18 Αυγ. 2022

Περί υποψήφιων πρωθυπουργών

Η μεγάλη ευκαιρία

του Αλέξη Τσίπρα 

Ενώ ήταν καταδικασμένος να διαγκωνίζεται με τον Ν. Ανδρουλάκη -δηλαδή έναν εκ των πραγμάτων πολιτικά υποδεέστερο κομματικό αρχηγό- σχετικά με το αν ήταν (και θα είναι) τόσο κακός πρωθυπουργός όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τώρα ο Αλέξης Τσίπρας βλέπει το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ να εξαναγκάζεται να τον προσεγγίσει και ενδεχομένως και να συνεργαστεί μαζί του για να τελειωθεί ουσιαστικά η διερεύνηση της υπόθεσης των παρακολουθήσεων. Διότι φυσικά το εξ αρχής ούτως ή άλλως προβληματικό αφήγημα πως ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ είναι το ίδιο (που σε κάποια σημεία μοιάζει χαρακτηριστικά με τη θέση του ΚΚΕ  απέναντι στις τρέχουσες στις εξελίξεις), δεν μπορεί να συνεχίσει να προβάλλεται ως πειστικό επιχείρημα του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, όταν το κεντρικό ζητούμενο των προεκλογικών πραγμάτων, που θα τεθεί επί τάπητος είτε το θέλει ο πρωθυπουργός, είτε όχι, θα είναι να προχωρήσει σε βάθος ο πολιτικός και ποινικός καταλογισμός της υπόθεσης των παρακολουθήσεων του Κυρ. Μητσοτάκη, ανάμεσα στις άλλες και της υποκλοπής σε βάρος του Ν. Ανδρουλάκη.  

Ήδη η εμπεδωμένη φιλολογία των στελεχών του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ σχετικά με το ότι Τσίπρας και Μητσοτάκης αποκλείονται ως συζητήσιμοι αυριανοί πρωθυπουργοί μετά από εκλογές απλής αναλογικής, έχει κατ’ ουσίαν παραμεριστεί από τον δημόσιο λόγο του Ν. Ανδρουλάκη αλλά και των κομματικών στελεχών. Και τούτο, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια του Ανδρ. Λοβέρδου και της ανομολόγητης φιλο-νεο-μητσοτακικής πτέρυγας του κόμματος να κρατήσουν ζωντανή τη θέση πως συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα υπάρξει «ούτε με το πιστόλι στον κρόταφο». Μάλιστα, ούτε και τα φιλικά προς τον Κυρ. Μητσοτάκη στελέχη του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ δεν επιμένουν πλέον πολύ σ’ αυτό, αφού με την τελευταία παρέμβασή του ο αρχηγός των φιλο-νεο-μητσοτακικών, περισσότερο εξόργισε μεγαλο μέρος της κομματικής βάσης παρά συνέβαλε στη συσπείρωση του κόμματος, όταν ο αρχηγός του παρακολουθείται από τις κρατικές μυστικές υπηρεσίες υπό τον πρωθυπουργό.    

Σ’ αυτό το σκηνικό η σωστή ισορροπία στη δημόσια παρουσία του είναι να εμφανίζεται ο Αλέξης Τσίπρας με πραγματιστικούς όρους ως ο αποκλειστικός πολιτικός καταλύτης σχετικά με το προς τα πού και πώς θα κινηθούν τα πράγματα στην υπόθεση των παρακολουθήσεων του Κυρ. Μητσοτάκη, ενώ την ίδια στιγμή ο πρωθυπουργός και ο Ν. Ανδρουλάκης θα αναλώνονται σε διαξιφισμούς ανάμεσά τους για το ίδιο θέμα. Η μεγάλη ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, άλλωστε, μετά την αποκάλυψη ότι το μέγαρο Μαξίμου παρακολουθούσε πολιτικό αρχηγό (με τις φήμες να οργιαζουν ότι δεν ήταν η μόνη παρακολούθηση πολιτικού) είναι ότι ενώ ως σήμερα στην αντιπολίτευση και υπό το δεδομένο της απλής αναλογικής ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανιζόταν ως ικέτης του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ αιτούμενος συνεργασία, που με αρκετή δόση μεγαλομανίας και έωλου πατερναλισμού  το έλασσον κόμμα της αντιπολίτευσης απέκρουε, σήμερα είναι το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ εκείνο που έχει ανάγκη τον Αλέξη Τσίπρα για να προχωρήσει η ουσιαστική εκκαθάριση της υπόθεσης των παρακολουθήσεων του Κυρ. Μητσοτάκη.

