4 Ιουν. 2022

Οι ίσες αποστάσεις της δύσης από την Αθήνα και την Άγκυρα

Οι ΗΠΑ, η ΕΕ,

η Τουρκία και η Ελλάδα

Η σαφής αδυναμία της δύσης (σε διάφορους τόνους και με διαφορετική κατά περίπτωση τεκμηρίωση) να εκφράσει τη ρητή και έμπρακτη καταδίκη της για τις ανήκουστες πλέον τουρκικές διεκδικήσεις κατά θεμελιωδών κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, είναι απολύτως αποκαλυπτική των συνεπειών του αδιεξόδου, όπου έχει αχθεί η ευρύτερη δυτική γεωπολιτική στρατηγική.

Δεν μπορώ να υποστηρίξω με βεβαιότητα εάν το αδιέξοδο αυτό είναι αποτέλεσμα της μακράς -και και με χαρατηριστικά πια μονιμότητας- οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης (δηλαδή αν το αίτιο είναι η ασθμένουσα οικονομία και η πολιτική αποσταθεροποίηση που κατά κανόνα ακολουθεί ανάλογες εκάστοτε συγκυρίες), ή αν απλά όλα οφείλονται στην εμφανή αδυναμία ακατάλληλων και ανίσχυρων ηγεσιών να ενεργήσουν αποτελεσματικά. Και νομίζω πως δεν έχει και πολύ σημασία μεθοδολογικά και πρακτικά να αναλώνουμε πολύ χρόνο για να διαπιστωθεί ποιό από τα δύο παραπάνω ενδεχόμενα ισχύει. Για την οικονομία του χρόνου και την ανάγκη να είμαστε ρεαλιστές στις σκέψεις μας επί της ταχύτατα μεταβαλλόμενης και με μάλλον αποσταθεροποιητικό και επικίνδυνο τρόπο ως σήμερα διεθνούς ισορροπίας, θα θεωρήσω, λοιπόν, ότι ισχύουν και τα δύο: βαθύτατη και πολυεπίπεδη κρίση και ανεπαρκέστατες δυτικές ηγεσίες ταυτοχρόνως!  

Η περίπτωση της ελληνοτουρκικής υπόθεσης είναι κατά τη γνώμη μου από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα χρεοκοπίας της δυτικής γεωπολιτικής στρατηγικής. Επί 45 περίπου χρόνια τώρα, η λογική της τελικά αφελούς at any cost (για την ελληνική πλευρά) ελληνοτουρκικής «φιλίας», στο πλαίσιο της εδραζόμενης επί έωλων ιστορικών δεδομένων αντίληψης ότι μπορεί να υπάρξει τέτοια «φιλία» (και όχι μια ισορροπία αλληλοσεβασμού της εκατέρωθεν ισχύος), έχει καταλήξει την τελευταία διετία στο πρακτικό αποτέλεσμα διαρκούς υποβάθμισης και οπισθοχώρησης σε ό,τι αφορά την προάσπιση θεμελιωδών ελληνικών δικαιωμάτων, που για οποιαδήποτε άλλη χώρα της δύσης θα ήταν η αυτονόητη στάση.

