25 Ιουλ. 2022

Μια επέτειος που επανακαθορίζει τα δημοκρατικά προτάγματα του σήμερα

Τί συνέβη το 1974;

Περίμενα να περάσει η μέρα της 48ης επετείου από την εκδίωξη των δικτατόρων για να δημοσιεύσω αυτό το κείμενο, που έγραψα πριν μερικά εικοσιτετράωρα (η εισαγωγή αυτή γράφτηκε αφού πρώτα είχε ολοκληρωθεί η συγγραφή του παρόντος κειμένου). Λόγος της μη δημοσίευσης ανήμερα της επετείου, μέρα πού ‘ναι, ήταν να μην αναφερθώ σε ζητήματα που εκ των πραγμάτων διχάζουν πολιτικά τους έλληνες.

Τελικά, η επιλογή να μη βιαστώ να δημοσιεύσω αποδείχτηκε σοφή! Και τούτο, διότι στον αποχαιρετισμό της επετείου, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, δόθηκε στη δημοσιότητα η ομιλία της Προέδρου της Δημοκρατίας. Ομιλία, που κατά την εντύπωσή μου αποτελεί μνημείο πολιτικού διχασμού των ελλήνων και υπό την οπτική αυτή επαλήθευση της ριζωμένης πλέον παθογένειας του δημόσιου βίου μας.

Από την ομιλία Σακελλαροπούλου επιγραμματικά και ως παραδείγματα αυτής της παθογένειας που υποδαυλίζει επικίνδυνα τον ιστορικό διαχωρισμό των πολιτών σε «νομοταγείς» και «μιάσματα» και θέτει τις βάσεις για έναν ακήρυχτο εμφύλιο ανάμεσά μας, δηλαδή ανάμεσα στους «κανονικούς» έλληνες και εμάς τους «επικίνδυνους» υπολοίπους, αναφέρω:

- την πολιτική (και όχι δικαιακή, άλλωστε ως πολιτικό πρόσωπο μίλησε, και όχι ως δικαστίνα) κάλυψη που παραχώρησε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων,

- τις θετικές αναφορές της στη διεθνοπολιτικη στάση της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια παρά τις καίριες ήττες που έχουμε υποστεί την τελευταία τριετία,

- την ανεπίτρεπτη θεωρώ παρέμβαση σχετικά με την επίπληξη όσων θυμήθηκαν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο για να επιτιμήσουν την υποκρισία της δύσης κατά της Τουρκίας σε σύγκριση με τη σημερινή υποστήριξη προς την Ουκρανία,

- τη σιωπή της για την σαφή πολιτική ανεπάρκεια αντιμετώπισης των πυρκαγιών, που εδώ και 2-3 χρόνια έχουν καταστεί «θερινή κανονικότητα» για όλους τους έλληνες,

- την πλήρη κάλυψη που προσέφερε στις εγκληματικές αστοχίες της σημερινής ηγεσίας της Ευρώπης και συγκεκριμένα της ΕΕ, και

- την αδυναμία της να τηρήσει αναγκαίες αποστάσεις από συμπεριφορές της σημερινής κυβέρνησης, που σαφώς είναι προβληματικές για την αξιακή ηθική και πολιτισμική συγκρότηση της συλλογικότητας του ελληνισμού στον 21ο αιώνα.

Έτσι, η κυρία Σακελλαροπούλου, αποδεικνύεται ότι έχει πλήρη άγνοια του θεσμικού ρόλου και της άκαμπτης υποχρέωσής της να αναφέρεται στις πολιτικές εξελίξεις ως παράγων που ενώνει τους έλληνες με τις διαφορές τους, αντί να πριμοδοτεί πολιτικές, λειτουργίες και συμπεριφορές που είναι επιλογές μιας πολιτικής παράταξης και μόνο και οι οποίες εξ ορισμού μας διχάζουν. Και  Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην Ελλάδα της εποχής μας, που από σύμβολο ανοχής και ουδετερότητας μεταξύ υφιστάμενων διαφορετικών απόψεων μετατρέπεται σε πολιτικό όργανο ενός κόμματος, όχι μόνο γίνεται με τον τρόπο αυτό εργαλείο μιας κατηφορικής πορείας προς την εμβάθυνση της πολιτικής, πολιτισμικής και φυσικά και ηθικής κρίσης που εμπεδώνεται από το 2019 αλλά ταυτόχρονα μετά από 48 χρόνια ομαλότητας επιβεβαιώνει ότι έχουν πολλά ακόμη να (ξανα)γίνουν για να συγκροτηθεί και να λειτουργήσει στις καθαρές αρχές της η σύγχρονη ελληνική δημοκρατία,                                     

Θα μπορούσε κανένας να προβάλλει αναλογίες της σημερινής πολιτικής ανωμαλίας με τις αντιδράσεις το 2010 κατά του μνημονίου, για να συγκαλύψει τη σημερινή δυστοπία που κυριαρχεί στην Ελλάδα, ως απόρροια έργων και συμπεριφορών μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης και ενός συγκεκριμένου πρωθυπουργού, επιχειρώντας να εμφανίσει ότι ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν είναι η απόλυτη εξαίρεση σε μια ομαλή δημοκρατική πορεία 48 χρόνων.

Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για απολύτως αδόκιμη σύγκριση. Αφ’ ενός μεν διότι το 2010 ήταν κινήσεις της τότε αντιπολίτευσης και όχι κυβερνητικές πρακτικές, όπως σήμερα, αφ’ ετέρου δε διότι η πολιτική  συνέχεια των αντιδράσεων κατά του μνημονίου με τη διακυβέρνηση που ακολούθησε απέδειξε ότι η ελληνική δημοκρατία λειτούργησε ενσωματώνοντας το αντιμνημονιακό κλίμα στις αποδεκτές εκδοχές της θέασης των ρεουσών πολιτικών εξελίξεων, κάτι που πιθανότατα δεν μπορεί να προκύψει μετά την επικείμενη βέβαια αποχώρηση του σημερινού πρωθυπουργού από την κεντρική πολιτική σκηνή.

Μετά όλ’ αυτά, όμως, καθίσται αναγκαία μια σε βάθος επανεξέταση και στις σημερινές συνθήκες των όρων υπό τις οποίες «αποκαταστάθηκε η δημοκρατία» στη χώρα μας το 1974.

Τελικά, από την εκτροπή 1967-1974, τί αποκαταστάθηκε, τί όχι, και ποιές από τις τότε μη αποκαταστάσεις σήμερα δυναμιτίζουν την ελληνική δημοκρατία, πριονίζοντας και πάλι τον κορμό της θεσμικής σταθερότητας και της πολιτικής ομαλότητας;             

Κατά την αντίληψή μου, το 1974 υπήρξε μερική αποκατάσταση των συνεπειών της επταετούς εκτροπής. Και η αποκατάσταση αυτή καταγράφτηκε θετικά στα παρακάτω πεδία:

- στις δημοκρατικές διαδικασίες και τους θεσμούς του πολιτεύματος,

- στη συγκρότηση και τη λειτουργία του κράτους προς όφελος του πολίτη και όχι υπέρ μιας δράκας από άρπαγες της εξουσίας. (Το σημείο αυτό είναι δίδαγμα για τα σημερινά φαινόμενα εκτροπών από μια δράκα επιβητόρων της εξουσίας. Και τουτο, διότι σήμερα αποδεικνύεται ότι η δημοκρατική διαδικασία δεν είναι μια στιγμιαία υποχρέωση διά των εκλογών ανα τετραετία και ότι δεν αρκεί να εκλέγεται και μόνον ο εκάστοτε διαχειριστής της εξουσίας και στη συνέχεια για μια 4ετία κάνει ό,τι γουστάρει, αλλ’, αντίθετα, στη δημοκρατία η εκλογή για να παροδοθεί η αρχή σε όποιον πλειοψηφεί είναι το πρώτο βήμα και μόνον και στη συνέχεια οφείλεται διαρκής και αλλεπαλλήλως αποδείξιμη επιβεβαίωση του λειτουργικού σεβασμού των δημοκρατικών θεσμών),

- στη διαδικασία πολιτικής αντιπροσώπευσης του λαού (τα κόμματα),

- στην αποκατάσταση των ελευθεριών και για τις άλλες εξουσίες (νομοθετική, δικαστική και την 4η εξουσία),

- στην πολιτισμική αποκατάσταση των όρων συνύπαρξης και συλλογικής δραστηριότητας των ελλήνων.

Δεν αποκαταστάθηκαν (τουλάχιστον σε ικανοποιητικό βαθμό):      

- η απώλεια του χώρου για τον ελληνισμό, με την κατάληψη του ενός τρίτου περίπου της Κύπρου από την Τουρκία, μετά από τη στρατιωτική εισβολή του Αττίλα,