Εκτός κι αν ο Ν. Ανδρουλάκης δεν επιθυμεί τέτοια σε βάθος πολιτική εκκαθάριση, αλλά μόνο επικοινωνιακή εκμετάλλευση της υπόθεσης των παρακολουθήσεων ως το προνομικό θύμα τους. Δεν το πιστεύω αυτό! 

Μάλιστα, με τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις ο Αλέξης Τσίπρας έχει απελευθερωθεί και από το μύθευμα-κλισέ της συζήτησης σχετικά με το πόσο είναι «έτοιμος» γα την πρωθυπουργία! Μύθευμα-κλισέ που ακόμη και υποστηρικτές του  συζητούν σοβαρά υπό το βάρος των τεχνητών παραμέτρων περί της «σταθερότητας» και της «σοβαρότητας», ως όρων για να πρωθυπουργεύσει κανένας. Κανένας αυριανός πρωθυπουργός και ποτέ δεν είναι τόσο «έτοιμος» όσο θα χρειαζόταν η χώρα σ’ έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο, για να αναλάβει αυτή την ευθύνη.

Ποιά άλλη απόδειξη θα χρειαζόμασταν άλλωστε, όταν «ο πιο έτοιμος παρά ποτέ άλλοτε» υποψήφιος πρωθυπουργός, δηλαδή ο Κυρ. Μητσοτάκης και κατά το αφήγημα των κύκλων που τον επέβαλαν, οδήγησε την Ελλάδα μέσα στα 3 χρόνια της πρωθυπουργίας του σε γενικευμένη και πολυεπίπεδη καταστροφή;  Ίσως, μάλιστα, και οι ίδιες οι λέξεις «σταθερότητα» και «σοβαρότητα» (που ιδίως για την πρώτη έδωσε μεγάλη μάχη τους περασμένους μήνες προκειμένου να την επιβάλλει ο Κυρ. Μητσοτάκης στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό διά των εξαγορασμένων από τη λίστα Πέτσα μέσων ενημέρωσης), τελικά δεν είναι κάτι άλλο από τις πολιτικές προδιαγραφές που ένα συγκεκριμένο πολιτικό, οικονομικό, επιχειρηματικό και μιντιακό μπλοκ εξουσίας, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, προσπαθεί να παγιώσει ως το άκαμπτο δεδομένο του δήθεν όρου επιβίωσης της Ελλάδας.  

Στο κάτω-κάτω ένας πρωθυπουργός που στην προηγούμενη θητεία του πέτυχε δύο πράγματα (ανάμεσα σε πολλά άλλα) που έγιναν αποδεκτά με ενθουσιασμό από την διεθνή κοινότητα και με επαίνους, δηλαδή την έξοδο από τα μνημόνια και την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών, τί άλλο θα πρέπει να προσκομίσει ως αποδεικτικό στοιχείο ότι μπορεί να ηγηθεί της χώρας; Και πόσο συγκρίσιμα μπορεί να είναι αυτά αυτά τα δύο απτά πράγματα (και άλλα πολλά) με το λιβάνισμα εξαγορασμένων μέσων ενημέρωσης για την ομιλία στις ΗΠΑ του "ηγέτη παγκόσμιας εμβέλειας" (κατά τον αρκούντως ευτράπελο χαρακτηρισμό του κυβερνητικού εκπροσώπου);   

Ένας υποψήφιος πρωθυπουργός κανένα ένα άλλο εφόδιο δεν οφείλει να αποδεικνύει ότι διαθέτει και κουβαλάει στην φαρέτρα του, εκτός από την προσωπική πολιτική επάρκεια να αντιλαμβάνεται ρεαλιστικά τους συσχετισμούς των δυνάμεων που μέσα κι έξω από τη χώρα διαμορφώνουν τις εξελίξεις, ώστε να λαμβάνει τις οφέλιμες αποφάσεις για το δημόσιο συμφέρον και την πατρίδα. Ούτε ξένες γλώσσες πρέπει να μιλάει, ούτε επικοινωνιακές ανοησίες, όπως το να βγάζει τον κόσμο στα μπαλκόνια να χειροκροτήσουν τους αγωνιζόμενους κατά της πανδημίας υγειονομικούς πρέπει να κάνει, αντί να στηρίξει όσο περισσότερο μπορεί το δημόσιο σύστημα Υγείας στο μέτρο του ρόλου και των αρμοδιοτήτων του. Και, φυσικά, κοντά σ’ αυτά να έχει αποδείξει την τιμιότητά του παντοιοτρόπως και ταυτόχρονα την πίστη του στις δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά και τον σεβασμό του στη λαϊκή βούληση, όπως αυτή εκφράζεται αυθεντικά από τις εξελίξεις και τις συμπεριφορές των πολιτών. Σε αντίστιξη με τις κατασκευασμένες πραγματικότητες από εξαγορασμένα κανάλια και εφημερίδες καθώς και τα φληναφήματα από στημένα τρολ του διαδικτύου. 

