπέρνι Σάντερς και ο Τζέρεμι Κόρμπιν, ενώ «κρυφό χαρτί» της θα μπορούσε να γίνει ο Μελανσόν. Ακόμη, στο δυναμικό της θα μπορούσαν να προστεθούν και άλλες πολιτικές προσωπικότητες αλλά και ακαδημαϊκές προσωπικότητες διεθνούς εμβέλειας και κύρους.

Για την ανάληψη της πρωτοβουλίας και την εξέλιξη της θα πρέπει να ενημερωθούν ο Γ.Γ. του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, ο επικεφαλής των ευρωπαίων σοσιαλιστών  Σεργκέι Στάνισεφ και ο Γ. Παπανδρεου ως επικεφαλής της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, από τους οποίους δέον όπως ζητηθεί στήριξη της προσπάθειας. Τέλος, σκόπιμο είναι να επιχειρηθεί να συμπράξει και ο ΟΟΣΑ, με κεντρικό στοιχείο της δικής του συμβολής τη μάχη απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου, το οποίο εδώ και χρόνια (αλλά με επίκεντρο τελευταία τον πόλεμο στην Ουκρανία, κατά κόρον) έχει μεταλλαγεί σ’ έναν σκληρό ανομολόγητο προστατευτισμό, που πλήττει τις αδύναμες χώρες, αλλά και τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα στο εσωτερικό της κάθε χώρας ξεχωριστά. (Τυχόν οδηγία του ΟΟΣΑ για «ανοιχτούς ωκεανούς», για παράδειγμα, θα μπορούσε να συμβάλλει καταλυτικά στην απελευθέρωση της διακίνησης των αγαθών και στη σημαντική αποκλιμάκωση των τιμών τους, που λόγω του μανιακού προστατευτισμού που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, καταλήγουν να συμπιέζουν ασφυκτικά το εισόδημα των νοικοκυριών στις καταναλώτριες χώρες).      

Φυσικά επειδή τις επαφές αυτές δεν μπορεί να τα αναλάβει κανένας πρόεδρος κόμματος λόγω των τρεχουσών υποχρεώσεών του, τη συγκεκριμένη προετοιμασία και το «τρέξιμο» θα μπορούσε να αναλάβει ο Νίκος Κοτζιάς, του οποίου η εμπειρία δεν μπορεί να παραμένει ακόμη άγονη για την προοδευτική παράταξη.  

Θα πρέπει εξ αρχής να τονιστεί ότι το περιεχόμενο της πρωτοβουλίας αυτής δεν επιδέχεται εξειδίκευση σε μια πρόταση διεθνούς εφαρμογής. Απλά θα (μπορούσε να) ορίσει το γενικό πλαίσιο μιας αντιπρότασης για την άγονη παγκοσμιοποίηση, που δεσπόζει επί δεκαετίες, σήμερα βρίσκεται σε φάση προϊούσας απορρύθμισης, ενώ παραμένει και στις μέρες μας το προνομιακό πεδίο για προτάσεις και υποδείξεις ακολουθητέας οικονομικής πολιτικής προς όλες τις χώρες του πλανήτη από πλευράς των συντηρητικών διεθνών οικονομικών οργανισμών, όπως έχουν ριζώσει από την εποχή του Bretton Woods.    

Η αδυναμία της πρωτοβουλίας αυτής να καταλήξει σε εξειδίκευση μιας πρότασης διεθνούς εφαρμογής (για την οποία προφανώς διψούν οι παγκόσμιες αγορές εντός της γενικευμένης αποσταθεροποίησης στην εποχή μας), οφείλεται στο ότι οι συνθήκες ανά χώρα διαφέρουν.

Για παράδειγμα στην Ελλάδα το θέμα της άμεσης ανάγκης αναθεώρησης του περιουσιολογίου (που από την εφαρμογή του τελευταίου ΕΝΦΙΑ αποδείχτηκε ότι είναι δεν είναι άλλο από φορολογική «αρπαχτή» του κράτους υπό συντηρητική κυβέρνηση και μόνο δευτερευόντως συμβάλλει στην μετακύληση βαρών από τους μικρομεσαίους στους πλουσίους, δηλαδή έπληξε ακόμη περισσότερο τον ήπια προοδευτικό τόνο του φορολογικού μας συστήματος, αντί να τον τονώσει), είναι πρωτεύον να προηγηθεί.