- η τυπικά και ουσιαστικά μη ορθή και βιώσιμη για το κοινό περί δικαίου αίσθημα και  συνεπώς αντιλαμβανόμενη ως μη δίκαια (παρά το περίφημο «όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια» του αείμνηστου Ντεγιάννη) τιμωρία των πρωταιτίων της επταετούς εκτροπής. (Φλερτάρισμα της πολιτικής δεξιάς με τα κοινά των χουντικών, με πολιτικές συνέπειες, όμως, που φτάνουν ως τις μέρες μας. Και πιο χαρακτηριστική απόδειξη των συνεπειών αυτών ότι σήμερα τις θέσεις τριών υπουργών κατέχουν δηλώμενοι «φίλοι» των δικτατόρων ή πρόσωπα με ιδεολογικοπολιτικές απόψεις που δικαιολογούν την εκτροπή 1967-1974),

- η πραγματική αποτύπωση της διαδικασίας μετάβασης από ένα στρατοκρατούμενο καθεστώς σε μια δημοκρατία. Διαδικασία, που όφειλε να είχε αποφύγει απολύτως το σκηνικό παράδοσης της εξουσίας από έναν στρατιωτικό σ’ έναν πολιτικό. (Έτσι τεκμηριώνεται και η απόκληση αυτής της τότε παράδοσης εξουσίας από τον Ανδρέα Παπανδρέου ως «αλλαγής φρουράς»),

- η σε βάθος και διασφαλισμένη αποδέσμευση της Ελλάδας από τις εξωτερικές εξαρτήσεις, που εκείνες άλλωστε σχεδίασαν και επέβαλαν την εκτροπή της δικτατορίας (επίσης σημείο, που και αυτό «κουβαλάει» σοβαρότατες συνέπειες για την Ελλάδα ως σήμερα).

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι σε σημαντικό βαθμό η (συμβολική, αλλά και με καίριες επιδράσεις επί της πολιτικής ουσίας) διαδικασία αποχουντοποίησης ευτελίστηκε σε επιφανειακές και ουσιαστικά μη εφαρμόσιμες αποφάσεις κολασμού των συνεργατών των δικτατόρων, με τις επιπτώσεις αυτού του γεγονότος ολοφάνερες για όλους μας ως τις μέρες μας.   

Τέλος, σήμερα παραμένουν και αποκτούν προτεραιότητα προς εκπλήρωση:

- η ανεξαρτησία της Ελλάδας, που εκτός από στρατιωτικο-γεω-πολιτική πρέπει να διεκδικηθεί και ως αποτίναξη εξάρτησης οικονομικής, όπως έγινε με τα μνημόνια,

- η οριστική απομάκρυσνη από τον στρατό και την αστυνομία προσώπων που αποδέχονται και υιοθετούν στις καθημερινές συμπεριφορές τους αλλά και στις εν γένει δημόσια εκφραζόμενες πολιτικές πεποιθήσεις τους τις αντιλήψεις δημοκρατικής εκτροπής (π.χ. συχνοί ξυλοδαρμοί πολιτών) και περιορισμού των ατομικών ελευθεριών των πολιτών, ως δήθεν ανεκτών σε μια δημοκρατία),  

- η αποκατάσταση της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης (που τα τελευταία 3 χρόνια χρόνια έχουν εμπλακεί ασυγχώρητα στις διαδικασίες και τα συμφέροντα του μπλοκ εξουσίας περί τον Κυρ. Μητσοτάκη),

- η πολιτισμική ενίσχυση και η πολιτική νομιμοποίηση της συλλογικής στάσης των ελλήνων ως του πυρήνα της ενότητάς μας, αντί της «δικτατορίας των αρίστων», που έχει τα τελευταία χρόνια κερδίσει έδαφος στις δημόσιες λειτουργίες,

- η συνέχιση μέχρι την τελική δικαίωση της προσπάθειας ανάκτησης του χώρου, που τα απαράγραπτα δικαιώματα πρόσβασης στον χώρο αυτόν μετά την τουρική εισβολή του 1974 έχουν αφαιρεθεί από τους έλληνες,

- η επίσπευση ωρίμανσης των δημοκρατικών  θεσμών, ώστε να διασφαλίζονται οι μέριμνες απόκρουσης κάθε εκτροπής, είτε πραξικοπηματικού χαρακτήρα είτε υπό τον μανδύα μιας εκλογικής πρόφασης, και τέλος,

- η αποκατασταση του γεωπολιτικού ειδικού βάρους της Ελλάδας, που τα τελευταία χρόνια έχει συρρικνωθεί δραματικά.

Μ’ αυτές τις σκέψεις η πρόσφατη αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία, αλλά ταυτόχρονα και μια επιβεβαίωση της παθογένειας που έχει ριζώσει στον τόπο. Με τα δημοκρατικά, θεσικά και πολιτισμικά δεινά στην πρώτη θέση της δημόσιας ατζέντας, η αποκατάσταση των οποίων παραμένει ζητούμενο σήμερα, ως πρόταγμα για την πλήρη επανόρθωση της πολιτικής ομαλότητας.