19 Ιουλ. 2022

Τα πολιτικά και ηθικά στοιχεία μιας συγκλονιστικής υπόθεσης

Πολιτική και ήθος
σχετικά με την απελευθέρωση
ενός βιαστή ανηλίκων

Παρακολουθώ με προσοχή και μεγάλο ενδιαφέρον, εδώ και πολλές μέρες τώρα, τις απόψεις όσων έσπευσαν να υπερασπιστούν την απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων.

Οι απόψεις τους κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες:
-σ’ εκείνους που συμψηφίζουν την υπόθεση με οτιδήποτε μπορεί να χωρέσει ο νους του ανθρώπου, από τον Αξαρλιάν, τον Χριστό και τον Λαυρέντη Μπέρια, μέχρι τον Βερναρδάκη το Μάτι και τη Μάνδρα (μάλιστα κάποιος έφτασε μέχρις του σημείου να μέμφεται όσους αντιδρούν στην απελευθέρωση του βιαστή των ανηλίκων με τη διαμαρτυρία ότι οι αντιδρώντες δεν είχαν σηκώσει πανό κατά της συμφωνίας των Πρεσπών και υπέρ της «Μακεδονίας» μας, ενώ το κάνουν τώρα με την απελευθέρωση του καταδικασμένου), και
-σ’ εκείνους που αποπειρώνται να τεκμηριώσουν την προκλητική αποφυλάκιση με κάποια νομικο-κοινωνικίστικη λεκτική.

Η πρώτη κατηγορία, φυσικά, δεν αντέχει σε καμιά σοβαρή προσέγγιση. Αν όλοι αυτοί που λένε τέτοια πράγματα (ιδίως, μάλιστα, υπό την παραδοχή ότι είναι νοήμονες πολίτες που το δημοκρατικό πολίτευμα τους έχει εμπιστευτεί το δικαίωμα να ψηφίζουν για να εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους στη Βουλή) αδυνατούν να κατανοήσουν ότι υποθέσεις αυτού του βάρους και της σημασίας, η κάθε μία απ’ αυτές έχει τη δική της αιτιολογική, αποδεικτική και ερμηνευτική βάση, τελείως ξεχωριστή και διακριτή απ’ όλες τις υπόλοιπες (άλλωστε πολλές υποθέσεις που επιστρατεύουν οι συγκεκριμένοι δεν έχουν καμιά, μα στην κυριολεξία ΚΑΜΙΑ, σχέση με την απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων, όπως και να το δει κανένας), τότε ασφαλώς κείται εκτός των πλαισίων της νοητικής ικανότητας όλων αυτών να αντιληφθούν ότι συμψηφισμοί στην υπόθεση απελευθέρωσης του βιαστή ανηλίκων (και με σαφή προαίρεση το πρακτικό αποτέλεσμα υποστήριξής του) απλά, απλούστατα, δεν είναι νοητοί, ούτε ανεκτοί για να περάσουν χωρίς σκληρές αντιδράσεις της κοινωνίας.

Εκτός όλων των άλλων, είναι απαράδεκτοι τέτοιοι συμψηφισμοί και δεν γίνονται δεκτοί διότι από τα πράγματα συνιστούν μια αδιανόητη συλλογικά ασκούμενη βιαιότητα σε βάρος των θυμάτων του βιαστή, που μετά απ’ αυτή την καταλυτική για τη ζωή τους περιπέτεια, βιώνουν πρακτικά το αποτέλεσμα να βλέπουν τον βιαστή τους να σουλτσάρει ανεμπόδιστα δίπλα τους, παρ ό,τι έχει καταδικαστεί για τις βρώμικες πράξεις του. Παρ’ ό,τι -και ορθά- δεν προβλέπεται στη δημοκρατία μειωμένος υπολογισμός του βάρους της ψήφου όλων αυτών (λόγω της έκδηλης και αποδεδειγμένης από τα ίδια τα λόγια και τις συγκρίσεις που κάνουν αδυναμίας ή απροθυμίας τους να λειτουργήσουν ως πολίτες με ώριμη πρόσληψη της ανάγκης οι όροι συγκρότησης ως άνθρωποι των συνυπαρκτικών μας προταγμάτων να διέπονται από αρχές και ήθος), όλοι εμείς οι υπόλοιποι που έχουμε εκδηλώσει την αντίδρασή μας στην απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων, οφείλουμε να στιγματίζουμε απερίφραστα και συνεχώς τη στάση όσων με τέτοιους σαφώς αντικοινωνικούς συμψηφισμούς στην ουσία υποβαθμίζουν κτηνωδώς τις ανθρώπινες τραγωδίες που υπάρχουν πίσω απ’ αυτήν την υπόθεση.

