11 Σεπ. 2022

Το δράμα των ευρωπαϊκών νοικοκυριών με το φυσικό αέριο

Οι πολιτικές ευθύνες

για την κρίση στην Ενέργεια

(Μέρος Α: Το γεωπολιτικό πλαίσιο)

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, το ίδιο το απαράδεκτο γεγονός εισβολής μιας χώρας σε εδάφη μιας άλλης, αντιμετωπίστηκε και ορθά με μια γενικευμένη απομόνωση της Ρωσίας από τη διεθνή κοινότητα. Η εισβολή καταγγέλθηκε από μεγάλο μέρος των χωρών του πλανήτη ως επίθεση στα κυριαρχικά δικαιώματα μιας ανεξάρτητης χώρας, που έχει προκύψει από τον κατακερματισμό της πρώην ΕΣΣΔ και θεωρήθηκε απόδειξη της απόπειρας αλλαγής της ως τις μέρες μας ισχύουσας ισορροπίας στους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων. Κοντολογίς, η Ρωσία θεωρήθηκε ως το πρωταρχικό αίτιο για τις ανατροπές στις διεθνείς «κανονικότητες» που βιώνει σήμερα η ανθρωπότητα, όπως αυτές οι «κανονικότητες» διαμορφώθηκαν μετά την πτώση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού και την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου.

Παρ’ όλ' αυτά πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανένας να διακρίνει αναλογίες ανάμεσα στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, από τη μία, και μια οργανωμένη επεκτατική πολιτική της Μόσχας, από την άλλη. Μια γρήγορη ματιά στην Τουρκία δείχνει καθαρά τί σημαίνει ένας συστηματοποιημένος επεκτατισμός (και όχι μόνο σε βάρος της Ελλάδας), ως κεντρικό στοιχείο της πρόσληψης που έχει μια χώρα για τον εαυτό της και το αντιλαμβανόμενο από την ίδια «ιστορικό πεπρωμένο» της στην παγκόσμια σκηνή. Και τίποτα τέτοιο δεν κυριαρχεί στα γεωπολιτικά δεδομένα υπό τα οποία συντελείται η σύρραξη στην Ουκρανία.

Άλλωστε, κανένας, ούτε και οι πιο φανατικοί αντίπαλοι της Ρωσίας δεν ισχυρίζεται στα σοβαρά, ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι προϊόν ενός σύγχρονου ρωσικού επεκτατισμού. Η εξωτερική πολιτική της σημερινής Ρωσίας, που δεν έχει αλλάξει και πολύ σε σχέση με εκείνη της ΕΣΣΔ, ποτέ δεν χαρακτηρίστηκε από επεκτατικές φιλοδοξίες. Η άσκηση επιρροής (πολιτικής, οικονομικής και «ιδεολογικής») σε άλλες χώρες ήταν και παραμένει το βασικό χαρακτηριστικό εξωτερικής πολιτικής της αχανούς ευρω-ασιατικής χώρας εδώ και αιώνες και με έμφαση μάλιστα μετά την εκδίωξη του τσαρισμού από την οκτωβριανή επανάσταση. Και από την εποχή των Ρως, που εξεστράτευσαν πριν 12 αιώνες κατά της βυζαντινής αυτοκρατορίας (φυσικά μέσα σ’ ένα τελείως διαφορετικό από το σημερινό παγκόσμιο σκηνικό (ως προς τις πρακτικές εμφάνισης και ενεργοποίησης των κινήτρων για πολέμους), έχει να εκδηλωθεί ρωσικός επεκτατισμός κατά γειτονικής χώρας. Μάλιστα, τα περιστατικά στρατιωτικής ανάμιξης της Ρωσίας στα Βαλκάνια και τον Εύξεινο Πόντο λόγω αποσύνθεσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και το πολύ μεταγενέστερο περιστατικό εισβολής του ρωσικού στρατού στην Πολωνία, πολύ περισσότερο με κινήσεις αμυντικής θωράκισης της Ρωσίας (ή της ΕΣΣΔ) μοιάζουν, παρά με επεκτατισμό.

