24 Ιουν. 2022

Αδιεξοδο γραμμης για το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ

Γιατί ο Ν. Ανδρουλάκης

είναι καταδικασμένος να ηττηθεί

Από την εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη στην ηγεσία του κόμματός του είναι πλέον ή φανερό ότι πολλά έχουν αλλάξει στη γραμμή που ακολουθείται στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Η βασικότερη μεταβολή γραμμής είναι ο πλήρης ενταφιασμός κάθε προοπτικής συνεργασίας με στόχο την προοδευτική πολιτική αλλαγή που προβάλλει από καιρό ως η μόνη διέξοδος για τον επεγκλωβισμό της χώρας και των πολιτών της από τον μαρτυρικό κλοιό στον οποίο την έχει παγιδεύσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης με βαρύτατες συνέπειες για όλους.

Στο σημείο αυτό, μάλιστα, δεν πρέπει καθόλου να υποτιμηθεί ως καίριο σημείο διαφοροποίησης από την γραμμή της μακαρίτισσας Φώφης Γεννηματά ότι ο νέος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ προνομιακά απορρίπτει κάθε προσέγγιση στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευση, που αντικειμενικά και αρέσει-δεν αρέσει στη σκληρή νομενκλατούρα των υπολειμμάτων του πάλαι ποτέ κραταιού κινήματος είναι η ραχοκοκκκαλιά οποιασδήποτε δυνατής κίνησης προς την πολιτική αλλαγή. Αντίθετα, επιπλέον ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν αφήνει αναξιοποίητες τις ευκαιρίες αναφοράς σε δυνητική συνεργασία του με το δεξιό-ακροδεξιό κόμμα που σήμερα κυβερνά τη χώρα.

Την ανάγκη του νέου προέδρου του κόμματος να διατηρεί επαφή με την ατζέντα της πολιτικής αλλαγής, που η διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη με τις καταστρεπτικότατες συνέπειές της έχει θέσει ως βασικό πρόταγμα στον δημόσιο βίο μας αυτήν την περίοδο, το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ προσπαθεί να υπηρετήσει με την απολύτως προσχηματική πρόσδεσή του στην ασαφή «σούπα» της «σοσιαλδημοκρατίας». Της «σοσιαλδημοκρατίας», που αξίζει να σημειωθεί και δεν ειναι καθόλου τυχαίο ότι πουθενά αλλού στον κόσμο δεν θεωρείται επαρκώς διευκρινισμένο και σαφές πλαίσιο ιδεολογικοπολιτικών αρχών, για να (μπορεί να) απαντά στις απαιτήσεις των ταραγμένων καιρών μας. Αντίθετα (κι αυτό συμβολικά και πρακτικά είναι μια ισχυρή ένδειξη της πρόσδεσης του σημερινού ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ σε μοντέλα ξεπερασμένα και αναντίστοιχα των προταγμάτων της ελληνικής κοινωνίας του 21ου αιώνα), σ’ όλη τη δύση και δη και στην Ευρώπη (όπου ιστορικά έχει καταγραφεί ως η βάση του σοσιαλδημοκρατικού φαινομένου της δεκαετίας του 1980) η «σοσιαλδημοκρατία» θεωρείται και αντιμετωπίζεται ως ιστορικό ιδεολογικο-πολιτικό όχημα αναφοράς των κομμάτων της ηπείρου και όχι ως σημερινό μοντέλο πολιτικής. Με το σύνολο των πολιτικών σχηματισμών της περιοχής να έχει δραστικά μετακινηθεί σε συντηρητικότερες (όπως στη Γερμανία ή τη Δανία) ή προοδευτικότερες (όπως στην Ισπανία και τη Πορτογαλία) θέσεις, για να προσαρμοστούν στοιχειωδώς στις απαιτήσεις των ιδιαίτερα οξυμμένων ταξικών αντιθέσεων της εποχής μας.                                 

Το αδιέξοδο της σημερινής γραμμής του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ δεν περνάει απαρατήρητο ούτε χωρίς κόστος συνοχής για ισχυρή μερίδα στελεχών και δυνάμεων του κόμματος, όσο κι αν οι εσωκομματικές διαφορές σπρώχνονται «κάτω απ’ το χαλάκι» -για να θυμηθούμε την προσφιλή μέθοδο του Κώστα Σημίτη στη διαχείριση των εσωτερικών του κόμματος. (Του κόμματος, που ο Κώστας Σημίτης κληρονόμησε τον Ιανουάριο του 1996, με μια ιδιότυπη ενδοπαραταξιακή «αρπαχτή», αν και εσωτερικά εκπροσωπούσε μόλις το 1/3 του ως τότε λαογέννητου κινήματος).