Η αφροσύνη επένδυσης της ΕΕ και ευρύτερα της δύσης στην αποδυνάμωση (γεωπολιτική αποδυνάμωση, αλλά τα τελευταία χρόνια πρωτίστως οικονομική) της Ελλάδας, ως μέσου για να «περάσει» η πολιτική τους στην περιοχή μας, σήμερα καταρρέει με πάταγο. Φυσικά, τα ελληνοτουρκικά δεν είναι αποκομμένα από τη γενικότερη διεθνή αποσταθεροποίηση και για τον λόγο αυτό η επικίνδυνη αναβάθμιση της έντασης στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο στη διεθνή αποτύπωσή τους κρύβονται πίσω από το ουκρανικό. Άλλωστε ένας από τους σκοπούς της αποδεδειγμένα αφελούς εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ ως διεθνούς οντότητας ήταν και παραμένει η προσπάθεια να αποφύγει η Ευρώπη μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση σ’ όλο το μήκος της ευρασιατικής μεθορίου και όλα να επικεντρωθούν στη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα, αφού στις Βρυξέλλες κυριαρχεί ο τρόμος του ρωσικού επεκτατισμού (κάτι, που η Μόσχα με τόση αφροσύνη κατέστησε τεκμηριωμένο, με το πώς εισέβαλε στην Ουκρανία, αν και είχε και έχει βάσιμα επιχειρήματα για τις γενοκτονικού επιπέδου πρακτικές κατά πληθυσμών ενδιαφέροντος της Μόσχας στην ανατολική Ουκρανία).        

Όπως και νά ‘ναι, αυτό που επί δεκαετίες δεν έγινε αντιληπτό στις δυτικές πρωτεύουσες είναι ότι η γεωπολιτική και οικονομική αποδυνάμωση της Ελλάδας, με κύρια ευθύνη των επιλογών της δύσης, συντελεί ευθέως στην ανατροπή των (όποιων εναπομενουσών) ισορροπιών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Και τούτο, διότι η ολοένα και πιο αδύναμη Ελλάδα ως συστατικό μέρος της εκούσας-άκουσας δυτικής στρατηγικής στην περιοχή μας, εκ των πραγμάτων υποκινεί νέες επεκτατικές φιλοδοξίες για την τουρκική ηγεσία. Έτσι, αυτό που επιχειρεί αγωνιωδώς να αποφύγει η Ευρώπη, δηλαδή η αποσταθεροποίηση στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο και ένα γενικευμένο και εκτεταμένο μέτωπο αστάθειας κατά μήκος της ευρασιατικής μεθορίου από τη Βαλτική ως την ανατολική Μεσόγειο, αντί να αποτρέπεται, ενισχύεται ως ενδεχόμενο.   

Μ’ άλλα λόγια, η αναβάθμιση των διεκδικήσεων σε βάρος των ελληνικών κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, δεν είναι μια υπόθεση που ερνηνεύεται καθ’ ολοκληρία από τον ιστορικά παγιωμένο επεκτατισμό της Άγκυρας και τη ρητορική μεγαλοκρατισμού του σύγχρονου τουρκικού κράτους, αλλά σε σημαντικό βαθμό οφείλεται στην υποχώρηση του ειδικού βάρους της Ελλάδας για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις και τα συμφέροντα της ΕΕ καθώς και για τη νατοϊκή ασπίδα στην περιοχή μας. Κι αυτά αναφίβολα προέκυψαν και ως απόρροια της τεράστιας πίεσης που ασκήθηκε από το 2010 και μέχρι σήμερα κατά της Ελλάδας για τις ανάγκες της νομισματικής φιλοδοξίας της ΕΕ υπό γερμανική πρωτοκαθεδρία, και προσέλαβε αυτή η πίεση αυτή έκτοτε ασφυκτικό χαρακτήρα μέσω της επιλογής των μνημονίων. Μιας επιλογής -της μνημονιακής- που αποδεικνύεται όχι μόνο εγκληματικά εσφαλμένη ως μέσο εξυγίανσης μιας προβληματικής οικονομίας χώρας-μέλους της ευρωζώνης, αλλά πια αναδεικνύεται και ως βασικό αίτιο για τη σημερινή κατάρρευση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ στην περιοχή μας.

Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι υπήρξαν  και πρόδρομα συμπτώματα για την ήττα της ευρωπαϊκής γεωπολιτικής στρατηγικής στην ανατολική Μεσόγειο. Τα δύο χαρακτηριστικότερα παραδείγματα γι’ αυτό είναι η πολιτική της ΕΕ στον πόλεμο της Συρίας και το προσφυγικό-μεταναστευτικό από το 2015 και μετά και με εμφανή την τουρκική προσπάθεια να αξιοποιηθεί αυτό κατά της Ελλάδας αλλά και ως διαπραγματευτικό μέσο της Άγκυρας απέναντι στις Βρυξέλλες για να αποσπάσει πιστώσεις και αυξημένο λόγο στις εξελίξεις στο Αιγαίο. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η υποχώρηση των Βρυξελλών σ’ αυτές τις αξιώσεις της Τουρκίας είναι δείγμα επαρχιωτισμού σε ό,τι αφορά το πως η ίδια η ΕΕ αντιλαμβάνεται τη στάση και τα συμφέροντά της στην περιοχή μας. Μεταξύ των άλλων, διότι υποχωρώντας η ΕΕ στις ανωτέρω τουρκικές αξιώσεις και μετατρέποντας τη χώρα μας σε ενοχική ευρωπαϊκή αποθήκη ψυχών (για να μην κλονιστούν οι στα όρια του ανοιχτού ρατσισμού δεξιές-ακροδεξιές συντηρητικές πολιτικές στη βόρεια Ευρώπη) συνέβαλε σημαντικά στην περαιτέρω αποδυνάμωση της Ελλάδας. Και τούτο, διότι έτσι η χώρα μας αντί να γίνεται διεθνώς κατανοητή και αποδεκτή ως αναπόσπαστο μέρος μιας διεθνούς οντότητας (δηλαδή της ΕΕ) και των γεωπολιτικών συμφερόντων της, μεταπίπτει σε αδύναμο κρίκο, επιδεχόμενο αμφισβήτηση και ως προς την ευρωπαϊκή ταυτότητα της Ελλάδας αλλά και ως προς το ποιά διεθνή δικαιώματα της χώρας μας είναι τυπικά (διεθνές δίκαιο και UNCLOS) και ουσιαστικά απαράγραπτα.

Λίγα λόγια ακόμη, σχετικά με το γιατί οι ΗΠΑ αντικειμενικά στέκονται ευνοϊκά απέναντι στην Άγκυρα στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η εμπεδωμένη εδώ και δεκαετίες αμερικανική στρατηγική στην ανατολική Μεσόγειο εδράζεται σε δύο βασικά σημεία: την βεβαιότητα ότι εδώ υπάρχουν πολύ σημανικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων (ανεξάρτητα του ότι μόλις τα τελευταία χρόνια και για διάφορους λόγους έχει ενεργοποιηθεί η διαδικασία εκμετάλλευσής τους), και τη θεώρηση της περιοχής του Αιγαίου από την αμερικανική στρατηγική ως κρίσιμης περιοχής για την άσκηση πιέσεων με σκοπό την περικύκλωση του ρωσικού παράγοντα στην αν. μεσόγειο. Οι αμερικανοί, δηλαδή, δεν μπορουν καν να διανοηθούν «μπίζνες υδρογοναθράκων» στην αν. αμεσόγειο χωρίς την Τουρκία, είτε γιατί πιστεύουν ότι τα οικονομικά οφέλη θα έκαναν τις ιστορικές νομοτέλειες στην περιοχή μας να ατονήσουν (σε μια πραγματικα αφέλη πρόσληψη των κανόνων που ορίζουν τους τοπικούς συσχετισμούς δυνάμεων), είτε γιατί δεν έχουν άλλο τρόπο να αντιλαμβάνονται τον παρεμβατικό αυτοσκοπό τους τους ως υπερδύναμη ει μη μόνον ως διαμεσολαβητές διαφορών που τους προσφέρουν ρόλο -που αλλιώς δεν θα είχαν.  