(Ειρήσθω εν παρόδω η αστάθεια του φορολογικού μας συστήματος -αλλαγές κάθε τόσο, ανάλογα με το ποιά κοινωνικη τάξη εκπροσωπεί η εκάστοτε κυβέρνηση- αποτελεί ενδημικό πρόβλημα για την ελληνική οικονομία. Έτσι η εξειδίκευση του πνεύματος της διεθνούς κίνησης που περιγράφτηκε πιο πάνω στην Ελλάδα θα ήταν η ανάληψη δέσμευσης για ένα σταθερό φορολογικό σύστημα για μια τουλάχιστον δεκαετία, με παράλληλη πρόσκληση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (που είναι ο μόνος που θα μπορούσε να το κάνει για λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί) στα άλλα κόμματα, για προσέλευση σ’ έναν ειλικρινή δημόσιο διάλογο με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων με ζητούμενο ακριβώς ένα δεκαετές σταθερό φορολογικό σύστημα αποκατάστασης των κοινωνικών ισορροπιών, που τα τελευταία 20 χρόνια έχουν καίρια θιγεί. Ένα φορολογικό σύστημα με ρήτρα ανανέωσής του για ακόμη δέκα έτη, με σταθερούς συντελεστές και κανόνες δίκαιας ανακατανομής του πλούτου, ώστε να αποφορτιστεί η οικονομία και η κοινωνική απορρύθμιση που τη συνοδεύει από την παγίδα ενός αναπτυξιακού αυτοσκοπού, που τα τελευταία πολλά χρόνια δεν φέρνει ανάπτυξη, ενώ την ίδια ώρα επιδεινώνει τη θέση των ασθενέστερων, με αποτέλεσμα να συκοφαντείται σε τελευταία ανάλυση και η έννοια «ανάπτυξη».

Ένα φορολογικό σύστημα, για παράδειγμα για τα νοικοκυριά, με τη θέσπιση φορολογικού πλαφόν, πάνω από το οποίο δεν θα επιτρέπεται να επιβαρύνονται οι φτωχοί και οι μικρομεσαίοι, και ταυτόχρονα φορολογικού πατώματος, κάτω από το οποίο δεν θα επιτρέπεται να πέφτουν οι πλούσιοι. Και για την εταιρική φορολογία με σταθερό συντελεστή επί των καθαρών κερδών υψηλότερο από τον σημερινό, αλλά με ισχυρά κίνητρα φοροαπαλλαγών (των μόνων που θα επιτρέπονται) ανάλογα με το πόσα από τα κέρδη τους θα επανεπενδύουν οι επιχειρήσεις, αντί να ενισχύουν τα κεφαλαιακά αποθέματά τους, που ακριβώς αυτά θα είναι επιβαρυμένα με φορολογικά αντικίνητρα).

Τέλος, ένα φορολογικό σύστημα ουσιαστικής αναθεώρησης και εκλογίκευσης της έμμεσης φορολογίας, που αποδεδειγμένα είναι λίαν επιβαρυντικό για τους ασθενέστερους, που καλούνται να πληρώνουν όσο και οι πλούσιοι για υπηρεσίες και αγαθά -που τα περισσότερα στην εποχή μας είναι απολύτως αναγκαία για την ανεμπόδιστη λειτουργική επάρκεια της καθημερινότητας των πολιτών ανεξαρτήτως εισοδήματος).  

Φυσικά, εκτός από τη φορολογία, που είναι το βασικό αλλά όχι το μόνο μέσο εξασφάλισης πόρων για τη λειτουργία του δημόσιου τομέα αλλά και για τη διαδικασία κατανομής του πλούτου, χρειάζεται επίσης ένα σταθερό σύστημα αμοιβών της εργασίας (με λογικές τιμαριθμικές αναπροσαρμογές όταν ο πληθωρισμός για τον οποιονδήποτε λόγο ξεφεύγει, όπως σήμερα, ως θεμελιώδη πρόβλεψη προστασίας του εισοδήματος των νοικοκυριών) και ένα αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος (υγειονομική ασφάλιση και συντάξεις).