Γιατί, δηλαδή, ήταν καλύτερα προετοιμασμένος και «καταλληλότερος» ο Κυρ. Μητσοτάκης; Μήπως επειδή στοίβαξε πάνω σε δεμάτια από σανό το κοινό του για να του μιλησει, σ’ ένα από τα πιο γελοία πολιτικά σκηνικά στην ελληνική πολιτική ιστορία;  

Αλήθεια, υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα κανένας άλλος πολιτικός που να ανταποκρίνεται στα παραπάνω πληρέστερα από τον Αλέξη Τσίπρα; Αν ναι, ας εμφανιστεί ανοιχτά για να αξιολογηθεί κι εκείνος θετικά στη δημόσια σκηνή! Αλλιώς…       

Οι επικοινωνικακές επιλογές, όχι μόνο δεν μπορούν να είναι τα κεντρικά κρατήματα της πολιτικής ενός πρωθυπουργού, αλλά ταυτόχρονα τελικά είναι και επικίνδυνες. Όπως περίτρανα το έχουν αποδείξει οι εξελίξεις με την πανδημία, τα ελληνοτουρκικά, την οικονομία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου το μόνο που έχει απομείνει από τους ολέθριους χειρισμούς του «καλύτερα προετοιμασμένου παρά ποτέ άλλοτε»  πρωθυπουργού, δηλαδή του Κυρ. Μητσοτάκη, δεν είναι άλλο από τις γελοιότητες των χειροκροτημάτων στα μπλακόνια, την ώρα που χιλιάδες θάνατοι συμπολιτών μας θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί από τις ανεπάρκειες της κυβερνητικής πολιτικής στην Υγεία, όπως προειδοποιούσε επί μήνες η μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα (που ήταν το πρώτο που ομολόγησε πως «δεν εγνώριζε» ο Κυρ. Μητσοτάκης). Παράλληλα, απέμειναν οι σοβαρές τακτικές ήττες της Ελλάδας από την Τουρκία στην ανατολική Μεσόγειο, με το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο επί ελληνικής ΑΟΖ και οι τουρκικές έρευνες σε θαλάσσιες ζώνες, επί των οποίων η Ελλάδα φέρει αδιαπραγμάτευτα κυριαρχικά  και εκμεταλλευτικά δικαώματα. Και, βεβαίως, υπάρχει και ο πόλεμος στην Ουκρανία, που με αποκλειστική ευθύνη του πρωθυπουργού έχει οδηγήσει την Ελλάδα στην πιο μονομερή παρά ποτέ ένταξή της στο ταραγμένο διεθνές σκηνικό, φυσικά όχι προς όφελος των συμφερόντων της χώρας, αλλά και την ελληνική οικονομία σε δεινή θεση, με ταυτόχρονη δραματική απαξίωση του εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών.  

Υπάρχουν και πολλά ακόμη σημεία που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ επιβεβαιωτικά της έκτασης και του βάθους της καταστροφής σε βαρος της χώρας, που έχει προκληθεί την τελευταία τριετία. Αλλά τα παραπάνω και μόνον αρκούν και περισσεύουν για να δικαιολογήσουν απολύτως την βαθύτατη αίσθηση αποτυχίας που διαπερνά το σύνολο των ελλήνων για την απερχόμενη πρωθυπουργία. Ας μην πλατειάσω λοιπόν σε συζητήσεις για το αυτονόητο!   