Είναι απολύτως ενδεικτική της ρηχότητας της αμερικανικής διπλωματίας, η τελευταία παρέμβαση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, μετά τις τελευταίες ακραίες τουρκικές αμφισβητησεις της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Η ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, λοιπόν, αναφέρει ότι κυριαρχία της Ελλάδας δεν αμφισβητείται μεν, οι δύο χώρες θα πρέπει δε και με διπλωματικό τρόπο να λύσουν τις διαφορές τους. Και το ερώτημα προκύπτει αβίαστα: Αν είναι δεδομένη η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου ποιές είναι οι «διαφορές» που θα πρέπει να συζητηθούν διμερώς; Και, άραγε, οι υπόλοιπες τουρκικές προκλήσεις, όπως για παράδειγμα οι παραβιάσεις διεθνώς και επισήμως ανακηρυγμένου κατά το διεθνές δίκαιο εναέριου χώρου της Ελλάδας στα 10 μίλια, και αυτές θα πρέπει να τεθούν στο τραπέζι του διμερούς ελληνο-τουρκικού διαλόγου που φαντασιώνονται στις ΗΠΑ ως μέσο άμβλυνσης των εντάσεων που παράγει το Αιγαίο;

(Ειρήσθω εν παρόδω, στην άγονη αμερικανική στάση που προανέφερα, προστέθηκε χθες και η ανάλογη αδόκιμη και ιστορικά έωλη στάση της ΕΕ. Συγκεκριμένα, σε ανακοίνωση της κομισιόν σχετικά τις τελευταίες ακραίες τουρκικές προκλήσεις κατά της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου ανακηρύσσεται ως μόνη παραβίαση του διεθνούς δικαίου από μεριάς της Τουρκίας η τελευταία πολύ επικίνδυνη πρακτική υπερπτήσεων τουρκικών μαχητικών πάνω από κατοικημένα ελληνικά νησιά στην περιοχή. Λες και τα μη κατοικημένα ελληνικά νησιά αποστερούνται του δεδομένου από διεθνείς συνθήκες καθεστώτος κυριαρχίας της Ελλάδας! Ή μήπως η αμφισβήτηση που εντέχνως προκάλεσαν οι Τούρκοι στα Ίμια και ο Κώστας Σημίτη απέτυχε παταγωδώς να ανασχέσει, έχει παραγάγει κάποιο νέου περιεχομένου διεθνές δίκαιο το οποίο εδράζεται στην αδιανόητη παραδοχή ότι η Τουρκία έχει εξ ορισμού λαμβάνειν κατι από την Ελλάδα στην περιοχή του αρχιπελάγους; Η παρασπονδία της ΕΕ είναι διπλά άξια επιτίμησης, διότι υποτίθεται ότι οι ευρωπαίοι έχουν πιο εξελιγμένη και περισσότερο στηριζόμενη σε αρχές και αξίες εξωτερική πολιτική. Ως «ουρά των ΗΠΑ», όμως, οι γερμανοκρατούμενες Βρυξέλλες αδυνατούν να υπηρετήσουν ακόμη και τα στοιχειώδη απ’ όσα απορρέουν από τη φύση του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος ως ευγενούς ιδέας για τον τρόπο συγκρότησης, οργανωσης και λειτουργίας υπερθνικών οργανισμών στις μέρες μας.  

Στο σημείο αυτό ίσως είναι η στιγμή να διερευνηθεί εάν και κατά πόσο η υποτιμητική για την Ελλάδα και αντικειμενικά φιλοτουρκική στάση της ΕΕ σχετικά με την ένταση στο Αιγαίο ως απόρροια της τουρκικής επιθετικότητας ευθύνεται για το σπρώξιμο της Ελλάδας στην αγκαλιά των ΗΠΑ, τουλάχιστον όσον αφορά την εξωτερική μας πολιτική. Θα το ξανασυζητήσουμε αυτό το σημείο…)                  