Ναι, εσείς, όλοι, θα συνεχίσετε να ψηφίζετε όπως και πριν! Αλλά από ‘δω και πέρα θα φέρετε στίγμα ανεξάλειπτο της βαρβαρότητας που εκπροσωπήσατε με τη στάση σας. Γιατί έτσι εκφράσατε μια κοινωνία που ανέχεται την πρακτικά ατιμώρητη (ως σήμερα τουλάχιστον) άσκηση βίας από άνθρωπο σε άνθρωπο, όσο βάρβαρη και αν αποδείχτηκε και χωρίς καμιά πλέον αμφιβήτηση αυτή η βία. Τί έλλειψη ενσυναίσθησης και άλλες αηδίες, που ακούω; Όλοι εσείς είσαστε πλέον ο δικαιολογητικός πυρήνας του ίδιου του φαινομένου της βιαιότητας, ως ανεκτής συμπεριφοράς και στάσης μέσα στην κοινωνία μας.

Θα είσαστε πια απέναντί μας. Και θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να τσακίσουμε τις ιδέες, τη στάση και την εικόνα σας στον κόσμο μας. Ανήκουμε αλλού και δεν σας θέλουμε δίπλα μας, με τέτοιες συμπεριφορές!

Η δεύτερη κατηγορία, ψελλίζει τεκμηριώσεις από ψευδέστατες ως απολύτως αδύναμες. Από τη γελοιότητα ότι για την απελευθέρωση του βιαστή ευθύνεται ο νόμος Παρασκευόπουλου, ως την εξ ίσου αστεία προσπάθεια να εξισωθεί η απελευθέρωση του βιαστή με άλλη ανάλογη υπόθεση, που, όμως, παρά την καταδίκη επίσης του κατηγορηθέντος στην άλλη υπόθεση και την αναστολή που του παραχωρήθηκε, ο καταδικασθείς παραμένει και μετά την αναστολή προφυλακισμένος για άλλες ανάλογες υποθέσεις που κατηγορείται.

Ούτε και εδώ υπάρχει περιθώριο σοβαρής προσέγγισης σ’ αυτά, απλά διότι κάθε μία από τις νομικο-κοινωνικίστικες δικαιολογίες που έχουν ως τώρα επιστρατευτεί από τη δεύτερη κατηγορία (και είναι πολλές), έχει ως σήμερα καταπέσει ως ψευδής ή ανακριβής. Τουλάχιστον, όμως, εδώ δεν υποβοηθάται και νομιμοποιείται ευθέως η κτηνώδης βιαιότητα ως ανεκτή συμπεριφορά της κοινωνίας.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η πρώτη και η δεύτερη κατηγορία υποστηρίξεων ή ανοχών υπέρ του βιαστή των ανηλίκων, ενοποιούνται απολύτως και ομογενοποιούνται σ’ έναν σκοπό! Ένα σκοπό πολιτικό! Την προσπάθεια να στηριχτεί πολιτικά το κυβερνητικό σύστημα του Κυρ. Μητσοτάκη, που ανιχνεύεται ως ισχυρό επεξηγηματικό στοιχείο του γιατί και πώς ο συγκεκριμένος βιαστής των ανηλίκων απολαμβάνει παγίως τόσο εξαιρετικά ευνοϊκής μεταχείρισης από μεριάς των κρατικών οργάνων. Και η προσπάθεια αυτή εκδηλώνεται ακριβώς τη στιγμή που ο Κυρ. Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του κλονίζονται πολιτικά συθέμελα από το μέγεθος της τεράστιας καταστροφής που έχουν προκαλέσει σε βάρος της χώρας και όλων μας, του καθένα από μας ξεχωριστά. Και η προσθήκη της επί πλέον απαξίας από τον συσσωρευμένο κοινωνικό θυμό πανω σ’ ένα ήδη σαθρό και σάπιο κυβερνητικό σύστημα μοιάζει να ‘ναι η χαριστική βολή για αυτό, ιδίως επειδή εδώ, στην υπόθεση απελευθέρωσης του βιαστή ανηλίκων, τα ζητήματα που κυριαρχούν δεν είναι πλέον αξιολογήσεις περί της ικανότητας του πρωθυπουργού και των συν αυτώ να ασκούν την εξοσία προς όφελος όλων μας, ή της ανικανότητας και ακατάλληλότητάς τους, αλλά ζητήματα ηθικής τάξης.