Να σημειωθεί με έμφαση ότι εκείνοι που μέσα στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ ιδίως έχουν ενοχληθεί και αντιδρούν στην καινούρια γραμμή του Νίκου Ανδρουλάκη, είναι όσοι έχουν κατανοήσει και ασπάζονται την αντίληψη ότι η προοδευτική συνεργασία, σε αντίστιξη με το δεξιό-ακροδεξιό και ολέθριο μοντέλο του νεο-μητσοτακισμού, είναι η μεγάλη και άκαμπτη προτεραιότητα του ελληνικού πολιτικού σκηνικού σήμερα, με κεντρικό στόχο την εκδίωξη του Κυριάκου Μητσοτάκη από την εξουσία και μάλιστα ως όρου επιβίωσης της χώρας στην παρούσα συγκυρία.

Επίσης, δεν είναι ασφαλώς άνευ σημασίας και περιεχομένου το γεγονός ότι όσοι δυσανασχετούν για τη σημερινή γραμμή του Νίκου Ανδρουλάκη προέρχονται από τον κύκλο στελεχών της περιόδου της Φώφης Γεννηματά, με την οποία πολλά θα είχε κανένας να διαφωνήσει ή να διαφωνήσει για την στάση της την περίοδο της προεδρίας της, αλλά η στροφή της σε μια προσέγγιση της προοπτικής του προοδευτικού μετώπου και της αποστασιοποίησης από τις φιλοδεξιές και σαφώς συντηρητικές πολιτικές της περιόδου του Βαγγέλη Βενιζέλου, δεν αμφισβητείται από κανένα! Μέσα ή έξω από το κόμμα.

Στο παζλ της εσωτερικής διχογνωμίας στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, που είτε κρύβεται επιμελώς είτε όχι, ιδιαίτερο ρόλο και θέση έχουν οι υποστηρικτές του Γιώργου Παπανδρέου. Δηλαδή του πρώην πρωθυπουργού και πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ (σκέτου), που ενώ κατά την πρόσφατη διεκδίκηση της προεδρίας του κόμματος είχε υιοθετήσει ως διαφοροποιό και καίριο στοιχείο της πρότασής του τη γραμμή της Φώφης Γεννηματά και μετά τον θάνατό της για διαμόρφωση των όρων προοδευτικής συνεργασίας (και με αιτουμενο πάντα την εκδίωξη του Κυριάκου Μητσοτάκη), σήμερα ο ίδιος αυτή τη γραμμή την αντιπαρέρχεται σιωπώντας. Εγκλωβισμένος πιθανότατα σε μια διαπραγμάτευση συνύπαρξης με τον Νίκο Ανδρουλάκη, στο πλαίσιο μιας κακώς νοούμενης «ενότητας διαφωνούντων» σχετικά με τις στρατηγικές πρόσεγγίσεις για τις τύχες της Ελλάδας από ‘δω και πέρα.

Οι κριτικές φωνές των «ΓΑΠικών» του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ όχι μόνο εκδηλώνονται πλέον ανοιχτά και με διάφορες αφορμές (σε κραυγαλέα αντίθεση με τους υποστηρικτές του Ανδρέα Λοβέρδου, που παρά τις αποκαλύψεις για κάλυψη του ονόματός του από κυβερνητικές υπηρεσίες σχετικά με στοιχεία που επιβεβαιώνουν την αναμιξή του στο σκάνδαλο Novrtis, δείχνει να αισθάνεται πολύ άνετα με την προεδρία Νίκου Ανδρουλάκη), αλλά συγκροτούν και μια αρθρωμένη στάση απόκλισης της σημερινής γραμμής του κόμματος. Ένα από τα βασικά σημεία-ισχυρές ενδείξεις της δυσκολίας των «ΓΑΠικών» να καλύψουν την αντικειμενικά ευνοϊκή για τον Κυριάκο Μητσοτάκη στάση του Νίκου Ανδρουλάκη (σε περίοδο ιδίως όπου ο σημερινός πρωθυπουργός είναι ασφυκτικά απομονωμένος και δέχεται βολές ακόμη και από δυνάμεις μέσα στο κόμμα του, λόγω της εξαιρετικά αρνητικής διακυβέρνησής του) είναι το τί λενε οι πρώτοι για το ποιά θα πρέπει να είναι κατά την άποψή τους η δέουσα στάση του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ στο θέμα των μετεκλογικών συνεργασιών.