Τέλος, υπάρχουν και οι τελευταίες και εντεινόμενες ισχυρές ενδείξεις για τη διστακτικότητα της διεθνούς κοινότητας να προσλάβει την εισβολή στην Ουκρανία ως απόδειξη μιας νοοτροπίας  επεκτατισμού. Η ίδια η αίτηση ένταξης της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, περισσότερο εκφραζει την λογική ανησυχία μήπως οι δύο ως σήμερα «ουδέτερες χώρες» (αν και επί δεκαετίες οργανικά εντεταγμένες στον δυτικό γεωπολιτικό και οικονομικό σχηματισμό) βρεθούν «στη μέση» μιας «αναμέτρησης γιγάντων» (ακόμη και στρατιωτικής) με παγκόσμια και όχι τοπικά ευρωπαϊκά διακυβεύματα, παρά την αίσθηση ότι απειλείται η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητά τους από μια ρωσική στρατιωτική εισβολή στο πλαίσιο ενός προσχεδισμένου επεκτατισμού της Μόσχας προς δυσμάς. (Καμιά αναλογία, δηλαδή, με τις τουρκικές διεκδικήσεις ελληνικών νησιών του Αιγαίου, με την τουρκική απόπειρα υφαρπαγής θαλάσσιων ζωνών αποκλειστικής κυριαρχικής και εκμεταλλευτικής δικαιοδοσίας της Ελλάδας και με τη «γαλάζια πατρίδα» του Ερντογάν και των εθνικιστών συμμάχων του).                         

Φυσικά, στα όσα ανεφέρθηκαν παραπάνω κανένα κίνητρο δεν υπάρχει να δικαιολογηθεί η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία! Η Ρωσία ευθύνεται αποκλειστικά και βαρύτατα για τον πόλεμο και την αρπαγή εδαφών από άλλη ανεξάρτητη χώρα και αυτό είναι το ιστορικό αποτύπωμα που απομένει από τούτες τις επιλογές του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Αντίθετα, όλα τα παραπάνω αναφέρθηκαν εδώ ως αναγκαία στοιχεία για να την πολιτική αποκωδικοποίηση του ενεργειακού αδιεξόδου στο οποίο έχει οδηγηθεί η Ευρώπη, υπό την ΕΕ. Και πρόκειται για ένα σημείο, το οποίο διασθάνομαι ότι μετατρέπεται συν τω χρόνω στη μεγαλύτερη από ποτέ άλλοτε δοκιμασία που καλείται να αντιμετωπίσει η Ευρώπη, ως το εγκυρότερο παράδειγμα του θεσμικά λειτουργικού και κοινωνικά δίκαιου και ισορροπημένου δυτικου μοντέλου. Διότι, αν αυτή η κατάσταση ασταθούς αλλά ασφαλούς ως σήμερα πολιτικού και κοινωνικού μοντέλου, διαρραγεί, όπως απειλείται, τότε θα είναι βάσιμο να προβληματιζόμαστε με το ενδεχόμενο κατάρρευσης του σκοπού ευρωπαϊκής ενοποίησης.   

Η στάση της Ευρώπης στο θέμα του ενεργειακού αδιεξόδου στο οποίο έχει αχθεί η ΕΕ, επικαθορίζεται από μια αντίδραση που δεν μπορεί παρά να είναι απόρροια και μόνον της εκτίμησης των Βρυξελλών (και των ισχυρών μεμονωμένων ευρωπαϊκών πρωτευουσών), ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είναι η «μπροστάντζα» της απόφασης της Ρωσίας να επεκταθεί δυτικά. Κι αυτό είναι εκ των πραγμάτων πολύ συζητήσιμο, ως στρατηγική επιλογή της ΕΕ για τις επόμενες δεκαετίες.

Αν μιλάγαμε για μια αναμφίβολη εκδήλωση του φαινομένου στρατηγικού επεκτατισμού της Ρωσίας κατά της δυτικής Ευρώπης, ασφαλώς οι Βρυξέλλες ορθά θα έπρατταν θέτοντας όλες τις κοινωνίες της ηπείρου σε μια κατάσταση «πολεμικής προετοιμασίας» και τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά στην τεράστια πρατική και εισοδηματική ταλαιπωρία των πανάκριβων καυσίμων, με σκοπό την ενεργειακή ανεξαρτητοποίηση μέσα σε λίγους μήνες από τη ρωσική τροφοδοσία. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού!

Τί απομένει; Απομένει η πολιτική επιλογή των Βρυξελλών να διασπείρουν πανικό ανάμεσα στους ευρωπαίους πολίτες, σχετικά με το πλασματικό και απολύτως αμερικανικής έμπνευσης σκηνικό μιας δήθεν επαπειλούμενης ρωσικής εισβολής σε κάποια δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Απομένουν, όμως και οι συνέπειες αυτής της επιλογής, για τον μέσο ευρωπαίο πολίτη.

Ποιές είναι αυτές οι συνέπειες, θα δούμε, όμως στο Β΄ Μέρος του παρόντος...