Κι αυτό το σημείο, δηλαδή η απροσχημάτιστη κομματικοποίηση μιας υπόθεσης με ευθείες αναφορές στο πεδίο των αρχών της ηθικής που (οφείλουν να) συγκροτούν τον δημόσιο βίο μας, είναι ίσως η μεγαλύτερη αήθεια και ο πιο ενδεικτικός εκβαρβαρισμός συμπεριφορών από μεριάς όσων υποστηρίζουν ή ανέχονται τον βιαστή των ανηλίκων.

Αυτό το ξεκάθαρο πολιτικό κίνητρο, δεν μπορεί πια να κρυφτεί και παραβλεφθεί. Γιατί όλοι κατανοούμε -το γνωρίζουν άλλωστε χωρίς να το δηλώνουν ανοιχτά και οι ίδιοι οι συμπαραστάτες του βιαστή ανηλίκων, προσπαθώντας να το συγκαλύψουν, αν και προφανέστατο- ότι το κίνητρο του ενδιαφέρντός τους να ασχοληθούν με την απελευθέρωση του συγκεκριμένου εγκληματία, είναι να στηριχτεί πολιτικά μια κυβέρνηση. Πόσο πειστικό είναι ότι αίφνης όλους αυτούς τους έπιασε ο πόνος να υπερασπιστούν το ακριβές περιεχόμενο και την πρακτική εφαρμογή του πολυσυζητημένου "κοινού περί δικαίου αισθήματος" της κοινωνίας;

Πείθεται άραγε κανένας απ' αυτά;

Βεβαίως, ανάλογα πολιτικά κίνητρα θα μπορούσαν να αποδοθούν και στην αντίπερα όχθη, εκείνη όσων διαμαρτύρονται για την απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων. Με σκοπό την αποδόμηση μιας κυβέρνησης και ενός πρωθυπουργού.

Φυσικά, υπάρχουν και εδώ τέτοια κίνητρα. Εδώ, όμως, υπάρχουν δύο καίριες διαφορές:
- η πρώτη είναι ότι σε καμιά περίπτωση (ό,τι και να διακινούν οι φιλοκυβερνητικοί κονδυλοφόροι και οι συνοδοιπόροι τους) δεν ανιχνεύεται η μονοπαραταξιακή υποκίνηση (αποδιδόμενη σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να διατηρηθούν στην εξουσία οι φορείς των όρων υπό τους οποίους αποφασίστηκε η απελευθέρωση ενός εγκληματία) όσον αφορά στην αντίδραση για την απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων, αλλ', αντίθετα, είναι σαφής η ευρύτερη (θα έλεγα και πολιτικά διάχυτη και μαζικά εμπεδωμένη) δυσαρέσκεια για την εξέλιξη αυτή, και
- η δεύτερη είναι το πρακτικό αποτέλεσμα του πολιτικού υπόβαθρου πίσω από την αντίδραση για την απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων.

Διότι αν είναι η πολιτική εκ του αποτελέσματος να προάγει αρχές και ηθικές αξίες, και όχι βαρβαρότητες, τότε για ποιό λόγο θα ήταν κατακριτέα τέτοια πολιτική;