Πολλοί απ’ αυτούς επιχειρώντας ανεπιτυχώς να ισορροπήσουν ανάμεσα στην προτεραία θέση του Γ. Παπανδρέου όταν ήταν υποψήφιος για την προεδρία του κόμματος (για ενίσχυση της προοπτικής προοδευτικής εναλλακτικής κυβέρνησης της Ελλάδας και πάντα με στόχο την απομάκρυνση του Κυριάκου Μητσοτάκη) και τη σημερινή γραμμή του Νίκου Ανδρουλάκη, ζητούν να μη συνεργαστεί το κόμμα τους με κανέναν. Μια γραμμή ολωσδιόλου άγονη και με ορατό τον κίνδυνο να οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ σε οριστική περιθωριοποίηση.  Κι εδώ το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται σε δύο μεγάλες αντιφάσεις:

- Η πρώτη είναι ότι οι ίδιοι ενστερνίζονται το αφήγημα ότι ήταν επιβεβλημένη η συνεργασία με την ακροδεξιά και τον Αντώνη Σαμαρά και από το 2011 και μετά υπό τον Λουκά Παπαδήμο για να σωθεί η Ελλάδα, επειδή -όπως υποστηρίχτηκε τότε- ήταν ο μοναδικός τρόπος για να προαχθεί το συμφέρον της χώρας και να επιβιώσει η χώρα. Μάλιστα η τότε επιλογή του Γ. Παπανδρέου συνοδεύτηκε από τη μυθολογία εσωκομματικής κατανάλωσης περί «θυσίας του κόμματος». Και στο πλαίσιο αυτής της μυθολογίας χτίστηκε ολόκληρη η απόπειρα πολιτικής ποινικοποίησης της οποιασδήποτε άποψης αντιτασσόταν σ’ αυτές τις επιλογές βύθισης στη μνημονιακή καταστροφή της ελληνικής οικονομίας που ακολούθησε.                          

Όμως, αν τότε όλ’ αυτά ήταν αναγκαία για να σωθεί η χώρα, πώς μπορεί για το ίδιο «κόμμα που θυσιάστηκε» παραβιάζοντας τις ιστορικές ιδεολογικοπολιτικές αρχές του συνεργαζόμενο με τον στρατηγικό αντιπαλό του, τη δεξιά (και μάλιστα στην πιο ακροδεξιά εκδοχή της), σήμερα να αυτοεξαιρείται της υποχρέωσης να συνεργαστεί ακόμη και με τον διάβολο (είτε τον Κυριάκο Μητσοτάκη, είτε τον Αλέξη Τσίπρα) για να διασωθεί και πάλι η χώρα; Τί άλλαξε από τότε και όσα έλεγε ο Γ. Παπανδρέου και εφάρμοσε ως πρωθυπουργός, σήμερα έχουν παραμεριστεί; Ήταν η μυθολογία περί «θυσίας» απλά ένα αφήγημα εσωκομματικής κατανάλωσης για να πληγεί ο ΣΥΡΙΖΑ που διεφώνησε τότε ανοιχτά με τις επιλογές του Γ. Παπανδρέου ή σήμερα δεν έχει η Ελλάδα χρεία διάσωσης από την καταστροφή στην οποία την έχει οδηγήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης;  

- Η δεύτερη αντίφαση είναι η ψευδαίσθηση αυτών των ίδιων «ΓΑΠικών» (ευτυχώς τέτοιες απόψεις δεν βρίσκουν σύμφωνους πολύ μεγάλο αριθμό άλλων στελεχών και  υποστηρικτών του Γ. Παπανδρέου) ότι το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ με το τελικά μη αληθές αφήγημα του Νίκου Ανδρουλάκη περί «ίσων αποστάσεων» ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη (ενώ στην πραγματικότητα από το αφήγημα αυτό ευνοείται ο σημερινός πρωθυπουργός), μπορεί να στέκεται η γραμμή του κόμματος ως σοβαρή πολιτική πρόταση για το μέλλον της χώρας. Προφανώς εδώ όσοι επιλέγουν τέτοια στάση είτε δεν βλέπουν ως προτεραιότητα τα συμφέροντα της Ελλάδας αλλά προτάσσουν ένα καθαρά μικροκομματικό αφήγημα παραταξιακής επιβίωσης εν όψει του κινδύνου οριστικής απαξίωσης του κόμματός τους, είτε έχουν ξεμείνει πλήρως από ιδεολογικοπολιτικά καύσιμα στοιχειώδους ανταπόκρισης στις αυξημένες ανάγκες των καιρών.

