9 Ιουν. 2022

Τί μας δείχνει σήμερα το πολιτικό κλίμα

Οι εκλογές και γιατί είναι πιθανότερο
να τις κερδίσει ο Τσίπρας

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν έχει ήδη περάσει μπροστά σε πρόθεση ψήφου, μετά από τόσο θλιβερή διακυβέρνηση και με τόσο ολέθριες συνέπειες για τη χώρα αλλά και για τον κάθε πολίτη και νοικοκυριό ξεχωριστά, (εκτός εκείνων βεβαίως που συγκαταλέγονται στο μπλοκ εξουσίας του Κυριάκου Μητσοτάκη και του νεποτισμού που συντηρεί, δηλαδή μιας οικτρής μειοψηφίας), τότε δεν θα το κάνει και τους επόμενους μήνες ώσπου να ανοίξουν οι κάλπες.

Βεβαίως, για να είμαι σαφής, εκτίμησή μου είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι ήδη μπροστά. Το εκτιμώ διαβάζοντας με προσοχή τις δημοσκοπήσεις, όπου οι αποδεδειγμένες υποεκπροσώπησεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στα δείγματα των ερωτωμένων  και οι παράλληλες  υπερεκπροσωπήσεις της ΝΔ και κυρίως του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, εμφανίζουν σταθερά διαφορές της τάξης κατ’ ανώτατο όριο του 10% υπέρ της ΝΔ. Και τούτο, ενώ στις ίδιες δημοσκοπήσεις τα όποια συμπερασματά τους στηρίζονται στο σχεδόν πανομοιότυπο σ’ όλες τις μετρήσεις εύρημα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει χαμηλή συσπείρωση σταθερά κάτω από το 70% , η ΝΔ αρκετά υψηλότερη και το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ βρίσκεται σε πρωτοφανή επίπεδα συσπείρωσης για μη προεκλογική περίοδο.

Τέλος, ένα ακόμη στοιχείο είναι ο βαθμός ενδιαφέροντος και στράτευσης των ερωτωμένων στις δημοσκοπήσεις να δηλώσουν τί θα ψηφίσουν. Με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ να εκπροσωπούνται στα δείγματα από ερωτώμενους που «καίγονται» να εκδηλώσουν τη στήριξή τους στα κόμματά τους, (για λόγους που δεν είναι της παρούσης να εξηγήσουμε αναλυτικά εδώ, αλλά σε κάθε περίπτωση σχετίζονται με προσοδοκίες πρόσβασης σε μηχανισμούς εξουσίας). Αντίθετα, στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ το ρεύμα στήριξης έχει κατά βάση χαρακτηριστικά υπόκωφης κίνησης και δεν επικαθορίζεται από ανάλογες προσδοκίες πρόσβασης στη νομή της εξουσίας, αλλ’ αντίθετα, σχετίζεται με την έκφραση της γενικής πολιτικής ανάγκης καταψήφισης της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Αυτή η μεγάλη ποιοτική αλλά κρίσιμη διαφορά μεταξύ των κινήτρων ερωτωμένων της μίας ή της άλλης πλευράς στις διενεργούμενες δημοσκοπήσεις (εκείνοι που αν δεν δηλώσουν φανατικά την εκλογική τους προτίμηση υπέρ της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ τρέμουν ότι έχουν κάτι να χάσουν κάτι από τη σιωπή τους, και εκείνοι που την εκλογική προτίμησή τους δεν αντιλαμβάνονται με άλλο τρόπο παρά ως δήλωση της γενικής προσδοκίας τους για αλλαγή μιας πολιτικής που τους έχει πλήξει) ορίζει σε σημαντικό βαθμό την σοβαρή απόκλιση του κλίματος που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις σε σύγκριση με το κλίμα έξω στην κοινωνία. Ενδεχομένως η τελευταία αυτή παρατήρηση εξηγεί το παράδοξο του γιατί ενώ καταγράφονται συντριπτικά ποσοστά απόρριψης της κυβέρνησης στο σύνολο των πεδίων πολιτικής, η πρόθεση ψήφου δεν αντιστοιχεί σ’ αυτά τα ευρήματα.   