Για να επιστρέψω στις ΗΠΑ, τα παραπάνω είναι οι λόγοι που εξηγούν γιατί η αμερικανική πολιτική στην περιοχή μας δεν μπορεί εξ αρχής να ταχθεί καθαρά στο πλευρό της Ελλάδας. Αν το έκαναν η Τουρκία θα απέμενε χωρίς κανένα ρόλο στον ευρύτερης σημασίας αγωγό Εastmed. Επίσης, αν οι ΗΠΑ ακολουθούσαν τις αρχές που διέπουν το διεθνές δίκαιο (και οι ΗΠΑ σχετικά πρόσφατα υπέγραψαν και τη διεθνή σύμβαση για Δίκαιο της Θάλασσας, για λόγους που αφορούν στην προαγωγή των συμφερόντων τους στο Ειρηνικό) θα είχαν ήδη απορρίψει το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο για την φανταστική κοινή ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας-Λιβύης. Κάτι που αδυνατούν να κάνουν γιατί στην Ουάσιγκτον εξακολουθούν να φαντασιώνονται αφελέστατα ότι η Τουρκία θα μπορούσε να είναι μέρος μιας πολυμερούς σταθερότητας στην ανατολική Μεσόγειο, αδυνατώντας να κατανοήσουν ότι φύση και φιλοσοφία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής είναι η ενθυλάκωση κάθε φορά κεκτημένων που οι Τούρκοι προσπορίζονται κατόπιν επεκτατικών πρακτικών κατά των γειτόνων τους και αμέσως μετά την ενθυλάκωση αυτών που δεν θα δικαιούνταν να κατέχουν (π.χ. βόρεια Κύπρος) απλά θέτουν καινούριες επικράτειες προς αυριανή ενθυλάκωση, αφού αυτή είναι η βάση του τουρκικού εθνικιστικού επεκτατισμού.

Μ’ όλα αυτά, όμως, αποκαλύπτεται και εξηγείται γιατί  ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ψέλλισε ούτε λέξη στην ομιλία του στις ΗΠΑ, ούτε για τον Εastmed, ούτε για το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο για την φανταστική κοινή ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών. Ως κάτι σχετικά με τις παραβιάσεις στο Αιγαίο τόλμησε να φτάσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του στις ΗΠΑ, για να εισπράξει την επιβαρυντική για την Ελλάδα αμερικανική θέση για διμερή ελληνο-τουρκικό διάλογο, αποφορτισμένο μάλιστα από το ποιά χώρα επιτίθεται και διεκδικεί και ποιά χώρα είναι υποχρεωμένη να προασπίζει τα δικαιώματά της. (Βεβαίως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης σιωπώντας για τον Eastmed και το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο προσωπικά ενθυλάκωσε το επικοινωνιακό όφελος, που ευτυχώς ο ανόητος εκπρόσωπός του την Ελλάδα έσπευσε να αποδομήσει, ανακηρύσσοντας τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη μέσα σε κλίμα γενικής θυμηδίας σε πολιτικό «παγκόσμιας εμβέλειας).

Αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του στις ΗΠΑ είχε αναφερθεί στον Eastmed  και στο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, θα είχε υπερασπιστεί τα ελληνικά συμφέροντα, αλλά θα είχε δυσαρεστήσει τους αμερικανούς και δεν θα εισέπραττε το επικοινωνιακό κέρδος που χρειαζόταν για να προσπαθήσει να ανακόψει την κατάρρευσή του στο εσωτερικό ελληνικό μέτωπο. Ως πρωθυπουργός έκανε την επιλογή του και κρίνεται ήδη γι’ αυτήν.     

Έτσι, όμως, επιδείχτηκε είτε χαμηλότατων κινήτρων υποτίμηση των πιο κρίσιμων γεωπολιτικών συμφερόντων της Ελλάδας για να οφεληθεί προσωπικά ένας κλονιζόμενος στο εσωτερικό πρωθυπουργός, είτε απόλυτη άγνοια και κατανόηση των αρχών που διέπουν τη διεθνή διπλωματία, με τεράστιες συνέπειες για τη χώρα μας.