Μ’ άλλα λόγια, δεν μπορεί να μην αντιλαμβάνονται όσοι εκ των «ΓΑΠικών»  υιοθετούν το αδιέξοδο των «ίσων αποστάσεων» μεταξύ Αλέξη Τσίπρα-Κυριάκου Μητσοτάκη πως τελική συνέπεια αυτής της θέσης είναι να ευνοείται ο δεξιός πόλος του ανωτέρω διλήμματος, η απομάκρυνση του οποίου από την εξουσία συνιστά το άκαμπτο πρόταγμα για διασωθεί επί του πραγματικού αυτή τη φορά η χώρα από την ολοσχερή καταστροφή όπου την έχει οδηγήσει ο νεο-μητσοτακισμός.   

Προσωπικά ουδόλως με ενδιαφέρει η ψυχολογική κατάσταση πολλών προσώπων του σημερινού ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ να θεωρούν πως το ένδοξο παρελθόν του πάλαι ποτέ κραταιού κινήματος σημαίνει ότι εκείνοι έχουν προνομιακά δικαιώματα επί του πολιτικού πεδίου, ανεξαρτήτως μάλιστα του σε ποιό βαθμό η γραμμή, οι αρχές και οι αξίες του μεγάλου ιδρυτή του κινήματος ανταποκρίνονται στις σημερινές θέσεις του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Αυτά είναι άλλου περιεχομένου ζητήματα, που επιλύονται σε προσωπικές αξιολογήσεις και με πρόσβαση στο κριτήριο «πολιτικού φιλοτίμου», που μπορεί ενεργοποιώντας ενοχές και επιστρατεύοντας τις Ερινύες να παράγει αυτοσυγκράτηση και στοιχειώδη πολιτική ευθυκρισία, αλλιώς ο ευτελισμός καραδοκεί. Όμως, στο πολιτικό επίπεδο κρίνοντας αυτές τις συμπεριφορές, δεν είναι άνευ σημασίας να γίνεται η διαπίστωση ότι αυτή ακριβώς η τελικά αντιδημοκρατική ψευδαίσθηση προνομιακού πολιτικού λόγου άνευ αναφορών σε ουσιώδεις θέσεις ανταπόκρισης στις ανάγκες της χώρας και των πολιτών της, είναι το κρίσιμο αίτιο διακινδύνευσης της αδήριτης προτεραιότητας να απελευθερωθεί η χώρα από το καθεστώς Κυριάκου Μητσοτάκη! Αυτός (θα μπορούσε να) είναι ο ρυθμιστικός πολιτικός ρόλος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ! Δηλαδή να γίνει μέρος της λύσης που προφανέστατα χρειάζεται η Ελλάδα! Και δεν είναι η απαξίωση αυτού ακριβώς του ρυθμιστικού ρόλου με την αυτοπαραίτηση από την ενάσκησή του (κατ’ επιλογή του Νίκου Ανδρουλάκη και την ανοχή του Γ. Παπανδρέου), και με τελικό πρακτικό πολιτικό αποτέλεσμα να ευνοείται ο Κυριάκος Μητσοτάκης και μόνον αυτός και οι συν αυτώ από τις «ίσες αποστάσεις».

Φυσικά στο σημείο αυτό και με ταυτώνυμο όρο τη διατύπωση «ρυθμιστικός ρόλος», απαντάται και η οπτική του Βαγγέλη Βενιζέλου αλλά με τελείως αντίρροπες πολιτικές επιδιώξεις και σκοπούς. Διότι ο τέως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ως αρχικός εμπνευστής του όρου εννοούσε ότι το 2015 θα έπρεπε να προστρέξει το κόμμα που σήμερα έχει μεταλλαγεί σε ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ για μια δεύτερη περίοδο συνεργασίας με τον ακροδεξιών προτιμήσεων και βαθύτατα αποτυχημένο πρωθυπουργό 2012-2014 Αντώνη Σαμαρά και με κύριο σκοπό την περιθωριοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. Προσέγγιση που έχει ηχηροτατα απορριφτεί από τους έλληνες πολίτες, που τότε εξέλεξαν κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα, καταβαράθρωσαν τον Βαγγέλη Βενιζέλο στο 4,68%, έβδομο σε δύναμη κατά σειρά κόμμα στη βραχύβια Βουλή που ακολούθησε. Γι’ αυτό τον λόγο δεν είναι ανεκτή τυχόν πρόσληψη ενός «ρυθμιστικού ρόλου» για το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ σήμερα επί Νίκου Ανδρουλάκη, με το βλέμμα στραμμένο έστω και υπαινικτικά σε ενδεχόμενη συνεργασία με τη ΝΔ. Πολλώ μάλλον όταν εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τη ΝΔ αλλά με τον νεο-μητσοτακισμό και την πασίδηλη απαίτηση να εκδιωχτεί από την κυβέρνηση της χώρας. «Ρυθμιστικός ρόλος» του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ με ανοιχτή την προοπτική συνεργασίας με τον νεο-μητσοτακισμό και με επίδικο ζήτημα της όλης υπόθεσης να μένουν ορθάνοιχτα παράθυρα διάσωσης του Κυριάκου Μητσοτάκη και του ό,τι αυτός εκπροσωπεί και ταυτόχρονα υπονόμευσης μέχρι τελικής ακύρωσης της προοπτικής για πολιτική αλλαγή σε προοδευτική κατεύθυνση, δεν είναι μια έστω μεταμφιεσμένη σε «σοσιαλδημοκρατία» πολιτική παρουσία, αλλ’, αντίθετα, είναι μια ολοκαθάρη δεξιά στάση.           