Από μερίδα πολιτικών αναλυτών αυτό το σημείο σερβίρεται αφελέστατα (αν όχι ως προϊόν ενός τρόπου του σκέπτεσθαι που δεν μπορεί ή για κάποιον λόγο φοβάται να αναλύσει τις τρομερές συνέπειες της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη), με τη διαπίστωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ «δεν πείθει» την ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης «πείθει», ενώ εδώ φυσικά συμβαίνει κάτι τελείως διαφορετικό.

Αυτή η εκλογική υπεροχή που διακρίνω υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι δεδομένη και ανεξάλειπτη ως την κάλπη; Βεβαίως όχι! Σε σημαντικό βαθμό η παγίωση ή και η διεύρυνσή της εξαρτάται από την ίδια την αξιωματική αντιπολίτευση και κυρίως από το ξεκαθάρισμα προς τους ψηφοφόρους (και ανεξάρτητα από τις αδύναμες προσδοκίες για μετεκλογικές συνεργασίες) ότι μόνο με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πρώτο κόμμα διασφαλίζεται η απομάκρυνση Κυριάκου Μητσοτάκη από το σκηνικό και αλλιώς η χώρα μπαίνει σε περιπέτειες.   

Μ’ αυτά τα δεδομένα, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δύσκολα θα πέσει κάτω από το 30% στις επόμενες εκλογές (από 32% που είχε) και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δύσκολα θα ξεπεράσει το 30%. Όσον αφορά στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ  ποσοστό της τάξης του 10% στην κάλπη θα πρέπει να θωρηθεί μεγάλη επιτυχία. Κι όλ’ αυτά, ενώ ταυτόχρονα έχω την εντύπωση ότι ο κόσμος που το 2019 προτίμησε να πάει για μπάνιο αντί να πάει να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αυτή τη φορά θα έχει πλήρη συναίσθηση του βάρους του διλλήματος «πρωινή βόλτα για μπανάκι-καφεδάκι ή άλλα 4 χρόνια με Κυριάκο Μητσοτάκη».

Κλείνω με μια τελευταία σημείωση! Θεωρώ μύθευμα ότι η κυβέρνηση κάνει επικοινωνιακές προσπάθειες να ανανήψει από την κατρακύλα της. Όχι βέβαια επειδή στο κυβερνών κόμμα δεν το πιστεύουν και δεν ελπίζουν σ’ αυτό , αλλά διότι με σκαστές ανοησίες (αλά «ο Μητσοτάκης είναι πολιτικός παγκόσμιας εμβέλειας»), που ύστερα από λίγες μέρες αποδεικνύνται πομφόλυγες του αισχίστου πολιτικού είδους, δεν αλλάζει το βαρύ πολιτικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί. ΄

Ωστόσο, επειδή έχω τη βεβαιότητα ότι τόσο στη ΝΔ όσο και στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ τελικά έχουν ακριβέστερη εικόνα της πραγματικότητας (ανεξάρτητα από τις ηρωικές δηλώσεις τόνωσης της παραταξιακής αυτοπεποίθησης στα δύο κόμματα από τις ηγεσίες τους) και κατανοούν την κακή την κακή πορεία τους, γι’ αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα κάνει εκλογές παρά όσο πιο αργά μπορεί. Ταυτόχρονα, απαιτείται διαρκής επιφυλακή για μεθοδεύσεις τεχνητής νόθευσης του αποτελέσματος της κάλπης, που με βαση τη γνωστή κυβερνητική πρακτική του Κυριάκου Μητσοτάκη κάθε άλλο παρά θα πρέπει να αποκλείονται.

Άλλωστε η διακίνηση μάλλον αστείων σεναρίων περί μεταπήδησης του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της Κομισιόν ή τη γενική γραμματεία του ΝΑΤΟ τελικά αποτυπώνουν τον πανικό του για τη συνέχεια. (Ακόμη και σ’ αυτό αντιγράφει τον Κώστα Σημίτη που επί χρόνια προσπαθούσε να εμφανίσει εαυτόν ως επίλεκτο πρόσωπο του ευρωπαϊκού και του διεθνούς σκηνικού, με κατάληξη μάλλον αυτογελοιοποίησής του).

Κατακλείδα: η αναγκαστική επιλογή Κυριάκου Μητσοτάκη να πάει τις εκλογές όσο πιο πίσω μπορεί ανατρέπεται μόνο από το σενάριο που το ίδιο το κόμμα του θα τον εξωθούσε σε κάλπες νωρίτερα, για να προληφθεί κάθετη βύθιση της ΝΔ στις κάλπες.