(Θα επικαλεστώ στο σημείο αυτό τη σταθερή οικονομική πολιτική της Γερμανίας στο εσωτερικό της, η οποία εγκαινιάστηκε επί του καγκελαρίου Γκέχαρντ Σρέντερ και παγιώθηκε επί Άγγελας Μέρκελ. Ακολουθείται κατά βάση απαράλλαχτη, δηλαδή, εδώ και 20 κι ακόμη περισσότερα χρόνια, ενώ πολιτικά καλύπτεται τόσο από τους χριστιανοδημοκράτες όσο και από τους σοσιαλδημοκράτες -ακόμη και σήμερα. Βεβαίως να υπογραμμιστεί εδώ ότι στην περίπτωση της Γερμανίας επικράτησε το μονοσήμαντο πρόταγμα να ενισχυθεί η γερμανική οικονομία, ακόμη και σε βάρος των άλλων χωρών-μελών της ευρωζώνης, όπως έχει αποδειχτεί πανηγυρικά. Εδώ, όμως, ο λόγος για μια εσωτερική οικονομική πολιτική που εμπεδώθηκε πλήρως στη γερμανική κοινωνία και απέβη λίαν αποτελεσματική μέσα στην χώρα. Μια οικονομική πολιτική, που και ακόμη και σήμερα πολύ διστακτικά οι γερμανοί αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο εγκατάλειψής της, παρ’ ό,τι είναι πια φανερό ότι με την παγκόσια κρίση της πανδημίας και των πολέμων πλήττεται κατάστηθα με υφεσιακές πιέσεις και πληθωρισμό και η ίδια η γερμανική οικονομία και την ίδια ώρα το μόνο που ενδιαφέρει το Βερολίνο είναι να κλιμακώνει τις πιέσεις του προς την ΕΚΤ να αυξήσει τα επιτόκια, κάνοντας το χρήμα ακριβότερο προς όφελος των τραπεζών του, μολονότι έτσι η επενδυτική κίνηση θα δυσχερανθεί).

Για να επιστρέψω, όμως, στη διεθνή πρωτοβουλία που προτείνεται στο σημερινό κείμενο, ας δούμε και μια εκδοχή παγκόσμιας οικονομικής σύμπραξης, με άμεσο στόχο την προάσπιση της ειρήνης. Προτείνεται, λοιπόν (σε αντίθεση με τις χρηματοδοτήσεις χωρών προς κατ’ όνομα διεθνείς αμυντικούς οργανισμούς, που στο επιχειρησιακό DNA τους, όμως, αδυνατούν να εντάξουν την επιζήτηση της ύφεσης), η συγκρότηση ενός διεθνούς ταμείου υπό τον ΟΗΕ για την ενίσχυση των φτωχότερων χωρών του πλανήτη. Ενός ταμείου με χρηματοδότηση από τις χώρες που έχουν εξαγωγικές βιομηχανίες οπλισμού. (Ας το πούμε «διεθνής φόρος εμπορίας όπλων»). Είναι ένα μόνο παράδειγμα εναλλακτικής διεθνούς οικονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο της οποίας προάγεται η ειρήνη, σε αντίστιξη με τη σημερινή παγίδευση της ανθρωπότητας στις νόρμες των σημερινών κανόνων της άγονης παγκοσμιοποίησης, που τελικά αντί να βοηθούν προβληματικές οικονομίες τις υπερχρεώνουν (με φωτεινό παράδειγμα την Ελλάδα), ουσιαστικά ενισχύοντας τις εντάσεις και προαναγγέλλοντας νέες γεωπολιτικές αποσταθεροποιήσεις.        

Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι ένας λογικός πολίτης του κόσμου θα διαφωνούσε με κάτι απ’ όσα περιγράφτηκαν με πολύ γενικούς όρους παραπάνω. Ωστόσο είναι καιρός ο κόσμος να απεγκλωβιστεί από τον κλοιό της παγκόσμιας συντηρητικής μειοψηφίας (πολιτικά και ταξικά οριζόμενης), που εξακολουθεί να κρατά την υφήλιο στην καθοδική δίνη διαφύλαξης του συσσωρευμένου -και συσσωρευόμενου και σήμερα- πλεονάσματος υπέρ των πλουσίων.     

Η λύση του σημερινού εμφανούς αδιεξόδου στη συγκρότηση του ισχύοντος διεθνούς οικονομικού μηχανισμού, δεν είναι οι φιλανθρωπικές ενέσεις από το υστέρημα χωρών όπου και εκεί η φτώχεια για μεγάλο αριθμό νοικοκυριών πλέον καραδοκεί. Το πολύ-πολύ με τέτοιες πρωτοβουλίες (που φυσικά θα πρέπει να συνεχιστούν έως ότου θεμελιακά ανοδομηθούν οι παγκόσμιες οικονομικές λειτουργίες) να διασκεδάζονται οι ενοχές των φτωχών της δύσης. Ενώ αυτό που ο κόσμος ψάχνει αγωνιωδώς και η ανθρωπότητα αναζητεί κατ’ απόλυτη προτεραιότητα είναι μια άλλη διεθνή πολιτική και οικονομική ισορροπία από τη σημερινή.