Εκτός απ’ όλα τ’ άλλα, όμως, στο κόμμα Ν.  Ανδρουλάκη κυριαρχεί επίσης η φρούδα εντύπωση ότι σε περίοδο με ακραία φορτισμένες ταξικές αντιθέσεις η σοσιαλδημοκρατική πομφόλυγα της δεκαετίας του 1980 περί ουδετερότητας απέναντι σ’ αυτές τις αντιθέσεις, μπορεί να είναι γραμμή πολιτικής επιβίωσης. Τόση αφέλεια (αν είναι αφέλεια και δεν είναι επιλογή) δείχνει μεγάλο έλλειμμα κατανόησης των όρων λειτουργίας του σημερινού πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα και διεθνώς και τελικά δεν είναι άλλο από εκδήλωση της πολιτικής αφασίας που ενδημεί στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, με κύριο σύμπτωμα την αδυναμία εκφοράς πολιτικού λόγου με ουσιώδες περιεχόμενο και όραμα για τη χώρα και τους πολίτες που φιλοδοξείς να αντιπροσωπεύσεις. Ήδη ο ακατάσχετος «κεντρισμός» του Νίκου Ανδρουλάκη έχει καταστεί συνηθισμένο καλαμπούρι των κοινωνικών  δικτύων, στο πλευρό των οργισμένων συνθημάτων κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη.  

Τέλος, απομένει και η επιστράτευση του επιχειρήματος περί «αυτονομίας» του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Λυπάμαι, αλλά είναι το πιο αδύναμο σημείο της ανδρουλακικής περιόδου των υπολειμμάτων του πάλαι ποτέ κραταιού κινήματος. Διότι ακριβώς η προάσπιση της αυτονομίας ενός κόμματος δεν (μπορεί να) είναι προϊόν εξοφθαλμού ετεροκαθορισμού (δηλαδή να λες με ποιόν δεν θα συνεργαστείς), αλλ’ αντίθετα είναι να τηρείς πολιτική γραμμή σταθερή ως προς τις όποιες ιδεολογικο-πολιτικές απόψεις σου, με συνέπεια οι τυχόν συνεργασίες με άλλες δυνάμεις να προκύπτουν ως απόρροια προσεγγίσεων πολιτικής. Αντ’ αυτού, δηλαδή αντί για θωράκιση της αυτονομίας του κόμματός του, ο Νίκος Ανδρουλάκης, όπως ήδη εξήγησα, συντελεί σε μια σχεδόν ομολογημένη βύθιση στον φιλο-νεο-μητσοτακισμό, με όλες τις συνέπειες της υπόθεσης         

Εν κατακλείδι, η γραμμή "δεν κάνω κυβέρνηση με κανέναν όσες εκλογές κι αν γίνουν" (που διακινούν ορισμένοι εκ των απελπισμένων «ΓΑΠικών», νομίζοντας ότι διασκεδάζουν με τον τρόπο αυτό την αλγεινή εντύπωση από την κακώς νοούμενη και σε τελευταία ανάλυση ευκαιριακή «ενότητα διαφωνούντων» με σκοπό τη συνύπαρξη με τον Ν. Ανδρουλάκη), είναι μια στάση προϊούσας αυτοκαταστροφής του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Διότι στο ενδεχόμενο αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων, το πιθανότερο είναι το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ να συμπιεστεί μέχρι συντριβής. Φυσικά αυτή είναι μια πολιτικά αδιέξοδη στάση που θυμίζει πολύ τον συμπαθή νεαρό που κράταγε την αναπνοή του στις ιστορίες του Αστερίξ. Σοβαρή πολιτική, πάντως σε καμιά περίπτωση δεν είναι!