Τέλος, λοιπόν, στη συζήτηση του πόσο «προετοιμασμένος» είναι ο ο Αλέξης Τσίπρας να αναλάβει την πρωθυπουργία! Δεν διαθέτει στοιχειώδες έρμα αυτή η συζήτηση για να ασχολούμαστε με κατασκευασμένα ζητήματα σε κρίσιμες περιστάσεις.      

Εξυπακούεται, επιπροσθέτως, ότι αρωγός στην ηγεσία του Αλάξη Τσίπρα θα πρέπει να είναι ένα κόμμα απαλλαγμένο από εσωτερικές σκιαμαχίες μεταξύ φραξιών για τη νομή της εξουσίας. Παρ’ ό,τι ο Τσίπρας στο πρόσφατο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ έδειξε υπερβολική κατά τη γνώμη μου ανοχή στις ηγεσίες των εσωκομματικών φραξιονισμών, το στοίχημα αυτό δεν έχει κριθεί υπέρ των αποστεομένων γραφειοκρατών του κόμματος. Αντίθετα, η αμεσότητα της εκλογής του Αλέξη Τσίπρα στην προεδρία του κόμματος με ταυτόχρονη επιλογή τη διεύρυνση των κοινών απεύθυνσης του κόμματος και ακριβώς με επίκεντρο αυτή την άμεση εκλογή του προέδρου, έχει δημιουργήσει μια ισχυρή παρακαταθήκη απόκρουσης των παθογενειών που συμβάλλουν να συγκρατείται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μια κατάσταση ιδεολογικοπολιτικής ξηρασίας.

Επομένως, υπό τη συνθήκη ότι ως πρωθυπουργός απολογείται στο σύνολο του ελληνικού πολιτικού κοινού και όχι σε κομματικές ομάδες, ο Αλέξης Τσίπρας έχει τη δεδομένη νομιμοποίηση να παραμερίζει εσωκομματικές δουλείες, να λαμβάνει αποφάσεις και να δρα υπέρ της χώρας και του δημόσιου συμφέροντος, με αμεσότητα και αποτελεσματικότητα. (Ακόμη κι αν δεν το έχει ακόμη εμπεδώσει αυτό μέσα στο κόμμα του).  

Άλλωστε, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, αρέσει-δεν αρέσει σε μερικούς, ο Αλέξης Τσίπρας είναι το μοναδικό πρόσωπο του εγχώριου ηγετικού πολιτικού δυναμικού στην Ελλάδα, που εκπληρώνει τις βασικές προϋποθέσεις να ηγηθεί της χώρας, σε αντίθεση με τα διάφορα σενάρια εναλλακτικών προσώπων για τον ίδιο ρόλο, που μόνο σε νέο κύκλο εξαρτήσεων της χώρας και κακώς νοούμενων συμβιβασμών παραπέμπουν την Ελλάδα, σε ώρες που χρειάζεται καθαρή και δημοκρατικά νομιμοποιημένη πορεία προς το μέλλον. 

Μέσα σ’ όλ’ αυτά, είναι αναμενόμενο ότι οι προσωπικές επιθέσεις σε βάρος του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα κλιμακωθούν ιδιαίτερα την προσεχή περίοδο, στην ύστατη προσπάθεια να αποδομηθεί όσο γίνεται το πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα.

Δεν θα απέκλεια ούτε και έναν καταιγισμό ψεύδους για να στηθεί αυτή η επιχείρηση. Ίσως θα ανέμενα ένα κορυφαίο ψέμα (τόσο μεγάλο και αυταπόδεικτο, ώστε να επιβιώνει η σκέψη καλοπροαίρετων αλλά τελικά αφελών «αναποφάσιστων» πως «δεν μπορεί να υπάρχει τόσο θράσος να ξεστομίζεται τόσο μεγάλο ψέμα, άρα κάποια βάση θα υπάρχει σ’ αυτό»). Άλλωστε, τίποτα δεν θα έκανε όσους έφεραν τον Κυρ. Μητσοτάκη και επιφύλαξαν αυτήν την καταστροφή για τους έλληνες να αποβάλουν την εν λόγω πολιτική «έξιν-δευτέρα φύσιν» τους. Εδώ δεν δίστασαν να πουν στους πολίτες αυτής της χώρας ότι δήθεν ο Αλέξης Τσίπρας ξεπούλησε το όνομα «Μακεδονία» στις Βρυξέλλες, με αντάλλαγμα τη μη περικοπή των συντάξεων! Τώρα θα φιλοτιμηθούν να πάψουν τα κραγαλέα ψεύδη;